ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Η πλαστική καρέκλα ενώνει τον κόσμο περισσότερο από το ίντερνετ

Η πλαστική καρέκλα ενώνει τον κόσμο περισσότερο από το ίντερνετ 1

Υπάρχει η πολυθρόνα Eames, ο μίνι καναπές Barcelona, το ανάκλιντρο του Le Corbusier, άλλα αντικείμενα υψηλού ντιζάιν, τα οποία εάν τα δεις σε ένα σπίτι καταλαβαίνεις ότι μαρτυρούν μια ιστορία. Και μετά υπάρχει η λευκή, πλαστική καρέκλα. Δε θέλει να πει τίποτα. Απλά να υπάρχει.

ΑΠΟ ΕΦΗ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Στο Super Bowl του 2026, ο Ρίκι Μάρτιν έκανε ένα πέρασμα κατά τη διάρκεια της παράστασης του Bad Bunny στο ημίχρονο, τραγουδώντας μπροστά από δύο λευκές καρέκλες κήπου. Οι ίδιες που υπάρχουν και στο εξώφυλλο του τελευταίου άλμπουμ, Debí Tirar Más Fotos, του 32χρονου Πορτορικανού σταρ. Με πάνω από 140 εκατομμύρια θεατές, η «τοποθέτηση προϊόντος» είχε ξεκάθαρα τη δυνατότητα να κάνει τις καρέκλες σούπερ διάσημες -μόνο, που η αλήθεια είναι ότι τα δύο πλαστικά καθίσματα ήταν ήδη εξίσου κοσμοξακουστά με τις δύο διασημότητες επί σκηνής.

Ακόμα κι αν κάποιος δεν έχει ακούσει ποτέ τον όρο «καρέκλα μονομπλόκ», είναι πολύ πιθανό να έχει δει, να έχει καθίσει ή να έχει αποκτήσει μια τέτοια χωρίς καν να θυμάται πώς. Ο Bad Bunny τις επέλεξε επειδή προφανώς είναι η συνηθισμένη εικόνα στην πατρίδα του, το Πουέρτο Ρίκο. Το εξώφυλλο του άλμπουμ DtMF με τις δύο λευκές καρέκλες πάνω στο γρασίδι, στην άκρη ενός μπανανοδάσους, σε συνδυασμό με τη μετάφραση του τίτλου του άλμπουμ -«έπρεπε να είχα τραβήξει περισσότερες φωτογραφίες», δημιουργεί μια γλυκιά, οικεία και νοσταλγική εικόνα της ζωής στους τροπικούς, θυμίζει τις στιγμές που περνάς με τους ανθρώπους που αγαπάς.

Οι «μονομπλόκ», ωστόσο, αποτελούν καναδική εφεύρεση, η οποία, μετά από αρκετές ανατροπές της τύχης, εξελίχθηκε σε διεθνές φαινόμενο. Το γερμανικό Μουσείο Σχεδιασμού Vitra, το οποίο φιλοξενεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες συλλογές επίπλων στον κόσμο, χαρακτηρίζει την πλαστική καρέκλα ως το «πιο διαδεδομένο έπιπλο στον κόσμο».

Είναι αδύνατο να υπολογιστεί ο αριθμός των «μονομπλόκ» που έχουν πωληθεί παγκοσμίως, αλλά ορισμένες εκτιμήσεις υποδεικνύουν ότι υπάρχουν περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο μόνο στην Ευρώπη.

Η λέξη «μονομπλόκ» αναφέρεται στον τρόπο κατασκευής των καρεκλών, οι οποίες διαμορφώνονται από ένα ενιαίο, συνεχές κομμάτι πλαστικού. Για τους ειδικούς, η δημοτικότητά τους βασίζεται στην ευκολία χρήσης και στην τιμή τους.

Είναι αυτή η πανταχού παρουσία που έχει εδραιώσει την καρέκλα «μονομπλόκ» στη συνείδησή μας. Όλοι γνωρίζουμε την αίσθηση του πλαστικού, τον τρόπο που κολλάει πάνω μας στη ζέστη του καλοκαιριού, τον τρόπο που λυγίζει όταν καθόμαστε λάθος και τον πόνο που χαρίζει στον αυχένα μας αφού αποκοιμηθήκαμε στην αγκαλιά της.

«Η απουσία αρμών είναι αρκετά ελκυστική» λέει στην καναδική εφημερίδα The Globe and Mail ο Τζέφρι Θόρστινσον, ιστορικός αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο της Μανιτόμπα.

«Δεν έχουν βίδες που πρέπει να σφίγγονται. Καθαρίζονται εύκολα και δεν χρειάζονται βαφή ούτε προκαλούν σκλήθρες, όπως οι ξύλινες καρέκλες. Και αν σπάσει μία, μπορείς να αγοράσεις καινούργια για 15 ή 20 δολάρια».

