Η ανάρτηση του Γρηγόρη Αρναούτογλου για τον θάνατο της μητέρας του δεν είναι απλώς μια δημόσια στιγμή πένθους. Είναι μια κατάθεση ψυχής. Ένα γράμμα που γράφτηκε με τρεμάμενα χέρια, με λέξεις που δεν μπήκαν σε σειρά για να συγκινήσουν, αλλά γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος να χωρέσει ο πόνος. Γιατί όταν φεύγει η μάνα, ο κόσμος σπάει στα δύο. Και ό,τι κι αν είσαι —παρουσιαστής, καλλιτέχνης, δημόσιο πρόσωπο— επιστρέφεις στην πιο ευάλωτη ταυτότητά σου: γίνεσαι απλώς παιδί.
Ο αποχαιρετισμός του δεν έχει φίλτρα, δεν έχει ρόλους, δεν έχει άμυνες. Είναι ένας διάλογος ανάμεσα σε έναν γιο και τη μάνα του, την ώρα που ο χρόνος τελειώνει. Γράφει:
«Μαμά αυτό ήταν… τέλειωσε, πήγαινε να ξεκουραστείς, ταλαιπωρήθηκες πολύ, δεν μπορούσαμε πια να κάνουμε τίποτα άλλο… Σε ευχαριστώ για όλα… ευτυχώς προλάβαμε και τα είπαμε …βέβαια θα θέλαμε άλλη μια ζωή να μιλάμε αλλά την άλλη φορά που θα ανταμώσουμε θα συνεχίσουμε τις συζητήσεις μας, στο υπόσχομαι… Εύχομαι να κατάφερα να σου δώσω λίγη χαρά σαν γιος, και συγχώρα με για όσα δεν κατάφερα…
Καλή αντάμωση και όταν ξαναβρεθούμε θέλω να τρέξεις από μακριά και να μου κάνεις αυτή την μοναδική σου αγκαλιά, που έπαιρνε όλα τα προβλήματα και εκείνο το χάδι στο μέτωπο που με το που με ακουμπούσες “έπεφτα” σε όνειρα… όμορφα όνειρα… Αντίο Μαμά καλό ταξίδι…Σε ευχαριστώ για όλα!!!».
Η απώλεια της μάνας δεν είναι ένας συνηθισμένος θάνατος. Είναι η απώλεια της ρίζας. Του πρώτου καταφυγίου. Του μοναδικού ανθρώπου που σε αγάπησε πριν καν σε γνωρίσει.
Σε αυτές τις λέξεις υπάρχει όλη η ουσία της μητρικής σχέσης: η φροντίδα, η ενοχή του παιδιού που πάντα νιώθει ότι δεν έκανε αρκετά, η ευγνωμοσύνη που έρχεται καθυστερημένα αλλά αληθινά. Και κυρίως, η αγκαλιά. Η αγκαλιά που «έπαιρνε όλα τα προβλήματα». Όχι που τα εξαφάνιζε. Τα έπαιρνε πάνω της. Τα σήκωνε. Αυτή είναι η μάνα. Ένας άνθρωπος που κουβαλά βάρη που δεν του ανήκουν, απλώς και μόνο για να ανακουφίσει το παιδί της.
Η απώλεια της μάνας δεν είναι ένας συνηθισμένος θάνατος. Είναι η απώλεια της ρίζας. Του πρώτου καταφυγίου. Του μοναδικού ανθρώπου που σε αγάπησε πριν καν σε γνωρίσει. Όσο ζει η μάνα, υπάρχει πάντα ένα «εκεί». Ένα σπίτι, ένα τηλέφωνο, μια φωνή που θα απαντήσει. Όταν φεύγει, ο κόσμος γίνεται πιο ψυχρός, πιο απότομος, πιο μόνος.

Και τότε καταλαβαίνεις πως η μάνα δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος στη ζωή σου. Ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε τον κόσμο όρθιο χωρίς να το ξέρεις. Που σου έδινε το δικαίωμα να πέφτεις, γιατί ήξερες ότι θα σε σηκώσει. Και όταν φύγει, δεν πενθείς μόνο εκείνη. Πενθείς και το κομμάτι του εαυτού σου που έπαψε να υπάρχει μαζί της.
Όμως η σκέψη δεν μπορεί να μείνει μόνο στο προσωπικό. Γιατί την ίδια στιγμή που ένας γιος είχε την τύχη να αποχαιρετήσει τη μάνα του, να της μιλήσει, να την αγκαλιάσει, υπάρχουν κι άλλες μάνες. Μάνες που έφυγαν χωρίς αντίο. Μάνες όπως εκείνες στη ΒΙΟΛΑΝΤΑ. Γυναίκες που πήγαν στη δουλειά τους για να ζήσουν τα παιδιά τους και δεν γύρισαν ποτέ. Μάνες που τα παιδιά τους δεν πρόλαβαν να τους πουν «σε ευχαριστώ», «συγγνώμη», «σ’ αγαπώ».
Κι εκεί ο πόνος γίνεται συλλογικός. Γιατί η απώλεια της μάνας δεν είναι μόνο ιδιωτική υπόθεση. Είναι κοινωνική πληγή. Είναι ένα τραύμα που κουβαλούν παιδιά που θα μεγαλώσουν χωρίς εκείνη την αγκαλιά που «παίρνει όλα τα προβλήματα». Χωρίς το χάδι στο μέτωπο που σε ρίχνει σε όμορφα όνειρα. Χωρίς τη φωνή που λέει «μη φοβάσαι».
Η ανάρτηση του Γρηγόρη Αρναούτογλου μάς συγκινεί όχι γιατί είναι γνωστός, αλλά γιατί είναι αληθινός. Γιατί μας θυμίζει πόσο εύθραυστη είναι η ζωή και πόσο ανεκτίμητη η μάνα. Μας θυμίζει ότι όσο την έχουμε, πρέπει να μιλάμε. Να λέμε. Να αγκαλιάζουμε. Γιατί δεν είναι όλοι τόσο τυχεροί να προλάβουν.
Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο μάθημα: ότι η μάνα δεν φεύγει ποτέ ολοκληρωτικά. Ζει στις λέξεις μας, στις μνήμες μας, στα όνειρα που μας νανουρίζουν ακόμα. Και σε κάθε παιδί που ψάχνει, ακόμα και μέσα στο σκοτάδι, εκείνη τη μία αγκαλιά που έκανε τον κόσμο υποφερτό.
