Προσφάτως, η Ζιγκοάλα στην Ομόνοια «τραγουδήθηκε» παντοιοτρόπως, ενώ η ψηφιακή της πινέζα και το αιλουροειδές/ σήμα κατατεθέν της μόστραραν στα πιο ενημερωμένα προφίλ. Πιο πριν ήταν οι Επτά Μάρτυρες στον Νέο Κόσμο με όλους τους θρύλους που συνόδευαν κάποια «γνωστά ονόματα εκ των επτά». Το στιλάτο Pharaoh, στην οδό Σολωμού, νωρίτερα, είχε κάνει το ίδιο και μεγαλύτερο μπαζ με τους ειδήμονες να το συγκρίνουν σε εμπειρία με την εποχή του θρυλικού Bar Guru Bar, της πλατείας Θεάτρου, ενώ το Λινού Σουμπάσης & Σία, στο στενάκι της Μελανθίου, κέρδισε τον πρώτο γύρο εντυπώσεων αλλά στον δεύτερο αποθεώθηκε -και πάει λέγοντας.
Κάθε «καινούργιο εστιατόριο» δεν είναι απλώς ένας ακόμη χώρος εστίασης, είναι ένα κοινωνικό τεστ αντοχής για γερά νεύρα. Δεν είναι μια απλή έξοδος, είναι στάση ζωής. Σαν να αποφασίζεις εάν θα δεις το The Morning Show από το πρώτο επεισόδιο ή αφού έχει τελειώσει και η δεύτερη σεζόν και έχουν καταλαγιάσει τα σπόιλερ. Θα πας στο καινούργιο εστιατόριο, λοιπόν, ως early adopter ή θα περιμένεις να «στρώσει»;
Υπάρχουν οι άνθρωποι της πρώτης εβδομάδας, αυτοί που όλα τα βιώνουν σαν τον μήνα του μέλιτος. Πηγαίνουν όταν ο σερβιτόρος μαθαίνει τα πιάτα απ’ έξω σαν ρόλο σε οντισιόν.
Υπάρχουν οι άνθρωποι της πρώτης εβδομάδας, αυτοί που όλα τα βιώνουν σαν τον μήνα του μέλιτος. Πηγαίνουν όταν ο σερβιτόρος μαθαίνει τα πιάτα απ’ έξω σαν ρόλο σε οντισιόν, όταν ο σεφ μαγειρεύει με βλέμμα σκηνοθέτη στο πρώτο του έργο σε υπόγειο θέατρο της Κυψέλης. Είναι ρίσκο, αλλά κουβαλάει την τρυφερή γοητεία της ανακάλυψης. Το αίσθημα ότι «ήμουν εκεί όταν συνέβαινε, βρε παιδί μου». Μπορεί να φας θεϊκά. Μπορεί και να γίνεις μέρος ενός συλλογικού «ε, ήταν ακόμα στην αρχή».
Κάπου στον δεύτερο μήνα, το εστιατόριο γίνεται λέξη-κλειδί. Παίζει παντού. Σε hashtag, σε podcast, σε χώρους εργασίας, σε οικογενειακά τραπέζια. Ο σάλα ζουζουνίζει σαν το ΚΤΕΛ του Κηφισού τη Μεγάλη Πέμπτη. Το κοινό είναι ετερόκλητο: βεριτάμπλ foodies, ζευγάρια σε τρίτο ραντεβού, τύποι που λένε «εγώ δεν τρώω ψωμί».
