«Υπάρχουν στιγμές που το Λος Άντζελες είναι η πιο μαγική πόλη στη Γη. Όταν οι άνεμοι της Σάντα Άνα φυσούν και ο αέρας είναι ζεστός και τόσο, τόσο καθαρός. Όταν οι τζακαράντες ανθίζουν με το πιο λαμπερό λιλά βιολετί χρώμα» γράφει ο Steven Rowley στο ντεμπούτο μυθιστόρημά του Lily and the Octopus, το 2016 και συνεχίζει πιο κυνικά περιγράφοντας την πολυμορφική φύση του LA και του κάθε LA:
«Όταν ο ωκεανός λάμπει μια ζεστή μέρα του Φεβρουαρίου και σπρώχνεις την άμμο με τα γυμνά δάχτυλα των ποδιών σου, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος είναι κουλουριασμένος κάτω από κουβέρτες και ρουφάει σούπα. Αλλά άλλες φορές, όπως όταν οι τζακαράντες ρίχνουν τα άνθη τους σε μια απόκοσμη μοβ βροχή, το Λος Άντζελες μοιάζει με ένα μισοτελειωμένο όνειρο. Σαν να ιδρύθηκε η πόλη ως εμπορικό κέντρο στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και να μην έχει κανένα πραγματικό λόγο ύπαρξης. Μια μεταγενέστερη σκέψη του οραματιστή κάποιας άλλης, καλύτερης πόλης. Μια παιδική χαρά φτιαγμένη μόνο για όμορφους ανθρώπους που τρώνε ακριβές σαλάτες».
Εδώ στα δικά μας, στη ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι, παίζoυν καλά και κακά νέα: Ο Δήμος Αθηναίων αλλάζει τη διακόσμηση της χλωρίδας σε μια από τις πιο εμβληματικές οδικές αρτηρίες της πόλης, τη Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου, φυτεύοντας ενενήντα τζακαράντες στη θέση των ξερών μουριών που κατέστρεψε το κινέζικο σκαθάρι τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, ενενήντα τζακαράντες μπορούν να φέρουν την άνοιξη;
Οι τζακαράντες είναι ενδεχομένως μια υπενθύμιση ότι οι πόλεις, όπως και οι άνθρωποι, έχουν στιγμές απροσδόκητης χάρης.
«Το φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει…». Η πόλη αναζητά το μότζο της, το στυλ και το σεξααπίλ της, παλεύοντας ανάμεσα σε μια απομαγεμένη διάθεση και στην αιώνια λιακάδα. Σαν να προσπαθεί να διορθώσει μια ολόκληρη παράσταση αλλάζοντας μόνο τα σκηνικά. Το κοινό, παρ' όλα αυτά, παραμένει ασάλευτο.
