ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Οδηγίες σωστού θανάτου: με “αγάπη” από τα social media

Οδηγίες σωστού θανάτου: με “αγάπη” από τα social media 1
IStock

Ήθελε να φύγει όπως ζούσε: με τη δική του επιλογή. Η οικογένειά του σεβάστηκε την τελευταία του επιθυμία και προχώρησε σε αποτέφρωση. Ο θάνατος του Γιώργου Παπαδάκη όμως ήταν αρκετός για να ξεκινήσει ένας διαγωνισμός για τη σωτηρία της ψυχής (που είναι πολύ μεγάλο πράγμα) από αγνώστους που μπέρδεψαν την πίστη με την ανάγκη να έχουν πάντα δίκιο και για τους οποίους η σιωπή μπροστά στον θάνατο φαίνεται να είναι το πιο δύσκολο μάθημα.

ΑΠΟ ΜΙΚΑΕΛΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

Να πεθαίνεις, τελικά, δεν είναι απλή υπόθεση. Δεν αρκεί να κλείσεις τα μάτια σου, να αφήσεις πίσω σου ανθρώπους που πονάνε για την απώλεια σου και σ' αγαπάνε, έργο, μνήμες. Πρέπει να φύγεις «σωστά». Με τον ενδεδειγμένο τρόπο, το εγκεκριμένο τελετουργικό, τη σωστή διαδικασία. Και, φυσικά, με τη συλλογική αποδοχή όσων έμειναν πίσω να ελέγχουν αν τήρησες τους κανόνες. Γιατί για τους γνήσιους χριστιανούς που είναι χρήστες των social media, δεν πεθαίνεις μόνο για τον εαυτό σου. Πεθαίνεις και για αυτούς. 

Αφορμή για αυτές τις πρώτες σκέψεις που διαβάζετε, στάθηκε ο θάνατος του αγαπημένου δημοσιογράφου Γιώργου Παπαδάκη και η απόφαση της οικογένειάς του να σεβαστεί την επιθυμία του ίδιου: να αποτεφρωθεί. Μια ξεκάθαρη, προσωπική επιλογή, ειπωμένη όσο ζούσε, που κανονικά θα έπρεπε να αφορά μόνο τους ανθρώπους που τον αγάπησαν και τον αποχαιρέτησαν. Αντί γι’ αυτό, η τελευταία του επιθυμία μετατράπηκε σε δημόσιο δικαστήριο. Ο θάνατός του έγινε αφορμή για ένα ξέσπασμα «ορθότητας», όπου άγνωστοι ένιωσαν την ανάγκη να τον κρίνουν, να τον «συνετίσουν» και –με έναν παράδοξο ζήλο– να τον σώσουν, έστω και μετά θάνατον.

Το μαύρο χιούμορ –αν μπορείς ακόμα να γελάσεις– είναι ότι όλο αυτό παρουσιάζεται ως αγάπη. Αγάπη για την ψυχή του νεκρού, αγάπη για την πίστη, αγάπη για τον άνθρωπο.

Γιατί ο θάνατος είναι ιδανικός για κριτική. Αυτός που υφίσταται… το θάνατο και την κριτική, δεν αντιδρά. Δεν απαντά. Δεν διαφωνεί. Δεν χαλάει το αφήγημα. Είναι το τέλειο πεδίο για όσους πιστεύουν ότι ο Θεός χρειάζεται εκπρόσωπο Τύπου και, κατά προτίμηση, με λογαριασμό στα social media. Έτσι, μέσα σε λίγες ώρες, εμφανίστηκαν ειδικοί στη σωτηρία της ψυχής, θεματοφύλακες της παράδοσης, άνθρωποι που αναγνώριζαν αλλά δεν γνώρισαν ποτέ τον εκλιπόντα ωστόσο ήξεραν με απόλυτη βεβαιότητα πώς θα αποχαιρετούσε τους οικείους του.

Το μαύρο χιούμορ –αν μπορείς ακόμα να γελάσεις– είναι ότι όλο αυτό παρουσιάζεται ως αγάπη. Αγάπη για την ψυχή του νεκρού, αγάπη για την πίστη, αγάπη για τον άνθρωπο. Μια αγάπη όμως εύθραυστη, που διαλύεται μόλις κάποιος επιλέξει διαφορετικά. Μια αγάπη που μοιάζει περισσότερο με κανονισμό πολυκατοικίας: «αγαπάμε, αλλά μόνο αν ακολουθείτε τους κανόνες και πεθαίνετε όπως έχουμε συνηθίσει».

Κάπου εδώ γεννιέται ένα εύλογο θρησκευτικό ερώτημα: αν ο Θεός είναι παντοδύναμος, πώς ακριβώς απειλείται από την αποτέφρωση; Μπερδεύεται η ψυχή; Δεν βρίσκει τον δρόμο της; Χρειάζεται το σώμα ακέραιο, σε προκαθορισμένο βάθος, για να λειτουργήσει το μεταφυσικό σχέδιο; Ή μήπως, τελικά, μιλάμε για τον φόβο απέναντι σε οτιδήποτε ξεφεύγει από το γνώριμο και το «έτσι το βρήκαμε»;

Το πιο θλιβερό είναι η πλήρης απουσία ενσυναίσθησης. Το ότι ξεχνάμε πως πίσω από κάθε απόφαση υπάρχει μια οικογένεια που πενθεί. Άνθρωποι που μόλις έχασαν τον δικό τους άνθρωπο και, αντί για σιωπή ή συμπαράσταση, δέχονται υποδείξεις, ειρωνεία και ηθικά κηρύγματα.

Δεν είναι αυτό μόνο βεβαια...

