Υπάρχει κάτι βαθιά ελληνικό στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον δημόσιο χώρο: τον θεωρούμε περίπου σαν το τραπεζάκι στο μπαλκόνι μιας φοιτητικής γκαρσονιέρας μετά από τριήμερο πάρτυ. Κοινόχρηστο άρα κανενός. Και όταν εμφανίζεται κάτι όμορφο, κάτι που απαιτεί έστω και το ελάχιστο ίχνος καλλιέργειας και αυτοπεριορισμού, ενεργοποιείται σχεδόν μηχανικά εκείνο το εθνικό αντανακλαστικό μικρότητας και αισθητικής δυσανεξίας: «α, πόσο υπερβολικά αξιοπρεπές… ας το διορθώσουμε αναλόγως». Έτσι, πριν καλά- καλά συμπληρωθεί ένας μήνας από την τοποθέτησή του, το γλυπτό του Κωνσταντίνου Καβάφη, έργο του Πραξιτέλη Τζανουλίνου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου βανδαλίστηκε από κάποιους αγνώστους που αποφάσισαν ότι τα γυαλιά του ποιητή ήταν μάλλον υπερβολικά εκλεπτυσμένα για τα αισθητικά τους δεδομένα.
Μένω στην περιοχή. Περνάω σχεδόν καθημερινά από την Αρεοπαγίτου και ομολογώ πως όταν πρωτοείδα το άγαλμα ένιωσα μια σπάνια χαρά, σχεδόν παιδική. Το φωτογράφισα μάλιστα με ενθουσιασμό, σαν να ήθελα να κρατήσω αποδεικτικό στοιχείο ότι η Αθήνα μπορεί ακόμη να παράγει στιγμές αστικής ευγένειας. Ο Καβάφης καθισμένος ήρεμα στο μπρούντζινο παγκάκι του, με εκείνη τη διακριτική μελαγχολία που έχουν οι πραγματικά καλλιεργημένοι άνθρωποι, έμοιαζε σαν μια μικρή νίκη απέναντι στην αθλιότητα του αθηναϊκού θορύβου. Και φυσικά, αυτή η νίκη δεν θα μπορούσε να μείνει ατιμώρητη.
Οι βάνδαλοι δεν μισούν απλώς την τέχνη. Αυτό θα ήταν υπερβολικά ιδεολογικό και θα τους απέδιδε περισσότερο βάθος απ’ όσο διαθέτουν. Οι βάνδαλοι μισούν ό,τι τους υπενθυμίζει τη μετριότητά τους. Ένα άγαλμα του Καβάφη στην Αρεοπαγίτου είναι γι’ αυτούς ό,τι είναι μια όπερα για κάποιον που πιστεύει ότι η αισθητική εξαντλείται στα LED φώτα ενός beach bar στη Βουλιαγμένη: μια προσβολή. Όχι επειδή δεν το καταλαβαίνουν (κανείς δεν απαιτεί από όλους να αγαπούν τον Καβάφη) αλλά επειδή τους θυμίζει ότι υπάρχει ένας κόσμος στον οποίο δεν θα ανήκουν ποτέ.

Το πιο θλιβερό δεν είναι καν η πράξη. Είναι η προβλεψιμότητά της. Στην Αθήνα έχεις σχεδόν την αίσθηση ότι κάθε νέο έργο τέχνης συνοδεύεται από ένα άτυπο στοίχημα: πόσες μέρες θα επιβιώσει;
Και βεβαίως, όσο η ασφάλεια του δημόσιου χώρου αντιμετωπίζεται με εκείνη τη χαρακτηριστική ελληνική χαλαρότητα- το είδος που συγχέει την ανοιχτότητα με την εγκατάλειψη- θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε το ίδιο κακόγουστο τελετουργικό εκ των υστέρων αποδοκιμασίας. Με άλλα λόγια, ένα σχεδόν κομψό αστικό περιβάλλον παραμένει εκτεθειμένο στην κακοποιητική «δημιουργικότητα» εκείνων που, ευτυχώς ή δυστυχώς, θα έπρεπε απλώς να μπορούν να συλληφθούν εγκαίρως.
Και ας είμαστε ειλικρινείς: ο σύγχρονος βανδαλισμός σπανίως έχει το παραμικρό πολιτικό περιεχόμενο. Δεν είναι εξέγερση, είναι κακή ανατροφή με κουκούλα. Είναι ο πολιτισμός του «να γίνει χαμός για το TikTok», η κουλτούρα του ενεργειακού ποτού, της μόνιμης φωνασκίας και της αδυναμίας να σταθείς σιωπηλός μπροστά σε κάτι όμορφο χωρίς να νιώσεις την ανάγκη να το λερώσεις. Βλέπετε, δε λέω να το σεβαστείς. Αυτό δεν το έχουμε. Έσπασαν τα γυαλιά του αγάλματος. Τι συμβολικό! Σαν να ήθελαν κυριολεκτικά να τυφλώσουν τη μορφή που τους κοιτούσε με υπερβολική πνευματικότητα για τα γούστα τους.
