Στο πολυκατάστημα υπάρχει πάντα ένας ελαφρύς ίλιγγος. Φώτα δυνατά, ποσοστά που κρέμονται από παντού, κρεμάστρες που τρίζουν σαν να βιάζονται. Μπαίνεις με καλή πρόθεση. «Μια ματιά μόνο», λες όπως έλεγες κάποτε «ένα ποτό μόνο» και κατέληγες να ξημερώνεις χωρίς σαφή ανάμνηση της διαδρομής.
Και τότε, μέσα στο πλήθος των υφασμάτων, κάτι σε “πιάνει”. Ένα ρούχο με κόκκινη ετικέτα που κουνιέται πάνω στην κρεμάστρα σαν μικρό σήμα κινδύνου. Το τραβάς προς το μέρος σου. Το ύφασμα γλιστράει στα δάχτυλα, η κρεμάστρα κάνει εκείνο το ξερό κλακ και για ένα δευτερόλεπτο ακούς μόνο αυτό. Το ακουμπάς στο μπράτσο, σαν να το ζυγίζεις. «Ας το δοκιμάσω», λες, κι η φράση βγαίνει πάντα πιο εύκολα απ’ όσο θα έπρεπε.
Κάπως έτσι αρχίζουν οι περισσότερες εκπτώσεις μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν λέει όλη την αλήθεια.
Η ετικέτα σε χτυπάει στον καρπό όσο περπατάς. Μια μικρή υπενθύμιση ότι κάτι μετράει αντίστροφα. Τραβάς την κουρτίνα του δοκιμαστηρίου και ξαφνικά, ο θόρυβος έξω χαμηλώνει.
Στο δοκιμαστήριο ο καθρέφτης δεν λέει ψέματα, αλλά δεν λέει και όλη την αλήθεια. Το φως είναι σκληρό, σχεδόν αυστηρό. Κοιτάζεσαι λίγο πλάγια, λίγο από απόσταση. Το ρούχο είναι σε καλή τιμή, κι αυτό από μόνο του ανεβάζει τον παλμό. Υπάρχει αμφιβολία, αλλά υπάρχει και εκείνη η γνώριμη έξαψη του ρίσκου. Δεν είσαι σίγουρη αν είναι καλή ιδέα· φοβάσαι μόνο μήπως το χάσεις. Εκεί, ανάμεσα στο ένστικτο και στον φόβο της απώλειας, γεννιέται ο πρώτος άγραφος κανόνας.