Μια φίλη μού έγραψε κάτι που δύσκολα ξεχνιέται: όταν πέθανε ο σύζυγός της, οι ψάλτες και οι παπάδες που θα έψαλλαν στο Α’ Νεκροταφείο τής ζήτησαν, την ώρα της κηδείας και πριν αποχωρήσουν από την εκκλησία, 700 ευρώ την ώρα, σε μετρητά. Όχι ως δωρεά, όχι ως «ό,τι μπορείτε», αλλά ως όρο. Μέσα στον πόνο, στη στιγμή της απόλυτης ευαλωτότητας, ο θάνατος μετατράπηκε σε συναλλαγή και η πίστη σε τιμοκατάλογο. Αν αυτό δεν λέγεται εμπόριο και εκβιασμός, τότε ίσως απλώς έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ την ιδέα, που σταματήσαμε να σοκαριζόμαστε.

Η θρησκεία, τουλάχιστον στα λόγια, μιλά για αγάπη. Για κατανόηση, για ταπείνωση, για σεβασμό στον πόνο του άλλου. Στην πράξη, όμως, βλέπουμε μια άλλη εκδοχή: πιστούς που μετατρέπονται σε εχθρούς του νεκρού με εργαλείο επίθεσης, ένα λόγο μίσους ντυμένο με ευσεβείς φράσεις. Ο νεκρός γίνεται αφορμή για τιμωρία. Η διαφορετική επιλογή βαφτίζεται πρόκληση. Και ο άνθρωπος, η επιλογή, η ελευθερία εξαφανίζονται πίσω από τον κανόνα.

Το πιο θλιβερό ίσως δεν είναι η διαφωνία. Είναι η πλήρης απουσία ενσυναίσθησης. Το ότι ξεχνάμε πως πίσω από κάθε απόφαση υπάρχει μια οικογένεια που πενθεί. Άνθρωποι που μόλις έχασαν τον δικό τους άνθρωπο και, αντί για σιωπή ή συμπαράσταση, δέχονται υποδείξεις, ειρωνεία και ηθικά κηρύγματα. Γιατί έχουμε μπερδέψει τη συμπόνια με την παρέμβαση και τον σεβασμό με την επιβολή. Όσο δικό τους άνθρωπο και αν ένιωθαν τον Παπαδάκη, όσο και αν αγαπούσαν την τηλεοπτική του περσόνα, αυτό δεν δίνει το δικαίωμα σε κανέναν να έχει λόγο ούτε στη ζωή ούτε στο θάνατό του. Και φυσικά ούτε να τον αποκαθηλώσει, μετά θάνατον, από το βάθρο που του έστησε, να προσβάλει την προσωπικότητα και τον νεκρό, επειδή… δεν συνεμορφώθη προς τας χριστιανικάς υποδείξεις.

Ίσως, τελικά, το ζήτημα δεν είναι αν κάποιος γίνεται χώμα ή στάχτη. Το ζήτημα είναι τι γινόμαστε εμείς. Γινόμαστε σκληροί, άκαμπτοι, αδιάλλακτοι. Γινόμαστε πέτρα απέναντι στον πόνο και τη διαφορετικότητα.

Κάπως έτσι, η κηδεία  παύει να είναι αποχαιρετισμός και γίνεται πεδίο επίδειξης ηθικής ανωτερότητας. Ένας διαγωνισμός για το ποιος πιστεύει «πιο σωστά», ποιος αγαπά «πιο γνήσια», ποιος δικαιούται να μιλήσει εξ ονόματος του Θεού. Και φυσικά, σε αυτόν τον διαγωνισμό, ο νεκρός δεν έχει φωνή. Την έχουμε όλοι εμείς που μείναμε πίσω, πρόθυμοι να μιλήσουμε για λογαριασμό του.

Ίσως, τελικά, το ζήτημα δεν είναι αν κάποιος γίνεται χώμα ή στάχτη. Το ζήτημα είναι τι γινόμαστε εμείς. Γινόμαστε σκληροί, άκαμπτοι, αδιάλλακτοι. Γινόμαστε πέτρα απέναντι στον πόνο και τη διαφορετικότητα. Και αν κάτι λείπει πραγματικά από όλη αυτή την ιστορία, δεν είναι η «σωστή» τελετή. Είναι η σιωπή. Εκείνη η σιωπή που δεν είναι αδιαφορία, αλλά σεβασμός.

Γιατί, στο τέλος της ημέρας, δεν κρίνονται οι νεκροί. Κρίνονται οι ζωντανοί. Κρίνεται πόσο εύκολα μετατρέπουμε τον πόνο σε αρένα και την πίστη σε ρόπαλο. Πόσο πρόθυμοι είμαστε να καταδικάσουμε έναν άνθρωπο επειδή τόλμησε να φύγει όπως έζησε: με δικαίωμα επιλογής. Αν ο θάνατος του άλλου μάς βρίσκει γεμάτους θυμό αντί για σιωπή, τότε το πρόβλημα δεν είναι η αποτέφρωση, ούτε η ταφή. Είναι ότι έχουμε θάψει την αγάπη πολύ πριν φτάσουμε στο χώμα. Και αυτή, δυστυχώς, δεν ανασταίνεται με κανένα τελετουργικό.


Το «Έχεις Δυο Λεπτά» επέστρεψε και τo πρώτο επεισόδιο του δημοφιλούς podcast για το 2026 είναι αφιερωμένο στους στόχους

Αφού ακούσεις το σημερινό επεισόδιο, θα έχεις όλη την έμπνευση και όλα τα εργαλεία που χρειάζεσαι για να γίνει φέτος η χρονιά που θα κάνεις τα πιο μεγάλα και πιο ουσιαστικά βήματα!


READ MORE

ΑΠΟΡΡΗΤΟ