Στο πολυκατάστημα υπάρχει πάντα ένας ελαφρύς ίλιγγος. Φώτα δυνατά, ποσοστά που κρέμονται από παντού, κρεμάστρες που τρίζουν σαν να βιάζονται. Μπαίνεις με καλή πρόθεση. «Μια ματιά μόνο», λες όπως έλεγες κάποτε «ένα ποτό μόνο» και κατέληγες να ξημερώνεις χωρίς σαφή ανάμνηση της διαδρομής.
Και τότε, μέσα στο πλήθος των υφασμάτων, κάτι σε “πιάνει”. Ένα ρούχο με κόκκινη ετικέτα που κουνιέται πάνω στην κρεμάστρα σαν μικρό σήμα κινδύνου. Το τραβάς προς το μέρος σου. Το ύφασμα γλιστράει στα δάχτυλα, η κρεμάστρα κάνει εκείνο το ξερό κλακ και για ένα δευτερόλεπτο ακούς μόνο αυτό. Το ακουμπάς στο μπράτσο, σαν να το ζυγίζεις. «Ας το δοκιμάσω», λες, κι η φράση βγαίνει πάντα πιο εύκολα απ’ όσο θα έπρεπε.
Κάπως έτσι αρχίζουν οι περισσότερες εκπτώσεις μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν λέει όλη την αλήθεια.
Η ετικέτα σε χτυπάει στον καρπό όσο περπατάς. Μια μικρή υπενθύμιση ότι κάτι μετράει αντίστροφα. Τραβάς την κουρτίνα του δοκιμαστηρίου και ξαφνικά, ο θόρυβος έξω χαμηλώνει.
Στο δοκιμαστήριο ο καθρέφτης δεν λέει ψέματα, αλλά δεν λέει και όλη την αλήθεια. Το φως είναι σκληρό, σχεδόν αυστηρό. Κοιτάζεσαι λίγο πλάγια, λίγο από απόσταση. Το ρούχο είναι σε καλή τιμή, κι αυτό από μόνο του ανεβάζει τον παλμό. Υπάρχει αμφιβολία, αλλά υπάρχει και εκείνη η γνώριμη έξαψη του ρίσκου. Δεν είσαι σίγουρη αν είναι καλή ιδέα· φοβάσαι μόνο μήπως το χάσεις. Εκεί, ανάμεσα στο ένστικτο και στον φόβο της απώλειας, γεννιέται ο πρώτος άγραφος κανόνας.
Κάπως έτσι αρχίζουν οι περισσότερες εκπτώσεις μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν λέει όλη την αλήθεια.
Τα πολύ φθηνά
Υπάρχει μια κατηγορία ρούχων που δεν τα διαλέγεις. Σε διαλέγει η τιμή τους. Μπορεί να είναι απλό, μπορεί να είναι εντυπωσιακό, μπορεί να είναι και λίγο κιτς. Δεν έχει σημασία. Έχει πάνω του ένα αυτοκόλλητο -80% και αυτό, από μόνο του, μοιάζει με επιχείρημα. Τα σηκώνεις από την κρεμάστρα και, για μια στιγμή, δεν ακούς το «μου πάει;» ούτε το «θα το φορέσω;». Ακούς μόνο το «κέρδος». Εκείνο το γλυκό, ύπουλο κέρδος που σε κάνει να πιστεύεις ότι αν το αφήσεις, χάνεις.
Κάποιες επιλογές δεν τις διαλέγεις επειδή σου ταιριάζουν. Τις διαλέγεις επειδή έχουν “καλή τιμή”. Δεν μας κοστίζουν πολύ στην αρχή. Λίγες απαιτήσεις, λίγη ευθύνη, λίγη έκθεση, λίγο ρίσκο. Μοιάζουν ευκαιρία, επειδή δεν μας τρομάζουν.Και όπως με το μεγάλο ποσοστό στο καρτελάκι, έτσι κι εδώ, το “δεν χάνω τίποτα” κάνει θόρυβο. Σκεπάζει το “είμαι εγώ;”. Σκεπάζει το “θα μου κάνει καλό;”. Σκεπάζει το πιο απλό, που πάντα ξέρει. Το “μου πάει;”.
Τα «τελευταία κομμάτια»
Στο τέλος της ράγας, εκεί που το φως δεν πέφτει τόσο κολακευτικά, κρέμεται ένα παλτό μόνο του. Έχει χώρο γύρω του κι αυτό το κάνει να μοιάζει πιο σημαντικό. Το καρτελάκι «τελευταίο» κουνιέται ελαφρά, σαν να σου κάνει νόημα. Δεν σκέφτεσαι αν σου πάει. Σκέφτεσαι αν θα προλάβεις. Το πιάνεις και είναι βαρύ. Όχι μόνο από ύφασμα. Από ιδέα. Από εκείνο το άγχος που σε κάνει να πιστεύεις ότι αν δεν το πάρεις, θα μείνει κάτι πίσω που δεν θα ξανάρθει.
Έτσι λειτουργούν τα «τελευταία κομμάτια», εκβιαστικά. Στις κρεμάστρες μοιάζουν με πρόκληση. Στην πραγματικότητα είναι μια ήσυχη προειδοποίηση. Τα παίρνεις από φόβο, όχι από επιθυμία. Από εκείνο το αδιόρατο άγχος μήπως δεν υπάρξει άλλο. Κάπως έτσι κράτησες ανθρώπους, ρόλους, συνήθειες. Όχι επειδή σου πήγαιναν, αλλά επειδή δεν άντεχες την ιδέα της απουσίας.
