«Η αύξηση των τιμών αγοράς στις κατοικίες και οι πρόσφατες αλλαγές στο καθεστώς απόκτησης της Golden Visa έχουν στρέψει πολλούς αγοραστές -που δεν έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν έτοιμα σπίτια– στην αγορά καταστημάτων, γραφείων και άλλων επαγγελματικών χώρων με σκοπό να τα μετατρέψουν στη συνέχεια σε κατοικίες» διαβάζω σε παλιότερο άρθρο της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» επιβεβαιώνοντας ένα μέρος αυτού που ήδη βλέπω να συμβαίνει κατ’ επανάληψη γύρω μου σαν κινούμενη εικόνα.
Σήμερα, εκεί που κάποτε άκουγες το μεταλλικό ρολό να ανεβαίνει σαν εισαγωγή σε σετ του Oliver Huntemann, τώρα βλέπεις αυτές τις πρόχειρες, νεοσυσταθείσες, χαρακτηριστικές μπλε, ορθογώνιες πλάκες να καλύπτουν τα πάντα. Σαν να προσπαθούν να κρύψουν ένα μυστικό.
Σαν σκηνικό από remake του Matrix, όπου πίσω από την επιφάνεια κάτι αλλάζει. Δεν ξέρεις αν μέσα γίνεται ανακαίνιση ή αν απλώς παγιδεύτηκε ο χρόνος.
Τα μαγαζιά και οι άδειοι χώροι περί της πιλοτών γίνονται κατοικίες με την ίδια ταχύτητα που ένα παιγνίδι με σφηνοτουβλάκια γίνεται πύργος στα χέρια ενός παιδιού.
Ωστόσο, η μεταμόρφωση δεν έχει τίποτα το κινηματογραφικά εντυπωσιακό, δεν είναι ας πούμε σκηνή από το Inception όπου η πόλη διπλώνεται στα δύο. Φέρνει πιο πολύ σε μοντάζ από καθημερινή, βραζιλιάνικη σειρά: απλό, λιτό, σχεδόν αόρατο. Αν το έχανες, δεν θα το πρόσεχες καν. Κι όμως, συμβαίνει παντού.
Τα μαγαζιά και οι άδειοι χώροι περί της πιλοτών γίνονται κατοικίες με την ίδια ταχύτητα που ένα παιγνίδι με σφηνοτουβλάκια γίνεται πύργος στα χέρια ενός παιδιού.
Μετά αρχίζει το σκάψιμο. Ο ήχος του κομπρεσέρ γίνεται το soundtrack της γειτονιάς. Τρύπες στους τοίχους, σκόνη, σωλήνες που ξεπροβάλλουν σαν ρίζες. Το πάτωμα σκάβεται, το ταβάνι κατεβαίνει, οι τοίχοι μετακινούνται. Εκεί που υπήρχε βιτρίνα, ανοίγει ένα μικρό παράθυρο, όχι για να κοιτούν οι έξω προς τα μέσα αλλά οι μέσα προς τα έξω.
Εκεί που υπήρχε «κενός» χώρος, τώρα υπάρχει «εκμεταλλεύσιμος». Και η λέξη αυτή είναι όλη η ιστορία. Εκμετάλλευση κάθε τετραγωνικού, κάθε σκιάς, κάθε πιθανής γωνίας.
Η πόρτα αλλάζει θέση. Μπαίνει κουζίνα. Μπαίνει μπάνιο. Το μαγαζί δεν «ανακαινίζεται». Μεταμορφώνεται.
Οι περαστικοί ρίχνουν φευγαλέες ματιές. «Κι αυτό το κλείνουν, ε;», «άραγε έχει καθόλου φως έτσι χωμένο που είναι;», «θα το νοικιάσουν κανονικά ή θα γίνει Airbnb;». Κανείς δεν ρωτάει πολλά. Όλοι, όμως, καταλαβαίνουν.
Και κάπου εκεί, χωρίς καμία τυμπανοκρουσία, το κατάστημα πεθαίνει και μια κατοικία γεννιέται. Εν ριπή οφθαλμού.
Είναι ειρωνικό. Αυτοί οι χώροι είχαν σχεδιαστεί για να είναι ζωντανοί με έναν άλλο τρόπο, να μπαινοβγαίνει κόσμος, να μυρίζουν καφέ, φρέσκο ψωμί, κρεμμύδια ή απορρυπαντικό -να φιλοξενούν μικρές καθημερινές ιστορίες. Τώρα γίνονται ιδιωτικοί μικρόκοσμοι. Από δημόσιοι, σχεδόν, μετατρέπονται σε αυστηρά προσωπικοί.
Και δεν είναι μόνο η εικόνα που αλλάζει, είναι και η λειτουργία της πόλης. Οι δρόμοι χάνουν μικρές εστίες ζωής. Τα ισόγεια παύουν να είναι ενδιάμεσοι χώροι και γίνονται τελικοί προορισμοί.
«Ίσως το σπίτι δεν είναι ένα μέρος, αλλά απλά μια αμετάκλητη κατάσταση» όπως έλεγε και ο Αμερικανός συγγραφέας κι ακτιβιστής, Τζέιμς Μπόλντουιν.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Η πόλη στενεύει. Η ανάγκη για στέγη απειλεί. Οι τιμές των ενοικίων βρίσκονται σε διαστημική τροχιά.
Εκεί που υπήρχε «κενός» χώρος, τώρα υπάρχει «εκμεταλλεύσιμος». Και η λέξη αυτή είναι όλη η ιστορία. Εκμετάλλευση κάθε τετραγωνικού, κάθε σκιάς, κάθε πιθανής γωνίας που μπορεί να φιλοξενήσει έναν καναπέ-κρεβάτι. Το μέσα καταπίνει το έξω.
Και εμείς, θεατές και κομπάρσοι μαζί, περνάμε κάθε μέρα μπροστά από αυτά τα μπλε καλύματα/ δομικά υλικά, γνωρίζοντας ότι πίσω τους γράφεται ένα ακόμα μικρό επεισόδιο αστικής μετάλλαξης. Σαν τις μικρές σκηνές στις ταινίες του Τζιμ Τζάρμους, όπου «δε συμβαίνει τίποτα» αλλά τελικά συμβαίνουν τα πάντα.
Αν σταθούμε για λίγο και κοιτάξουμε προσεκτικά, θα το δούμε: η γειτονιά μας δεν είναι πια η ίδια. Ίσως να μην ήταν ποτέ. Απλώς τώρα το παρατηρούμε.
Επιμύθιο: Η ανάγκη είναι πραγματική. Η πόλη δεν αλλάζει επειδή βαρέθηκε, αλλά επειδή πιέστηκε.
