Πριν πολλά-πολλά χρόνια, τέτοια εποχή περίπου, σε ένα ισόγειο γραφείο ενός περιοδικού, κάπου ανάμεσα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης και το Πρώτο Νεκροταφείο, μια μικρή, ροζ «κουταβίνα» της δημοσιογραφίας άκουγε κατσάδα από τον διευθυντή της -ήπια, ωστόσο, και γλυκιά σαν καντάδα. Η ροζ κουταβίνα είχε απουσιάσει (με άδεια από τη σημαία, φυσικά) μια μέρα παραπάνω από το «προβλεπέ» γιατί το καράβι από τη Μύκονο δεν έπιασε Πειραιά στην ώρα του ή γιατί την είχαν απαγάγει εξωγήινοι ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων φαιδρό και επιπόλαιο.
«Τι να σου πω;» της έλεγε ο διευθυντής της. «Ό,τι και να σου πω, λίγο θα είναι». Βέβαια, τα χρόνια εκείνα, με τα Λετρασέτ και τα κοπίδια στα ατελιέ, τις γραφομηχανές Olivetti Lettera στα γραφεία των συντακτών και τη φιλοσοφία της συλλογής εμπειριών ως αρχή για το τέλειο ρεπορτάζ, το μόρτικο, όλα έμοιαζαν πιο φλου -τα ωράρια, οι υποχρεώσεις, τα deadline, οι αναμνήσεις.
Οι υπολογιστές και τα κινητά τηλέφωνα δεν είχαν κάνει την εμφάνισή τους αλλάζοντας τις συνθήκες, γιγαντώνοντας το άπειρο, αφαιρώντας από το κουλ κάθε αξία και κάνοντας κυριολεκτικά τον χρόνο χρήμα.
Υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν αόρατη γραμμή ανάμεσα στον άνθρωπο που σε θαυμάζει και σε εκείνον που σε αγαπά πραγματικά. Εκεί, μάλλον, βρίσκεται η αξία του φίλου που δε φοβάται να σου πει την αλήθεια.
Όση ώρα μιλούσε ο διευθυντής η ροζ κουταβίνα δε μπορούσε να πάρει τα μάτια της από ένα τόσο δα πράσινο, αυτάρεσκο κομμάτι μαρουλιού που είχε καδραριστεί ανάμεσα στον προγόμφιο και τον κυνόδοντά του κάνοντας την εικόνα περισσότερο κωμική -σαν γκαγκ από το The Office-, παρά συναισθηματικά φορτισμένη εναντίον της. Φυσικά, δεν του είπε τίποτα, πώς θα μπορούσε άλλωστε;