Ρούχα χωρίς ημέρα
Υπάρχει πάντα ένα φόρεμα «για κάθε περίσταση». Σου κάθεται υπέροχα κάτω από το φως του δοκιμαστηρίου. Στον καθρέφτη μοιάζει να γράφει πάνω σου μια άλλη ζωή, πιο ελαφριά, πιο τακτοποιημένη, με προσκλήσεις και βραδιές που δεν ακυρώνονται τελευταία στιγμή. Κάνεις ένα βήμα πίσω, το κοιτάς σαν να κοιτάς μια πιθανότητα.
Και μετά, όταν το παίρνεις σπίτι, γίνεται σιωπηλό. Κρεμιέται με την ίδια ευγένεια που κρεμιούνται τα «θα». Περιμένει.
Κάπως έτσι μένουν κι άλλες επιλογές. Όχι επειδή μας ανήκουν, αλλά επειδή κάποτε άστραψαν σαν υπόσχεση. Κι ύστερα τις αφήνουμε εκεί, σαν να τις φυλάμε. Τους δίνουμε ράφι, τους δίνουμε χρόνο, τους δίνουμε την ελπίδα ότι θα ταιριάξουν με μια ζωή που θα έρθει αργότερα. Και περνάει ο καιρός, και δεν έρχεται η ζωή. Έρχεται μόνο η συνήθεια να περιμένουμε.
Τα βασικά
Σε μια γωνία, σχεδόν αδιάφορο, υπάρχει ένα μαύρο πλεκτό. Ή ένα λευκό πουκάμισο. Δεν υπόσχονται τίποτα εντυπωσιακό. Δεν σου ανεβάζουν τον παλμό. Τα προσπερνάς εύκολα στις εκπτώσεις, γιατί μοιάζουν βαρετά. Δίπλα τους περνάει, σαν πυροτέχνημα, το trendy κομμάτι της σεζόν στο -75%. Σου κλέβει για λίγο την προσοχή, γιατί κάνει θόρυβο.
Για μια στιγμή, σε κάνει να ξεχάσεις πως ό,τι σε έσωσε τις περισσότερες φορές δεν ήταν το εντυπωσιακό. Ήταν το σωστό. Αυτά που φοράς όταν δεν έχεις χρόνο να σκηνοθετήσεις τον εαυτό σου. Δεν σε κουράζουν, δεν σε προδίδουν, σε κρατούν. Όπως και οι άνθρωποι που στέκονται σωστά. Ήσυχοι, καθαροί, εκεί.
Δεν αγοράζουμε ρούχα για έναν μελλοντικό εαυτό που μας χρωστάει αποτέλεσμα. Τα ρούχα πρέπει να μας χωράνε τώρα, όπως πρέπει να μας χωράει και η ζωή μας τώρα.
Οι trendy άνθρωποι, πάλι, περνάνε σαν προσφορά αστραπή. Σε τραβάνε, σε ανεβάζουν, σε μπερδεύουν. Και όταν σβήσει ο θόρυβος, μένεις με την απορία αν σου πήγαιναν ποτέ ή αν απλώς σε κέρδισε η στιγμή.
Το λάθος νούμερο
Το παντελόνι σε σφίγγει λίγο στη μέση. Όχι τόσο που να μην αντέχεται αλλά τόσο όσο να αρχίσεις να κάνεις διαπραγματεύσεις. «Θα ανοίξει». «Είναι το κόψιμο». «Θα το φορέσω με κάτι άλλο». Και μετά, σαν τελική άμυνα, έρχεται η τιμή: η τιμή που σε κάνει να θες να έχεις δίκιο.
Μόνο που αυτό είναι ο κανόνας. Δεν αγοράζουμε ρούχα για έναν μελλοντικό εαυτό. Τα ρούχα πρέπει να μας χωράνε τώρα, όπως πρέπει να μας χωράει και η ζωή μας τώρα. Γιατί αλλιώς αρχίζουμε να κάνουμε το αντίστροφο. Μαζεύουμε τη μέση μας. Χαμηλώνουμε τις απαιτήσεις μας. Μαθαίνουμε να χωράμε σε σχέσεις που μας στενεύουν, σε δουλειές που μας σφίγγουν, σε ρόλους που δεν μας πέφτουν καλά, μόνο και μόνο για να μη φανούμε δύσκολοι, για να μη μείνουμε απ’ έξω, για να μη χαλάσουμε την εικόνα.
Μεγαλώνοντας, δεν ψάχνεις τις μεγάλες εκπτώσεις. Ψάχνεις ό,τι σου πάει. Κι αρχίζεις να ζεις ανάλογα.
Οι εκπτώσεις, τελικά, λειτουργούν σαν καθρέφτης όχι για το σώμα, αλλά για τις επιλογές. Όχι γι’ αυτά που πήρες, αλλά γι’ αυτά που πήρες γρήγορα. Για τις φορές που η τιμή έκανε περισσότερο θόρυβο από το ένστικτο. Για τις φορές που ένα «ας το πάρω» ακούστηκε πιο εύκολο από ένα «όχι».
Και κάπου εκεί, χωρίς τυμπανοκρουσίες, αρχίζει να αλλάζει κάτι. Όχι στις κρεμάστρες. Στον τρόπο που στέκεσαι μπροστά τους. Στον τρόπο που δεν σε τρομάζει τόσο η έλλειψη. Στον τρόπο που αφήνεις κάτι πίσω χωρίς να το βαφτίζεις απώλεια.
Μεγαλώνοντας, δεν ψάχνεις τις μεγάλες εκπτώσεις. Ψάχνεις ό,τι σου πάει. Κι αρχίζεις να ζεις ανάλογα.
