Υπάρχει κάτι βαθιά ελληνικό και ταυτόχρονα απολύτως δυστοπικό και γι’ αυτό και σουρεαλιστικό στις Πανελλαδικές: χιλιάδες παιδιά δεκαοχτώ χρονών να καλούνται να αποδείξουν μέσα σε τρεις ώρες ότι αξίζουν το μέλλον που ονειρεύτηκαν επί χρόνια. Με μπλε στυλό. Σε κόλλες αναφοράς που θα πρέπει να είναι διακριτό το «καλό» από το πρόχειρο. Υπό μια σιωπή πιο ηχηρή και από κραυγή.
Και κάπου απ’ έξω, σαν ένας ιδιότυπος, σχεδόν αστικός χορός αρχαίας τραγωδίας με έναν εσπρέσο φρέντο στο χέρι και ψυχραιμία που θα ζήλευε και ο καλύτερος οσκαρούχος ηθοποιός, στέκονται οι γονείς.
Πίστευα ότι δεν θα γίνω ποτέ «αυτή η μαμά». Η αλήθεια είναι ότι δεν κάθισα από τις 7.30 το πρωί έξω από το σχολείο, δεν έκανα τελετουργικά, δεν έζησα την είσοδο και την έξοδο της αίθουσας σαν λειτουργία. Προσπάθησα να κρατήσω μια απόσταση, μια κάποια αξιοπρέπεια θέασης. Γιατί τα παιδιά, σε αυτή τη φάση, δεν χρειάζονται άλλον έναν άνθρωπο που να τους υπενθυμίζει ότι «σήμερα κρίνεται κάτι μεγάλο». Το γνωρίζουν ήδη, με τρόπο σωματικό.
Κι όμως, έμεινα λίγο έξω από το εξεταστικό κέντρο. Και μέσα στην πρώτη μισή ώρα, ένα κορίτσι βγήκε από την τάξη κλαίγοντας με κρίση πανικού. Ουρλιάζοντας.
Εκεί καταλαβαίνεις ότι πίσω από τη ρητορική περί «ευκαιρίας», «δοκιμασίας» και «αξιολόγησης», υπάρχει μια πολύ πιο εύθραυστη πραγματικότητα: παιδιά που έχουν κοιμηθεί ελάχιστα, που έχουν ζήσει για μήνες σε καθεστώς ελεγχόμενης αγωνίας, που καλούνται να μεταφράσουν μια ολόκληρη χρονιά σε τρεις ώρες γραπτού λόγου.
Τότε αρχίζεις να συνειδητοποιείς κάτι ακόμα πιο άβολο: ότι η αγωνία δεν μένει ποτέ μόνο στις αίθουσες. Διαχέεται. Στα σπίτια, στις κουζίνες, στα βλέμματα των γονιών που προσπαθούν να σταθούν στο ύψος μιας ψυχραιμίας που δεν είναι πάντα διαθέσιμη γιατί στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο συναίσθημα που τους ξεπερνά, με στρώματα συγκίνησης, φόβου, αγωνίας, περηφάνειας και μιας σχεδόν σιωπηλής υπαρξιακής έκθεσης.
Εκεί καταλαβαίνεις ότι πίσω από τη ρητορική περί «ευκαιρίας», «δοκιμασίας» και «αξιολόγησης», υπάρχει μια πολύ πιο εύθραυστη πραγματικότητα: παιδιά που έχουν κοιμηθεί ελάχιστα, που έχουν ζήσει για μήνες σε καθεστώς ελεγχόμενης αγωνίας, που καλούνται να μεταφράσουν μια ολόκληρη χρονιά σε τρεις ώρες γραπτού λόγου.
Και υπάρχει εκείνη η στιγμή, σχεδόν τελετουργική, που ο γονιός δεν περιμένει απλώς. Παρατηρεί. Το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα, σαν να προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει πριν ακόμη εμφανιστεί το παιδί. Όταν τελικά βγει, δεν υπάρχει τίποτα θεατρικό: μόνο ένα γρήγορο σκανάρισμα του προσώπου. Το χαμόγελο, οι γκριμάτσες, η ένταση στο σαγόνι, η ταχύτητα του βήματος. Όλα διαβάζονται από τους γονείς σε δευτερόλεπτα, μηχανικά, με μια ψυχραιμία που είναι περισσότερο τεχνική παρά συναισθηματική. Και η αντίδραση προσαρμόζεται αναλόγως μετρημένη, ελεγχόμενη, ευγενικά αποστειρωμένη από υπερβολές.
Ίσως γι’ αυτό το πιο παράξενο στις Πανελλαδικές είναι ότι συνεχίζουν να παρουσιάζονται ως μια “εξέταση μαθητών”, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν σαν μια συλλογική δοκιμασία νεύρων ενός ολόκληρου μικρόκοσμου που περιλαμβάνει οικογένειες, προσδοκίες και μια υπερβολικά σοβαρή κοινωνική μυθολογία.
