Να πεθαίνεις, τελικά, δεν είναι απλή υπόθεση. Δεν αρκεί να κλείσεις τα μάτια σου, να αφήσεις πίσω σου ανθρώπους που πονάνε για την απώλεια σου και σ' αγαπάνε, έργο, μνήμες. Πρέπει να φύγεις «σωστά». Με τον ενδεδειγμένο τρόπο, το εγκεκριμένο τελετουργικό, τη σωστή διαδικασία. Και, φυσικά, με τη συλλογική αποδοχή όσων έμειναν πίσω να ελέγχουν αν τήρησες τους κανόνες. Γιατί για τους γνήσιους χριστιανούς που είναι χρήστες των social media, δεν πεθαίνεις μόνο για τον εαυτό σου. Πεθαίνεις και για αυτούς.
Αφορμή για αυτές τις πρώτες σκέψεις που διαβάζετε, στάθηκε ο θάνατος του αγαπημένου δημοσιογράφου Γιώργου Παπαδάκη και η απόφαση της οικογένειάς του να σεβαστεί την επιθυμία του ίδιου: να αποτεφρωθεί. Μια ξεκάθαρη, προσωπική επιλογή, ειπωμένη όσο ζούσε, που κανονικά θα έπρεπε να αφορά μόνο τους ανθρώπους που τον αγάπησαν και τον αποχαιρέτησαν. Αντί γι’ αυτό, η τελευταία του επιθυμία μετατράπηκε σε δημόσιο δικαστήριο. Ο θάνατός του έγινε αφορμή για ένα ξέσπασμα «ορθότητας», όπου άγνωστοι ένιωσαν την ανάγκη να τον κρίνουν, να τον «συνετίσουν» και –με έναν παράδοξο ζήλο– να τον σώσουν, έστω και μετά θάνατον.
Το μαύρο χιούμορ –αν μπορείς ακόμα να γελάσεις– είναι ότι όλο αυτό παρουσιάζεται ως αγάπη. Αγάπη για την ψυχή του νεκρού, αγάπη για την πίστη, αγάπη για τον άνθρωπο.
Γιατί ο θάνατος είναι ιδανικός για κριτική. Αυτός που υφίσταται… το θάνατο και την κριτική, δεν αντιδρά. Δεν απαντά. Δεν διαφωνεί. Δεν χαλάει το αφήγημα. Είναι το τέλειο πεδίο για όσους πιστεύουν ότι ο Θεός χρειάζεται εκπρόσωπο Τύπου και, κατά προτίμηση, με λογαριασμό στα social media. Έτσι, μέσα σε λίγες ώρες, εμφανίστηκαν ειδικοί στη σωτηρία της ψυχής, θεματοφύλακες της παράδοσης, άνθρωποι που αναγνώριζαν αλλά δεν γνώρισαν ποτέ τον εκλιπόντα ωστόσο ήξεραν με απόλυτη βεβαιότητα πώς θα αποχαιρετούσε τους οικείους του.
Το μαύρο χιούμορ –αν μπορείς ακόμα να γελάσεις– είναι ότι όλο αυτό παρουσιάζεται ως αγάπη. Αγάπη για την ψυχή του νεκρού, αγάπη για την πίστη, αγάπη για τον άνθρωπο. Μια αγάπη όμως εύθραυστη, που διαλύεται μόλις κάποιος επιλέξει διαφορετικά. Μια αγάπη που μοιάζει περισσότερο με κανονισμό πολυκατοικίας: «αγαπάμε, αλλά μόνο αν ακολουθείτε τους κανόνες και πεθαίνετε όπως έχουμε συνηθίσει».
