Το διαμέρισμα είναι ήσυχο με εκείνη τη σχεδόν τεχνητή ησυχία των μεσημεριών που οι πολυκατοικίες προσποιούνται ότι είναι πολιτισμένες. Στο τραπέζι έχει μείνει μισοτελειωμένος καφές, ένα κινητό ανάποδα, ένα μήνυμα που δεν διαβάστηκε ποτέ μέχρι τέλους. Στην κουζίνα στάζει μια βρύση με τη μεθοδικότητα ενός ρολογιού που δεν βιάζεται. Και κάπου ανάμεσα σε αυτά τα απολύτως καθημερινά, υπάρχει πάντα εκείνη η ανεπαίσθητη μετατόπιση της κανονικότητας πριν από το μη αναστρέψιμο.
Δεν είναι σκηνή ταινίας. Δεν υπάρχει μουσική, ούτε κοντινό πλάνο στο βλέμμα. Υπάρχει μόνο ένα πατριαρχικό κομμάτι της ελληνικής πραγματικότητας και ένα ακόμη σπίτι που, λίγο αργότερα, θα γίνει “είδηση”.
Και μετά η είδηση έρχεται. Σαν να ήταν πάντα εκεί, έτοιμη, προγραμματισμένη, σχεδόν γραφειοκρατική: άλλη μία γυναικοκτονία. Στην Καλαμάτα αυτή τη φορά. Και μαζί της, η γνωστή τελετουργία των ανθρώπων μιας χώρας που ξέρει να σοκάρεται με ακρίβεια 24 ωρών.
Οι γυναίκες αρχίζουν να χάνονται όχι μόνο από τη ζωή, αλλά και από τη μνήμη. Γιατί δεν θυμόμαστε πια ονόματα. Θυμόμαστε αριθμούς. Θυμόμαστε τοποθεσίες. Θυμόμαστε ένα “ακόμη περιστατικό”.
Αν τα προηγούμενα χρόνια μάς έμαθαν κάτι, είναι ότι η αριθμητική μπορεί να γίνει η πιο κυνική μορφή ποίησης. Δεκαεννέα γυναίκες μέσα στο 2025. Δεκαεννέα ιστορίες που αν με ρωτήσεις δε θυμάμαι ονόματα, ιστορίες, μόνο τίτλο. «Γυναικοκτονία σε κάποιο σημείο της Ελλάδας». Και τώρα, μέσα στο 2026, ήδη μετράμε, λένε, πέντε. Ήδη πέντε. Σαν να πρόκειται για στατιστική παραγωγής, σαν να αξιολογούμε απόδοση συστήματος.
Και μέσα σε όλο αυτό, κάτι ακόμη πιο άβολο συμβαίνει. Οι γυναίκες αρχίζουν να χάνονται όχι μόνο από τη ζωή, αλλά και από τη μνήμη. Γιατί δεν θυμόμαστε πια ονόματα. Θυμόμαστε αριθμούς. Θυμόμαστε τοποθεσίες. Θυμόμαστε ένα “ακόμη περιστατικό”. Η ταυτότητα εξατμίζεται και μένει μόνο η κατηγορία. Ίσως αυτό να είναι το πιο πολιτισμένο στάδιο της βαρβαρότητας: όταν δεν χρειάζεται καν να ξεχάσεις κάποιον, γιατί δεν τον συγκράτησες ποτέ πραγματικά.
Έχει σημασία να θυμόμαστε τα ονόματα των γυναικών που έπεσαν θύματα γυναικοκτονίας;
Έχει σημασία γιατί το όνομα είναι το ελάχιστο που μπορεί να αντισταθεί στην ανωνυμοποίηση της βίας. Όταν μια γυναίκα γίνεται “άλλο ένα περιστατικό”, “άλλη μία γυναικοκτονία”, “άλλος ένας αριθμός”, τότε η ζωή της έχει ήδη αρχίσει να εξαφανίζεται για δεύτερη φορά: πρώτα από την πράξη και μετά από τη μνήμη.
Το να θυμόμαστε τα ονόματα των γυναικοκτονίων δεν αλλάζει το παρελθόν. Αλλά αλλάζει κάτι πιο ύπουλο: το αν θα συνηθίσουμε το μέλλον. Γιατί οι κοινωνίες δεν γίνονται ανεκτικές στη βία μόνο όταν τη διαπράττουν, αλλά κυρίως όταν πάψουν να θυμούνται ποιον αφορά.
Η ταυτότητα εξατμίζεται και μένει μόνο η κατηγορία. Ίσως αυτό να είναι το πιο πολιτισμένο στάδιο της βαρβαρότητας: όταν δεν χρειάζεται καν να ξεχάσεις κάποιον, γιατί δεν τον συγκράτησες ποτέ πραγματικά.
Κάπου εδώ αρχίζει και η μικρή, κομψή μας υποκρισία. Εκείνη η αστική ευγένεια με την οποία σχολιάζουμε το αδιανόητο χωρίς να χαλάμε τη διάθεσή μας. “Τραγικό”, “σοκαριστικό”, “πρέπει να αλλάξει κάτι”. Και μετά συνεχίζουμε. Με την ίδια άνεση που αλλάζουμε εφαρμογή στο κινητό.