Οι βάνδαλοι αφήνουν πίσω τους σπασμένα γυαλιά. Ο Καβάφης άφησε πίσω του ποίηση. Και, δυστυχώς για εκείνους, η ποίηση έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Ο Καβάφης, βέβαια, θα τους είχε ήδη κατατάξει. Όχι στους βαρβάρους, οι βάρβαροι τουλάχιστον φέρνουν μια κάποια ιστορική ένταση, αλλά σε κάτι πολύ χειρότερο: στους αδιάφορους μικροανθρώπους. Στους ανθρώπους χωρίς εσωτερικότητα. Εκείνους που δεν μπορούν να αντιληφθούν γιατί ένα γλυπτό σε έναν πεζόδρομο έχει σημασία. Γιατί ο δημόσιος χώρος δεν είναι απλώς πέρασμα για ντελίβερι και ηλεκτρικά πατίνια αλλά καθρέφτης του επιπέδου μας.
Το πιο θλιβερό δεν είναι καν η πράξη. Είναι η προβλεψιμότητά της. Στην Αθήνα έχεις σχεδόν την αίσθηση ότι κάθε νέο έργο τέχνης συνοδεύεται από ένα άτυπο στοίχημα: πόσες μέρες θα επιβιώσει; Η πόλη λειτουργεί σαν να έχει εσωτερικεύσει τη φθορά ως φυσική κατάσταση. Αν κάτι μείνει καθαρό, άθικτο ή κομψό για πολύ καιρό, μοιάζει σχεδόν αφύσικο. Κάποιος θα βρεθεί να το «διορθώσει». Γιατί στην Αθήνα μπορείς να αφήσεις άγαλμα του Καβάφη στον δρόμο, αλλά όχι την ψευδαίσθηση ότι θα το σεβαστούν. Όπως είπε και ένας φίλος μου με πικρο χιούμορ: Ίσως τελικά το πιο “διαδραστικό” στοιχείο του έργου να μην ήταν ο διάλογος με τους περαστικούς, αλλά η ταχύτητα με την οποία κάποιοι απέδειξαν πόσο ξένοι είναι προς ό,τι συμβολίζει.
Και βέβαια, μετά εμφανίζεται η γνώριμη χορωδία των απολογητών της παρακμής. «Εδώ ο κόσμος πεινάει, σας πείραξε το άγαλμα;» Ναι, φυσικά μας πείραξε. Είναι η πείνα για αισθητική που θρέφει την ψυχή και τον πνεύμα. Ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια που ενεργοποιείται μόνο όταν λυθούν όλα τα υπόλοιπα προβλήματα. Αντιθέτως, η σχέση μιας κοινωνίας με την τέχνη και τη μνήμη της είναι ακριβώς αυτό που αποκαλύπτει αν έχει μέλλον ή αν απλώς επιβιώνει βιολογικά.
Ο Δήμος Αθηναίων προχώρησε άμεσα στην αποκατάσταση του γλυπτού, σε συνεργασία με τον γλύπτη και το τμήμα πολιτιστικής κληρονομιάς. Κι αυτό, όσο κι αν ακούγεται μικρό, έχει σημασία. Είναι μια άρνηση να παραδοθούμε στην ιδέα ότι η ασχήμια είναι αναπόφευκτη. Ότι κάθε τι αξιοπρεπές πρέπει τελικά να υποκύπτει στον τραμπουκισμό της κακογουστιάς.
Περπάτησα ξανά από εκεί μετά τον βανδαλισμό. Τουρίστες φωτογράφιζαν την Ακρόπολη, δρομείς περνούσαν αδιάφοροι, κάποιο παιδί έτρωγε παγωτό πάνω σε πατίνι. Και ο Καβάφης ήταν πάλι στη θέση του, με φτιαγμένα τα γυαλιά του από το Σάββατο, σχεδόν ειρωνικός μέσα στην ηρεμία του. Σκέφτηκα ότι αυτό είναι ίσως το μόνο πραγματικά παρήγορο: πως η χυδαιότητα είναι πάντα πιο θορυβώδης αλλά ποτέ πραγματικά ανώτερη. Οι βάνδαλοι αφήνουν πίσω τους σπασμένα γυαλιά. Ο Καβάφης άφησε πίσω του ποίηση. Και, δυστυχώς για εκείνους, η ποίηση έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
