«Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω…» θα ήταν ο παραπάνω τίτλος αν επρόκειτο για θεατρικό μονόλογο. Πηγαίνω πίσω, 21 χρόνια πριν, σε ένα ευρωπαϊκό lounge αεροπορικής εταιρείας περιμένοντας με το σύζυγό μου να επιστρέψουμε στην Ελλάδα από μια μαγευτική βραδιά βράβευσης Όσκαρ και το καθιερωμένο πάρτι του «Vanity Fair» στο Λος Άντζελες.
Στη γωνία των καφέδων, ο Αντώνης, ως γνήσιος gentleman, παραχώρησε τη θέση του σε μια κυρία που περίμενε στην ουρά. «Τουλάχιστον, αυτή την αναγνώρισες και της έδωσες τη θέση σου», του είπα. «Ποια να αναγνωρίσω πάλι;», με ρώτησε, με τα πράσινα μάτια του γεμάτα παιδική έκπληξη. «Τη Σάρα Φέργκιουσον, Αντώνη μου!», του είπα σκασμένη, γιατί τα προηγούμενα 24ωρα στη Μέκκα του κινηματογράφου, στο κόκκινο χαλί, ακόμα και στο πάρτι του «Vanity Fair», με ρωτούσε ανά δευτερόλεπτο ποιος ήταν ποιος – σαν να ήμαστε σε γλέντι βλάχικου γάμου και δεν ξέραμε κανέναν από το σόι! «Μα, δεν είναι δυνατόν να μην αναγνωρίζεις κανέναν σταρ!», του είπα γεμάτη ανεξέλεγκτη χαρά αφού πέρασα κυριολεκτικά μια νύχτα με τους μεγαλύτερους αστέρες του κόσμου σε ένα privé πάρτι σε μια μικρή αίθουσα. Πόσες φορές μπορείς να το ζήσεις αυτό ως κοινή θνητή; Κι όμως, αδυνατούσε να τους φέρει στα μέτρα του «face to face» επειδή είχε κολλήσει με την εικόνα τους από τη μεγάλη οθόνη. Κι έτσι, εγώ του έλεγα σταρ, ταινία, περίληψη, όλα σε ένα, μέχρι που βρήκε ένα γνωστό μας διευθυντή από τη ρωσική «Vogue» και ηρέμησε λίγο το κεφάλι μου από τις ερωτήσεις.

«Τα περιοδικά γίνονται όλο και πιο προσωποκεντρικά. Ποιος νοιάζεται πια για την ακμή στα 40 ή για το πόσα είδη δίαιτας υπάρχουν; Τα έχουμε γράψει εκατομμύρια φορές. Τώρα είναι η σειρά των σταρ, πρέπει να βγάλουμε το κατάλληλο περιοδικό!», του είπα στην επιστροφή από το ταξίδι μας. «Και μετά τη “Vogue”, ένα είναι πρώτο στον κόσμο», του δήλωσα αφότου βάλαμε κάτω τίτλους και τους απαριθμούσαμε. «Το HELLO! είναι το Νο 1 celebrity περιοδικό γιατί περιλαμβάνει και τους celebrities των καιρών μας, που είναι οι απανταχού βασιλικές οικογένειες, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την πολιτική πλέον καθώς αντιπροσωπεύουν μόνο –και όπου υπάρχουν– ένα γνωστό άγνωστο στον κόσμο “Libro d’Oro” της εποχής μας».
Αφού ολοκληρώθηκε η σκέψη μου, έλαμψαν τα ματάκια μου και γεννηθήτω φως! Δεν τον άφησα σε ησυχία σε εκείνο το ταξίδι ώσπου αγανάκτησε ο άνθρωπος και μου είπε: «Βρες άκρη και κάνε ένα business plan για να πάμε στην Ισπανία, στη μητρική εταιρεία όπου εδρεύει το ¡HOLA!, ένα περιοδικό με ιστορία ογδόντα και χρόνων, να το πάρουμε και να το φέρουμε στη χώρα μας». Τότε που τα περιοδικά είχαν την πρωτοκαθεδρία και η ζωή μας ήταν σε άρωμα και συσκευασία ροζ τσιχλόφουσκας… Βρήκαμε άκρη και πήγαμε και το πήραμε αφού απείλησα ότι θα φαρμακωθώ αν δεν το φέρω εγώ στην Ελλάδα. Με τη λύσσα που με είχε καταλάβει, έλεγα μπροστά στον εμβρόντητο Αντώνη «που το διαβάζω ανελλιπώς και έτρεχα από παιδί να το αγοράσω στην Πλατεία Συντάγματος με το περίσσευμα του πενιχρού μου χαρτζιλικιού, ποιος θα το βγάλει άλλος;» και άλλα τέτοια σπαραξικάρδια, αφού πέρασα ένα μήνα αναμονής, τηλεφωνημάτων, διασυνδέσεων, συσκέψεων και υπομνημάτων.