Αυτά τα χαρακτηριστικά πιθανότατα δεν απασχολούσαν τους αρχικούς εφευρέτες, δύο νεαρούς αρχιτέκτονες από τις Μεγάλες Πεδιάδες του Καναδά, τον D.C. Simpson και τον A.J. Donahue. Στα μέσα της δεκαετίας του 1940, προσλήφθηκαν από το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας της χώρας τους. Η αποστολή τους ήταν να αξιοποιήσουν τεχνολογίες της πολεμικής περιόδου για τη δημιουργία νέων οικιακών ειδών.

Μέχρι το 1946, είχαν κατασκευάσει την πρώτη πλαστική καρέκλα στον κόσμο, χρησιμοποιώντας εποξική ρητίνη, ένα υλικό που είχε αναπτυχθεί για να κάνει τα αεροπλάνα ελαφρύτερα. Ως φινίρισμα, χρησιμοποίησαν το ίδιο λευκό χρώμα με το οποίο ήταν βαμμένα τα βομβαρδιστικά αεροσκάφη de Havilland Mosquito.

Η καρέκλα, η οποία συνοδευόταν από ένα ταιριαστό βοηθητικό τραπεζάκι, εκτέθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη του Καναδά στην Οτάβα, στο πλαίσιο μιας έκθεσης με τίτλο «Design in Industry».

Δυστυχώς, το αντικείμενο ήταν υπερβολικά πρωτοποριακό. «Εκτός από τα χυτά ραδιόφωνα και μερικά τραπέζια, τα πλαστικά δεν ήταν συνηθισμένα στα σπίτια» εξηγεί ο Θόρστινσον. «Ένα άρθρο στο περιοδικό Canadian Homes and Gardens σχετικά με την καρέκλα προειδοποιούσε τον κόσμο για το πλαστικό, αναφέροντας ότι μπορεί να λιώσει».

Οι Simpson και Donahue υπέβαλαν αίτηση για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, αλλά αυτή απορρίφθηκε για άγνωστους λόγους.

Υπάρχει μια διάσημη θεωρία του Γάλλου κοινωνιολόγου Jean Baudrillard ότι τα αντικείμενα δεν εξυπηρετούν μόνο ανάγκες, αλλά λειτουργούν και ως σύμβολα κοινωνικής ταυτότητας.

Την επόμενη δεκαετία, σχεδιαστές από όλη την Ευρώπη εξερεύνησαν περαιτέρω και ανέπτυξαν τη χρήση αυτού του υλικού, το οποίο σύντομα αποδείχθηκε ότι είχε πολύ σύντομο χρόνο παραγωγής.

Το 1972, ένας Γάλλος μηχανικός ονόματι Henry Massonet παρουσίασε την Fauteuil 300 -την πλαστική καρέκλα που σήμερα γνωρίζουμε. Το κρίσιμο είναι ότι ο Massonet δεν κατοχύρωσε ούτε αυτός με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το σχέδιο της Fauteuil 300, επιτρέποντας έτσι την εξάπλωσή της σε όλο τον κόσμο και την άφιξή της στην Ινδία με τη μορφή των καρεκλών Nilkamal.

«Πραγματικά αναρωτιέμαι αν είναι ο ανοιχτός χαρακτήρας του σχεδίου που του επέτρεψε να διαδοθεί» προσθέτει στο ίδιο άρθρο της εφημερίδας The Globe and Mail ο Κιθ Ντόιλ, καθηγητής βιομηχανικού σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Τέχνης και Σχεδιασμού του Βανκούβερ και συνεχίζει:

«Τη δεκαετία του 1980, όταν οι τιμές των πλαστικών έπεσαν, μετά από μια πετρελαϊκή κρίση, η μονομπλόκ άρχισε πραγματικά να κερδίζει έδαφος».

Παρά τη δημοτικότητά τους, οι «μονομπλόκ» είναι επίσης εξαιρετικά «κυνηγημένες». Η Βασιλεία της Ελβετίας τις απαγόρευσε στους δημόσιους χώρους μεταξύ 2008 και 2017, λόγω ανησυχιών ότι θα αλλοίωναν τη γοητεία της πόλης.

Υπάρχουν επίσης πολυάριθμες περιβαλλοντικές ανησυχίες, μιας και χωρίς δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ο καθένας μπορεί να κατασκευάσει τις καρέκλες από πολύ φθηνό πολυπροπυλένιο, το οποίο αποσυντίθεται υπό την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας, τα πόδια σπάνε εύκολα και τελικά καταλήγουν σε χώρους υγειονομικής ταφής.