Το πιο εντυπωσιακό όμως δεν είναι η βία. Είναι η συνήθεια γύρω της. Η σχεδόν καλοκουρδισμένη ικανότητα να παράγουμε λέξεις που δεν ενοχλούν κανέναν πια αρκετά ώστε να αλλάξει κάτι. Η γυναικοκτονία έγινε ένας όρος που τον προφέρουμε πλέον με την άνεση που προφέρουμε και τον καιρό: “άστατος”. Γίνομαι κυνική; Ίσως. Αν γινόταν επίσημα νομικός όρος, μπορεί κάτι να άλλαζε; Θα ήταν μια νίκη. Μια εξέλιξη. Θα προσδίδαμε σοβαρότητα στην αντιμετώπιση του εγκλήματος με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, πίσω από τον όρο.
Τώρα η γυναικοκτονία ακούγεται σαν μια ακόμη λέξη που χωράει εύκολα στα δελτία ειδήσεων, χωρίς να χαλάει τη ροή της ημέρας. Σαν μια έννοια που την έχουμε αποστειρώσει τόσο, ώστε να μην απαιτεί πια καμία πραγματική ενόχληση από εμάς, μόνο μια στιγμιαία, διαχειρίσιμη λύπη πριν συνεχίσουμε κανονικά. Και βέβαια υπάρχει πάντα η δημόσια συζήτηση. Εκείνη η αγαπημένη μας αρένα ειδικά στα σόσιαλ μίντια όπου όλα εξηγούνται με μια απλοϊκότητα που θα ζήλευε και εγχειρίδιο αυτοβοήθειας. “Κακή στιγμή”, “τοξική σχέση”. Λέξεις που μοιάζουν να έχουν σχεδιαστεί για να αποφορτίζουν, όχι για να αποκαλύπτουν. Να απαλύνουν, όχι να ονομάζουν.
Υπάρχει μια λεπτή ειρωνεία στο πώς μια κοινωνία που δηλώνει συνεχώς σοκαρισμένη, καταφέρνει ταυτόχρονα να είναι τόσο προσαρμοσμένη. Σαν να έχει αναπτύξει ανοσία στην ίδια της τη φρίκη.
Όχι, δεν ήταν η κακιά στιγμή, ήταν ο κακοποιητικός σύντροφος. Δεν ήταν η σχέση τοξική. Ήταν τοξικός ο θύτης μέχρι να γίνει θύτης. Γιατί αν το ονομάσεις σωστά, τότε κάτι αλλάζει. Και η αλλαγή, ως γνωστόν, είναι πάντα πιο άβολη από την επανάληψη. Υπάρχει μια λεπτή ειρωνεία στο πώς μια κοινωνία που δηλώνει συνεχώς σοκαρισμένη, καταφέρνει ταυτόχρονα να είναι τόσο προσαρμοσμένη. Σαν να έχει αναπτύξει ανοσία στην ίδια της τη φρίκη. Και κάπου εκεί, μέσα στη ροή των ειδήσεων, χάνεται το βασικό ερώτημα: πότε ακριβώς σταματήσαμε να θεωρούμε καθεμία από αυτές τις ζωές μοναδική και αρχίσαμε να τις βλέπουμε ως συνέχεια ενός φαινομένου; Γιατί αν κάτι επιτρέπει τη συνέχεια, δεν είναι μόνο η πράξη. Είναι ο τρόπος που την ενσωματώνουμε στο καθημερινό μας λεξιλόγιο σαν κάτι αναμενόμενο. Σαν κάτι που “συμβαίνει”.
Και μένα μου έχει τύχει να πω: «Αλλη μια γυναικοκτονία συνέβη».
Αλλά δεν συμβαίνει. Κάποιος το κάνει. Κάποιος το επιτρέπει. Κάποιος το ανέχεται. Και μια κοινωνία που έχει μάθει να μιλάει με τέτοια «διακριτικότητα» για τα πιο βάναυσα της γεγονότα, ίσως τελικά να έχει συμφιλιωθεί περισσότερο απ’ όσο παραδέχεται.
Και τότε η ερώτηση δεν είναι πλέον “τι συμβαίνει;” αλλά κάτι πιο άβολο: “πόσο ακόμα μπορούμε να αντέχουμε τις γυναικοκτονίες ως ιστορίες που εμπνέουν τον Πάνο Κοκκινόπουλο χωρίς κάτι να αλλάξουμε ως πραγματικότητα;”. Και αυτό το «αλλάξουμε» κρύβει πολλά επίπεδα, πολλές γενιές, κρύβει όλ@ εμάς.
Γιατί κάποια στιγμή, ακόμη και οι πιο καλογραμμένες ειρωνείες εξαντλούνται. Και αυτό που μένει δεν είναι πια το ύφος, ούτε η ανάλυση, ούτε η απόσταση. Είναι μόνο τα ονόματα που δεν ειπώθηκαν αρκετά. Ή που δεν ειπώθηκαν καθόλου.
