Στο Adolescence του Netflix βλέπουμε εφήβους να βυθίζονται στον θυμό, στη βία και στην αυτοκαταστροφή. Το παρακολουθούσαμε με σχετική ασφάλεια από τον καναπέ μας, σχολιάζουμε πόσο «σκληρή» και «ρεαλιστική» είναι η σειρά, το παιδί που έπαιζε τον παραβατικό έφηβο πήρε και βραβεία για την υποκριτική του δεινότητα και, μόλις τελείωσε το επεισόδιο, πατήσαμε next ή αλλάξαμε πλατφόρμα.
Στις Σέρρες, όμως, δεν υπήρχε next episode. Υπήρχε ένας 17χρονος νεκρός και ένας 16χρονος με ποινικό μητρώο και γονείς τοξικοεξαρτημένους που «νευρίασε πολύ» και χτύπησε μέχρι θανάτου. Και μια κοινωνία που για άλλη μια φορά προσποιήθηκε ότι έπεσε από τα σύννεφα.
Γιατί αυτή είναι η μεγάλη μας ειδικότητα: να σοκαριζόμαστε επιλεκτικά. Να βλέπουμε τη βία ως τηλεοπτικό προϊόν, αλλά να αρνούμαστε να τη δούμε όταν μεγαλώνει δίπλα μας. Στην Ελλάδα του 2026, η ανήλικη παραβατικότητα δεν είναι εξαίρεση ούτε ατυχής σύμπτωση. Είναι το απολύτως προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που μπέρδεψε την κατανόηση με την ανοχή και την προστασία με την αδιαφορία.
Ο 16χρονος δράστης είχε ποινικό παρελθόν. Αυτό σημαίνει ότι δεν εμφανίστηκε ξαφνικά, ένα απόγευμα, ως «τέρας». Το σύστημα τον ήξερε. Η πολιτεία τον είχε συναντήσει. Κάπου υπήρξαν φάκελοι, αναφορές, ίσως και «συστάσεις». Και μετά; Μετά τον αφήσαμε να συνεχίσει. Γιατί ήταν παιδί. Γιατί δεν θέλαμε να τον στιγματίσουμε. Γιατί πάντα υπάρχει χρόνος – μέχρι να μην υπάρχει.
Όταν ο θυμός δεν βρίσκει λέξεις, βρίσκει γροθιές. Και όταν δεν υπάρχουν όρια, η βία γίνεται τρόπος επικοινωνίας. Όχι γιατί τα παιδιά «δεν έχουν αξίες», αλλά γιατί κανείς δεν μπήκε σοβαρά στον κόπο να τους τις διδάξει με πράξεις και συνέπειες, όχι με ευχές.