Ως οπτικό σύμβολο, η καρέκλα «μονομπλόκ» ενέχει πολλές αντιφάσεις. Από πολλές απόψεις, αποτελεί την επιτομή της κρίσης της μαζικής παραγωγής: αντικείμενα που κατασκευάζονται σε πέντε λεπτά από φθηνά υλικά και πετιούνται εξίσου γρήγορα.

Στην Ελλάδα μπορείς να δεις, φυσικά, την καρέκλα «μονομπλόκ» παντού: πίσω από πάγκους με πατάτες στη λαϊκή, σε αίθουσες αναμονής, στο κατάστρωμα του καραβιού, στη βεράντα του εξοχικού, σε γάμους, σε κηδείες, σε πάρτι, στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη στις γωνίες αιθουσών εκδηλώσεων, στα πανηγύρια, στους κήπους και τις αυλές, σε προεκλογικές συγκεντρώσεις, στα καφενεία, στα γήπεδα των τοπικών ομάδων, στα κυριακάτικα τραπέζια, στα σχολικά φεστιβάλ, έξω από συνεργεία αυτοκινήτων, σε backstage συναυλίας, σε δημοτικές υπηρεσίες, σε παραλίες που δεν έχουν αποφασίσει αν είναι οργανωμένες ή όχι και δίπλα σε ψησταριές όπου κάποιος φωνάζει «τα λουκάνικα θέλουν γύρισμα».

Είναι αυτή η πανταχού παρουσία που έχει εδραιώσει την καρέκλα «μονομπλόκ» στη συνείδησή μας. Όλοι γνωρίζουμε την αίσθηση του πλαστικού, τον τρόπο που κολλάει πάνω μας στη ζέστη του καλοκαιριού, τον τρόπο που λυγίζει όταν καθόμαστε λάθος και τον πόνο που χαρίζει στον αυχένα μας αφού αποκοιμηθήκαμε στην αγκαλιά της.

Η πλαστική καρέκλα σαμποτάρει όλο αυτό το οικοδόμημα. Δεν εκπέμπει κανένα status. Παράγει μηδενικό συμβολικό κεφάλαιο. Δεν κάνει τον ιδιοκτήτη της να φαίνεται πιο επιτυχημένος, πιο καλλιεργημένος ή πιο μυστηριώδης.

Υπάρχει μια διάσημη θεωρία του Γάλλου κοινωνιολόγου Jean Baudrillard ότι τα αντικείμενα δεν εξυπηρετούν μόνο ανάγκες, αλλά λειτουργούν και ως σύμβολα κοινωνικής ταυτότητας. Δεν αγοράζεις απλώς ένα ρολόι. Αγοράζεις μια αφήγηση για το ποιος είσαι. Δεν επιλέγεις έναν καναπέ. Επιλέγεις το είδος ανθρώπου που θέλεις να πιστεύουν οι άλλοι ότι είσαι όταν τον βλέπουν στο σπίτι σου.

Η πλαστική καρέκλα σαμποτάρει όλο αυτό το οικοδόμημα. Δεν εκπέμπει κανένα status. Παράγει μηδενικό συμβολικό κεφάλαιο. Δεν κάνει τον ιδιοκτήτη της να φαίνεται πιο επιτυχημένος, πιο καλλιεργημένος ή πιο μυστηριώδης.

Το μόνο που προσφέρει είναι μια θέση για κάθισμα. Και αυτή η σχεδόν προκλητική απλότητα την καθιστά, κατά κάποιον τρόπο, επαναστατική.

Στην ποπ κουλτούρα λατρεύουμε τα αντικείμενα που αποκτούν σημειολογική αξία: το φωτόσπαθο του Λουκ Σκαϊγουόκερ, τα κόκκινα παπούτσια της Ντόροθι, την κίτρινη φόρμα της Ούμα Θέρμαν στο Kill Bill, το ποδήλατο του E.T., το λευκό κοστούμι του Τζον Τραβόλτα στο Saturday Night Fever -και τώρα, πλέον, τις λευκές, πλαστικές καρέκλες του Bad Bunny.

Επιμύθιο: Όταν οργανώνεις τραπέζι για δεκατέσσερα άτομα, δεν τηλεφωνείς στον Δανό σχεδιαστή. Ψάχνεις ποιος έχει άλλες έξι πλαστικές καρέκλες να σου δανείσει. Εκεί αποκαθίσταται η τάξη του κόσμου.


Dating το 2026: Apps, φλογίτσες, μύθοι και πρώτα ραντεβού

Σε αυτό το επεισόδιο μιλάμε για dating apps, social media, φλερτ, πρώτα ραντεβού, φιλιά στα πρώτα ραντεβού αλλά και για τους άγραφους κανόνες που συχνά κάνουν τις γνωριμίες πιο περίπλοκες απ’ όσο χρειάζεται.


READ MORE

Cookies