Κάποτε, οι γνώμες των κριτικών διέθεταν πραγματική ισχύ διαμόρφωσης του πολιτιστικού τοπίου. Επρόκειτο για μορφές σοβαρές, συχνά αδυσώπητες και ουδόλως απολογητικές ως προς τον ελιτισμό τους, ενσαρκωμένες σε γραφιάδες της λεγόμενης gonzo δημοσιογραφίας, όπως ο Lester Bangs, η Susan Sontag, ο Roger Ebert, ο T.S. Eliot κι η πολιτικώς ανυπότακτη Ellen Willis. Ο κριτικός λόγος μπορούσε, εν ριπή οφθαλμού, να καταδικάσει ένα εστιατόριο σε αφανισμό ή να ανακόψει την πορεία ενός μουσικού.
Εν πολλοίς, οι κριτικοί γκρέμιζαν και έχτιζαν καριέρες μέσα σε χίλιες λέξεις. Οι στήλες τους λειτουργούσαν ως αυθεντία, προσφέροντας την κανονιστική εκείνη κρίση που όριζε τι άξιζε να αγαπηθεί και τι όφειλε να απορριφθεί. Πριν τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας άποψης μέσω των social media, πριν τους influencers, τα reviews στο Letterbox και τα haul στο Youtube, μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, έψαχνε σε ιλουστρασιόν σελίδες να δει πού θα βγει, τι θα δει, τι θα φορέσει, τι θα φάει και πώς θα κάνει σεξ.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, ο ρόλος του «παντοδύναμου κριτικού» μοιάζει να έχει υποβαθμιστεί από παντεπόπτης ρυθμιστής σε σχεδόν παρωχημένη φιγούρα. Εν μέσω του μιντιακού αναλφαβητισμού, της διαδικτυακής παρενόχλησης και του doxxing (να σας θυμίσω το fandom μιας συγκεκριμένης ποπ σταρ, εξ Αμερικής ορμώμενης, που στέλνει απειλές θανάτου σε κριτικούς που επιτελούν το έργο τους), ένα μέρος του κοινού έχει αρχίσει να απορρίπτει τα όρια και τις συμβάσεις της παραδοσιακής κριτικής.
Παράλληλα, η άνοδος των social media, ιδίως πλατφορμών όπως το Letterboxd και το Substack, επέτρεψε σε οποιονδήποτε να εκφέρει και να διαχέει την άποψή του, άνευ προσφυγής σε καθιερωμένες εκδοτικές διαδικασίες ή φίλτρα επιμέλειας. Το ερώτημα, όμως, παραμένει αναπόδραστο: ποιο είναι το μέλλον του πολιτισμού όταν καθείς μπορεί να τον ορίσει;
Τις πταίει; Το ίντερνετ, για άλλη μια φορά
Το 2011 η Guardian είχε δημοσιεύσει ένα δοκίμιο με τίτλο «Όλοι πλέον είναι κριτικοί», στο οποίο σχολίαζε το φαινόμενο αυτό. «Στα τέλη της περασμένης χρονιάς σημειώθηκε στις ΗΠΑ μια σύμπτωση κριτικών απόψεων που η χώρα είχε να δει εδώ και χρόνια. Κάθε κινηματογραφικός κριτικός στα παραδοσιακά μέσα έμοιαζε να χρίζει το The Social Network του David Fincher, ως την ταινία της χρονιάς, ίσως και της δεκαετίας. Κάθε λογοτεχνικός κριτικός στα παραδοσιακά μέσα φαινόταν να συμφωνεί ότι το Freedom του Jonathan Franzen ήταν το μυθιστόρημα της εποχής. Και για να τριτώσει το κακό, σχεδόν κάθε τηλεοπτικός κριτικός στα παραδοσιακά μέσα έμοιαζε να γονατίζει μπροστά στο Boardwalk Empire του Martin Scorsese.
