Κάπου στα μέσα των ’90s, τα Ημισκούμπρια δεν ήταν απλώς ένα συγκρότημα που άκουγες. Ήταν κάτι που συνέβαινε γύρω σου. Ήταν οι βόλτες, οι παρέες, τα καλοκαίρια, τα πάρτι, οι στιγμές που η μουσική δεν έμπαινε απλώς σαν ήχος στο σπίτι, αλλά γινόταν κομμάτι της ηλικίας σου.
Έβαζες το τραγούδι και ξαφνικά όλα έμοιαζαν λίγο πιο ανάλαφρα. Χόρευες, γελούσες, έλεγες τις ατάκες απ’ έξω και δεν καταλάβαινες πάντα ότι πίσω από το χιούμορ, υπήρχαν πράγματα που κάποτε θα μάθαινες να ονομάζεις.
Τα Ημισκούμπρια είχαν αυτή τη σπάνια ικανότητα: να σε κάνουν να θέλεις να χορέψεις, αλλά ταυτόχρονα να σου αφήνουν μια σκέψη να γυρίζει στο μυαλό.
Τότε δεν αποκωδικοποιούσα όλα όσα έλεγαν. Άκουγα τα τραγούδια, γελούσα με τις ατάκες, τραγουδούσα με την παρέα, έβαζα μουσική στις κοπάνες, στις εκδρομές, στα καλοκαίρια που νόμιζα ότι δεν θα τελείωναν ποτέ.
Και μετά, χρόνια αργότερα, άρχισα να ακούω τα ίδια τραγούδια με άλλα αυτιά. Όχι γιατί άλλαξαν εκείνα, αλλά γιατί είχα αλλάξει εγώ. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι πίσω από το χιούμορ, υπήρχαν πράγματα πολύ πιο βαθιά.
Όπως, για παράδειγμα, ο «κύρης του σπιτιού».
Τότε η λέξη αυτή ήταν σχεδόν μια καθημερινή πραγματικότητα. Ο «κύρης του σπιτιού» δεν ήταν μια έννοια που χρειαζόταν ανάλυση. Ήταν κάτι που υπήρχε γύρω μας, σε πολλές οικογένειες, σε πολλά σπίτια, σαν ένας ρόλος σχεδόν δεδομένος.
Τα Ημίζ ήξεραν να σατιρίζουν τον «κύρη», την επίδειξη δύναμης, την ψεύτικη αρρενωπότητα, τις μικρές και μεγάλες ελληνικές μας εμμονές. Και αυτό είναι ίσως το μυστικό της αντοχής τους.
Δεν είχαμε όλοι τότε τις λέξεις για να μιλήσουμε για την πατριαρχία, την εξουσία, τις συμπεριφορές που σήμερα αναγνωρίζουμε πιο καθαρά. Και όμως, τα Ημισκούμπρια το έκαναν. Δεν μας έκαναν μάθημα. Δεν μας κουνούσαν το δάχτυλο. Το έκαναν με αυτό που ήξεραν καλύτερα: τη σάτιρα.
«Έτσι μωρή σ' ανέθρεψα και μού 'γινες του δρόμου/ Δε θέλω εγώ τέτοιες πομπές στο σπίτι το δικό μου/ Τσακίσου στο δωμάτιο εκεί μέσα σε θέλω/ Και αύριο καλόγρια μαζί με το Μετζέλο Πού 'ναι το παλληκάρι μου άργησε κι αυτός/ Αλλά με καμιά γκόμεν@ θα είναι αραχτός/ Έτσι οι εμπειρίες να μην είναι του κουτιού/ Γιατί αυτός θα γίνει ο κύρης του σπιτιού».
Γελούσες και μετά, κάποια στιγμή, συνειδητοποιούσες ότι μέσα σε ένα τέτοιο αστείο στίχο, υπήρχε μια ολόκληρη παρατήρηση για τον τρόπο που μεγαλώσαμε, για τα πρότυπα που κληρονομήσαμε, για όλα αυτά που θεωρούσαμε φυσιολογικά επειδή απλώς τα βλέπαμε γύρω μας.
Ήξεραν να σατιρίζουν τον «κύρη», την επίδειξη δύναμης, την ψεύτικη αρρενωπότητα, τις μικρές και μεγάλες ελληνικές μας εμμονές. Και αυτό είναι ίσως το μυστικό της αντοχής τους.
Ότι δεν έμειναν στην εποχή τους. Ήταν μπροστά από αυτή.
Μάλλον γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι εκείνη η σχολική μπάντα από την Καλλιθέα κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ με τίτλο «Τριάντα χρόνια επιτυχίες». Μια φράση που τότε έμοιαζε με αστείο, αλλά σήμερα μοιάζει σχεδόν προφητική.
Τα βίντεο από τη συναυλία που γέμισαν τα social, δεν έδειχναν απλώς ανθρώπους που ξέρουν να ραπάρουν πάνω στη σκηνή. Έδειχναν ανθρώπους να ξαναβρίσκουν μια παλιά εκδοχή του εαυτού τους.