Πριν από λίγο διάβασα ότι ένας 47χρονος πατέρας από τον Βόλο υπέστη ανακοπή την ώρα που το παιδί του έδινε Πανελλαδικές εξετάσεις, με τις πληροφορίες να αποδίδουν το περιστατικό στο έντονο άγχος της στιγμής. Η είδηση αυτή λειτουργεί σαν μια βίαιη υπενθύμιση ότι το φορτίο δεν είναι ποτέ μονοπρόσωπο. Οι εξετάσεις δεν σταματούν στην πόρτα του σχολείου: συνεχίζονται, άηχα, στα σώματα των ενηλίκων που υποτίθεται πως «αντέχουν καλύτερα».
Και μέσα σε όλο αυτό το υπόγειο φορτίο, υπάρχει και το απολυτήριο. Όχι ως χαρτί, ούτε ως διοικητική πράξη, αλλά ως το αθόρυβο κλείσιμο μιας ολόκληρης εποχής που δεν επανέρχεται. Είναι η στιγμή που το παιδί παύει να ανήκει απολύτως στο σχολείο και περνά σε μια ενδιάμεση κατάσταση, όπου η καθημερινότητα χάνει τη σταθερή της γεωμετρία και αρχίζει να ανοίγει, απρόβλεπτα, προς κάτι νέο. Και ταυτόχρονα είναι η στιγμή που ο γονιός αντιλαμβάνεται, σχεδόν χωρίς προειδοποίηση, ότι μια ολόκληρη σειρά από μικρές, τελετουργικές φράσεις τελειώνει: το «ξύπνα Ορφεάκο, πρέπει να πας σχολείο», το να τον πηγαίνω στις δραστηριότητες του (όπως έκανα όταν ήταν μικρότερος) ακόμη και εκείνη η παράξενη πρακτική της διαμεσολάβησης να παίρνεις βαθμούς, να μεταφράζεις την καθημερινότητα του παιδιού σε δικές σου ανησυχίες.
Οι εξετάσεις δεν σταματούν στην πόρτα του σχολείου: συνεχίζονται, άηχα, στα σώματα των ενηλίκων που υποτίθεται πως «αντέχουν καλύτερα».
Σε αυτή τη μετάβαση, το πιο παράξενο δεν είναι ότι το παιδί μεγαλώνει. Είναι ότι ο γονιός μένει για λίγο πίσω, προσπαθώντας να προσαρμοστεί σε μια καθημερινότητα που δεν τον χρειάζεται με τον ίδιο τρόπο. Μια καθημερινότητα που συνεχίζει, αλλά χωρίς εκείνες τις μικρές επαναλήψεις που της έδιναν μορφή.
Γιατί μέσα σε αυτό το τέλος δεν υπάρχει μόνο η χαρά της ολοκλήρωσης. Υπάρχει και η έντονη συγκινησιακή φόρτιση των γονιών, αυτό το πολυεπίπεδο συναίσθημα που δύσκολα ομολογείται: η ανακούφιση, η περηφάνεια, ο φόβος για το επόμενο βήμα, και μια σιωπηλή μελαγχολία για τον τρόπο που τελειώνει η παιδική καθημερινότητα χωρίς να ρωτήσει κανέναν.
Κάπως έτσι, το γεγονός ότι ένα παιδί βγαίνει από την αίθουσα με δάκρυα δεν είναι το μοναδικό σημείο θραύσης της ημέρας, απλώς είναι το πιο ορατό.
Με όλο αυτό το υπόγειο φορτίο, επιστρέφει τελικά μια πιο απλή καθαρή σκέψη: ότι αυτό που ζουν τα παιδιά δεν είναι μόνο εξέταση γνώσης, αλλά μια πρόβα αποχώρησης από μια εποχή. Μια πρόβα που γίνεται δημόσια, αυστηρά και με έναν τρόπο σχεδόν υπερβολικά τελεσίδικο.
Και ίσως γι’ αυτό, στο τέλος, επιστρέφει επίμονα αυτός ο στίχος από το ποιήμα του Ανδρέα Εμπερικού που έπεσε φέτος στην Έκθεση και λειτουργεί σαν αντίστιξη σε όλη αυτή την πειθαρχημένη αγωνία:
«Έβγα στο δρόμο.
Κ’ εκεί,
Προ πάντων,
Μην φοβηθείς το πάτημά σου».
Δεν είναι παρηγορητικό. Δεν είναι εκπαιδευτικό. Δεν είναι καν «χρήσιμο» με την στενή έννοια.
Είναι όμως, ίσως, το μόνο που μένει όταν έχουν τελειώσει όλα τα υπόλοιπα.