Αυτό που είναι πραγματικά εντυπωσιακό είναι ο βαθμός στον οποίο οι κριτικοί έμοιαζαν σχεδόν να συμπράττουν στην απονομή των υπερθετικών τους. Μήπως ένωναν δυνάμεις για να επιβεβαιώσουν την αυθεντία τους σε μια περίοδο που αυτή η πολιτισμική αυθεντία βρίσκεται υπό πολιορκία;
Speaking as an actual critic, the way this site has made everyone obsessed with seeing a film the second it comes out so that they can deliver the Definitive Take on it is exhausting. Not to mention the normalization of sharing scenes from a film while it’s still in theaters.
— Conor Williams (@sadfilmcritic) August 8, 2025
Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερα καινούργιο σε μια κριτική συναίνεση. Στη σημερινή Αμερική, οι κριτικοί συνήθως κινούνται αγεληδόν, φοβούμενοι να παρεκκλίνουν μήπως βρεθούν μόνοι τους, εκτός της συμβατικής σοφίας. Αυτό που είναι νέο είναι η σφοδρότητα αυτής της συναίνεσης, η επιμονή ότι αυτά τα έργα δεν ήταν απλώς καλά αλλά κατά κάποιον τρόπο τα απολύτως καλύτερα, καθώς κι ο τρόπος με τον οποίο αυτή η συναίνεση εισέβαλε αμέσως στη γενικότερη κουλτούρα».
Στο δοκίμιο αυτό, ένας ήταν ο υπαίτιος: το διαδίκτυο (ε, ποιος άλλος;). «Δεν είναι μυστικό ότι το διαδίκτυο έχει διαβρώσει την αυθεντία των παραδοσιακών κριτικών και την έχει αντικαταστήσει με την άποψη του καθενός σε blogs, sites, ακόμη και στο Facebook και το Twitter, όπου φίλοι και γείτονες εκφράζουν ελεύθερα γνώμη. Αυτό που αναγνωρίζεται λιγότερο είναι το πόσο βαθιά ριζωμένη είναι αυτή η λαϊκιστική αντίδραση στην Αμερική και πόσο μεγάλο μέρος της αμερικανικής κουλτούρας έχει οικοδομηθεί πάνω σε μια συνειδητή αντίσταση στις πολιτισμικές ελίτ». Ωστόσο, το άρθρο συνέχισε λέγοντας πως πάντα ο λαός ήθελε να πηγαίνει κόντρα στις ελίτ και την Ιντελιγκέντσια, οπότε οι κριτικές απλών ανθρώπων στο ίντερνετ, ειδικά όταν αντιτίθενται σε εκείνες των κριτικών, είναι μια μορφή αντίστασης.
«Όλοι είναι κριτικοί και έτσι πρέπει να είναι»
Το 2016, οι New York Times εξέφρασαν μια πιο θετική άποψη σχετικά με την απαρχή αυτής της μετατόπισης. Το κείμενο υπέγραφε ο A.O. Scott, κριτικός για πολλά χρόνια, της εφημερίδας («επικριτικός, σνομπ και έμμισθος κονδυλοφόρος», όπως αυτοπροσδιορίζεται), ο οποίος υποστήριζε ότι στο διαδίκτυο «όλοι είναι κριτικοί και έτσι πρέπει να είναι». Το άρθρο κυκλοφόρησε κατά την κορύφωση της επιρροής των social media, όταν το Twitter ήταν ακόμη Twitter, τα Instagram Stories μόλις είχαν κάνει την εμφάνισή τους και το TikTok δεν ήταν ούτε καν ιδέα.
Έκτοτε, ωστόσο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν γίνει, παραδόξως, λιγότερο κοινωνικά. Δαπανούμε ολοένα και λιγότερο χρόνο διαβάσματος και ουσιαστικής αλληλεπίδρασης με άλλους χρήστες και ολοένα περισσότερο χρόνο μετακινούμενοι μηχανικά από το ένα εφήμερο απόσπασμα περιεχομένου στο επόμενο. Η συρρίκνωση του χρόνου προσοχής μας επιτείνει περαιτέρω την πίεση σε έναν ήδη καταπονημένο μιντιακό κλάδο.
I blame Letterboxd and the way it ties logging and rating a movie into one single action. Sure you may leave it unrated for a while, but how will you let your friends know of your rating (whenever you decide upon it) without a new log?