Γιατί τα Ημισκούμπρια επέστρεψαν όχι ως μπάντα. Ως μια εποχή.
Τα βίντεο από τη συναυλία που γέμισαν τα social, δεν έδειχναν απλώς ανθρώπους που ξέρουν να ραπάρουν πάνω στη σκηνή. Έδειχναν ανθρώπους να ξαναβρίσκουν μια παλιά εκδοχή του εαυτού τους. Και μαζί με τον Πρύτανη, το Μετζέλο και τον Μιθριδάτη, και εμείς τη δική μας εκδοχή.
Ίσως γι’ αυτό με συγκινεί τόσο η εικόνα των 20.000 ανθρώπων στη συναυλία τους. Είναι όλοι εκείνοι οι μιλένιαλ που κάποτε χόρευαν ξέγνοιαστα, που μεγάλωσαν, άλλαξαν, έγιναν άνθρωποι με υποχρεώσεις και άγχη, αλλά κάπου μέσα τους κράτησαν εκείνο το κομμάτι που γελούσε πιο εύκολα. Και τραγουδούσε πιο εύκολα.
Γι’ αυτό και η συναυλία ήταν ένα απέραντο sing along.
Σκέφτομαι πως δεν ήταν μόνο νοσταλγία αυτό που έζησε τόσος κόσμος. Ήταν και μια υπόγεια παρατήρηση ότι κάποτε μπορούσες να κάνεις κοινωνικό σχόλιο χωρίς να χάσεις τη χαρά. Να μιλήσεις για δύσκολα πράγματα χωρίς να χάσεις το χιούμορ σου. Να σατιρίσεις τον κόσμο χωρίς να πάψεις να τον αγαπάς. Κόντρα στο hate, τη μιζέρια και το σκοταδισμό του σήμερα.
Κάπως έτσι, τριάντα χρόνια μετά, βρίσκομαι να περιμένω κι εγώ τη δεύτερη συναυλία τους, αυτή την Παρασκευή 3 Ιουλίου, στην Πλατεία Νερού, επειδή δεν πρόλαβα την πρώτη.
Πάντως 30 χρόνια μετά, το κοινό δεν πήγε να δει το παρελθόν. Πήγε να αποδείξει ότι κάποια πράγματα δεν παλιώνουν. Απλώς αποκτούν άλλη σημασία.
Όχι μόνο για να τραγουδήσω τραγούδια που θυμάμαι. Αλλά για να ξανασυναντήσω λίγο εκείνο το κορίτσι που χόρευε, γελούσε, έκανε όνειρα, έβαζε κασέτες πατώντας το play με τη βοήθεια ενός μολυβιού γιατί είχε χαλάσει το κασετόφωνο και που δεν ήξερε ακόμα πόσα πράγματα θα χρειαστεί να μάθει.
Η ιστορία των Ημίζ έχει χιούμορ. Και μάλιστα πολύ καλό. Γιατί ξαφνικά τα Ημισκούμπρια έγιναν «κλασικά», κάτι που πιθανότατα θα τους έκανε να γελάσουν πρώτοι, αν τους λέγαμε ότι είναι η συλλογική pop πολιτιστική μνήμη των μιλένιαλ ή ότι είναι διαγενεαλογικοί κυρίως γιατί τα παιδιά μας δεν κριντζάρουν όταν τους ακούν... Μπορεί όμως και να συγκινούνταν. Ίσως και να το έκαναν ήδη.
Πάντως 30 χρόνια μετά, το κοινό δεν πήγε να δει το παρελθόν. Πήγε να αποδείξει ότι κάποια πράγματα δεν παλιώνουν. Απλώς αποκτούν άλλη σημασία.
Και κάπου μέσα στο πλήθος, με μια μπύρα στο χέρι και μια αίσθηση ότι για λίγες ώρες κανείς δεν βιαζόταν να μεγαλώσει, ήταν δύσκολο να μη σκεφτείς: ίσως τελικά η νοσταλγία δεν είναι επιστροφή πίσω. Είναι ένας τρόπος να συνεχίζεις μπροστά μαθαίνοντας από τα Ημισκούμπρια ότι η ζωή θέλει λίγο αυτοσαρκασμό. Αλλιώς δεν βγαίνει.
Αν λοιπόν 20.000 άνθρωποι μπορούν να τραγουδούν μαζί μετά από τριάντα χρόνια, ίσως κάτι έκαναν σωστά. Γιατί μπορεί να μεγαλώσαμε, αλλά ευτυχώς κάποια πράγματα αρνήθηκαν πεισματικά να σοβαρευτούν. Μαζί με τα καλοκαίρια μας που περιμένουν ένα τραγούδι για να ξαναρχίσουν. Και μιας που είναι καλοκαίρι… ας πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία. Μαζί με τη θεία τη Λία. (Αχ πόσο θα ήθελα να τη γνωρίσω).
