Τις προάλλες, στο εθιμοτυπικό Κυριακάτικο γεύμα με τους αγαπημένους φίλους, σε κάποιο «καινούργιο ταβερνάκι για το οποίο μιλάει όλη η πόλη», entre la poire et le fromage, έπεσε η ρηξικέλευθη ερώτηση: «κλείσατε κάτι για καλοκαίρι;».
Αρχικά, θεώρησα ότι επρόκειτο για έναν ανοιχτό τύπου προβληματισμό, μια αφορμή για ανταλλαγή ποιοτικών δεδομένων και βάθος, αλλά τελικά αποδείχθηκε μια διχοτομική απορία όπου το ναι/όχι ήταν οι μοναδικές επιλογές.
Το «ναι» νίκησε κατά κράτος. Το μοναδικό «όχι» κρεμόταν πάνω από το δικό μου δίδυμο, όλα τα άλλα ζεύγη, single, διαζευμένοι, φρεσκοερωτευμένοι, ερημίτες και αναζητητές, όλοι, μα όλοι, είχαν ήδη φροντίσει να στείλουν μια σχετική προκαταβολή σε κάποιο κατάλυμα για το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου ή κάπου εκεί γύρω.
Κάπου ανάμεσα στο «Χριστός Ανέστη» και στο «πού θα πάμε τον Αύγουστο;» γεννήθηκε ένα από τα πιο αλλόκοτα ελληνικά έθιμα: το κανόνισμα των διακοπών με φόντο λαμπάδες, τσουρέκια και εσχάτως λασποβροχή.
Εγώ και το amore μου αντιμέτωποι με την κουρτίνα του Ζονγκ. «Μα, πώς φτάσαμε εδώ;» ήθελα να φωνάξω γουρλώνοντας τα μάτια μου αλά Scrat από την Εποχή των Παγετώνων -αλλά δεν το έκανα. Αρκέστηκα σε ένα ελαφρώς ηττημένο και γεμάτο προσδοκία γραμματειακής υποστήριξης: «Θα το δούμε άμεσα».
