Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Τι είναι η «δημόσια διαβούλευση»; Φανταστείτε ότι η δημόσια διαβούλευση είναι σαν να έχεις ένα μεγάλο… κουτί σοκολατάκια και να λες στους φίλους σου: «Λοιπόν, παιδιά, ας αποφασίσουμε μαζί ποιο σοκολατάκι θα φάμε πρώτα». Όλοι μπορούν να πουν τη γνώμη τους, να πούνε «εγώ θέλω το φουντούκι» ή «όχι, καλύτερα μαύρη σοκολάτα», και στο τέλος παίρνεις μία απόφαση που έχει τις απόψεις όλων μέσα.
Στην ιδανική εκδοχή, λειτουργεί σαν δημοκρατικό τραπέζι αποφάσεων: οι πολίτες συμμετέχουν σε κάτι που τους αφορά. Με άλλα λόγια, η δημόσια διαβούλευση είναι ένα εργαλείο για να παίρνουμε αποφάσεις για πράγματα που ακόμα δεν έχουν αποφασιστεί. Αν προσπαθείς να τη χρησιμοποιήσεις για κάτι που έχει ήδη λυθεί με νόμο ή κοινή λογική, είναι σαν να προσπαθείς να συζητήσεις με τους φίλους σου αν θέλουν να αναπνέουν ή όχι… λίγο αχρείαστο, λίγο παράλογο και όχι πάντα αστείο. Γιατί εδώ τελειώνει η πλάκα…
Ας θυμηθούμε τώρα τα γεγονότα: το 1986, η Ελλάδα νομοθέτησε την άμβλωση υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, με σκοπό να προστατεύσει τη ζωή, την υγεία και την αξιοπρέπεια των γυναικών. Δεν ήταν ένα προσωρινό μέτρο ούτε μια πρόταση που έπρεπε να «δοκιμαστεί» σε δημοσκόπηση. Η πρόσβαση σε ασφαλείς αμβλώσεις έγινε συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για τις γυναίκες, ένα μέτρο που αντικατοπτρίζει τη βασική αρχή: τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπαίνουν σε διαπραγμάτευση.
Κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει ερώτηση και δεν θα έπρεπε να υπάρχει άποψη επάνω στο θέμα, γιατί μιλάμε για δικαιώματα.
Εχτές λοιπόν, στην εκπομπή του Νίκου Στραβελάκη και της Μίνας Καραμήτρου στο OPEN ήταν καλεσμένη η Μαρία Καρυστιανού, μια γυναίκα που αν είχε την κόρη της ζωντανή, αν της χτυπούσε την πόρτα εκείνο το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023 γυρίζοντας με το τρένο από την Αθήνα και αν επέστρεφαν μαζί της και τα 56 θύματα, αν δεν συνέβαινε αυτή η τραγωδία, τότε μπορεί και να μην χρειαζόταν να την γνωρίζουμε. Μπορεί μόνον να την ήξερε η κοινωνία της Θεσσαλονίκης ως μια καλή παιδίατρο. Τη Μαρία Καρυστιανού, όμως, την ξέρει πια και ο κάτοικος του πιο απομακρυσμένου χωριού στην Ελλάδα, ως τη μάνα των Τεμπών (υπάρχουν βέβαια και άλλες που δεν ξέρουμε το ονοματεπώνυμό τους), ως την (πρώην πια) Πρόεδρο του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων στα Τέμπη και τώρα ως μπροστάρισσα του υπό ίδρυση κόμματός της. Αγκαλιάσαμε τον πόνο της, τον μοιραστήκαμε, τον κάναμε δικό μας, όπως και τον αγώνα τον δικό της και όλων των οικογενειών για τα παιδιά τους που χάθηκαν… Θαυμάσαμε τη δύναμή της –τον μεταλλαγμένο πόνο της, το θάρρος της, την ορμή της που κατέβασε στο Σύνταγμα και αλλού χιλιάδες απλού κόσμου.