— Markusha (@MarkushaKG) August 9, 2025
Μόνο τον τελευταίο χρόνο, έντυπα όπως το Variety, το Chicago Tribune και οι New York Times περιόρισαν ή αναθεώρησαν τον ρόλο των κριτικών στα μέσα τους. «Οι πολιτιστικοί θεσμοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις και αναζητούν νέες δυνατότητες», δήλωσε σχετικά η επικεφαλής κριτικός πολιτισμού των Times, Sia Michel. «Οι αναγνώστες μας διψούν για αξιόπιστους οδηγούς που θα τους βοηθήσουν να κατανοήσουν αυτό το σύνθετο τοπίο - όχι μόνον μέσω των παραδοσιακών κριτικών αλλά και με δοκίμια, νέες αφηγηματικές φόρμες, βίντεο και πειραματισμούς με άλλες πλατφόρμες». Εν ολίγοις, κάντε κανά Tiktok!
Κριτική στους κριτικούς
Να σας πω κάτι; Έχω διαβάσει κριτικές που με έχουν συγκινήσει κι έχω διαβάσει κι άλλες που πραγματικά με έχουν κάνει να αμφιβάλω για τις νευρικές συνάψεις του γράφοντα. Ένα παράδειγμα, που ακόμη όταν το θυμάμαι ανεβάζω παλμούς, ήταν όταν ο μουσικός κριτικός Fantano, περιέγραψε τους στίχους του άλμπουμ «The Great Impersonator» της Halsey ως «πολύ δραματικούς», «γελοίους» και ότι πάσχουν από «main character energy». Το άλμπουμ μιλούσε για τη μάχη της με τον καρκίνο και τον φόβο του θανάτου. Πολλοί λένε ότι αυτή ήταν η χειρότερη κριτική του, αν και γενικά έχει δείξει να έχει πρόβλημα με νέες καλλιτέχνιδες που περιγράφουν γυναικείες εμπειρίες.
Τα τελευταία χρόνια μοιάζει να υπάρχει μια αναζωπύρωση της εχθρότητας απέναντι στον επίσημο ρόλο του κριτικού, με αρκετούς να τον θεωρούν μια περιττή θέση που δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης, τη στιγμή που τόσοι πολλοί άνθρωποι μπορούν να μοιράζονται άμεσα τις σκέψεις τους για τα προϊόντα που αγαπούν ή μισούν. Καλλιτέχνες έχουν απαντήσει στην κριτική με την περιβόητη ατάκα «κανείς δεν στήνει αγάλματα για τους κριτικούς», μια φράση που επανήλθε στην ποπ κουλτούρα όταν η Charli XCX φόρεσε ένα T-shirt με αυτό το σύνθημα.
Αν και κάποιοι το αντιλαμβάνονται ως μια ακίνδυνη και ελαφρώς προσβλητική ειρωνεία, το σχόλιο αυτό εγείρει μεγαλύτερα ερωτήματα γύρω από τον σκοπό των κριτικών στον σύγχρονο κόσμο. Όταν όλοι έχουν κάτι να πουν, τι μέλλον έχει αυτός ο ρόλος; Και τελικά, νοιάζεται κανείς πραγματικά για το τι έχουν να πουν οι κριτικοί;
Γνώμη μου!
Ζούμε πλέον σε μια εποχή όπου ο καθένας μπορεί να έχει φωνή και ένα γενικευμένο επίπεδο ναρκισσισμού έχει κανονικοποιηθεί και ενθαρρυνθεί στο διαδίκτυο, με υπερβολικά πολλούς ανθρώπους να πιστεύουν ότι κάθε άποψη, κάθε ντύσιμο και κάθε εμπειρία πρέπει να μοιράζεται και να δημοσιοποιείται. Δεν υπάρχει πια εσωτερικός κόσμος, αφού οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται πρόθυμα την ιδιωτική τους ζωή για να κερδίσουν προσοχή και διαδικτυακή επιρροή, με ελάχιστα όρια ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, καθώς όλα συγχωνεύονται σε έναν αυτάρεσκο χυλό.
Η δημιουργία πλατφορμών όπως το Instagram και το Twitter (δε θα το πω ποτέ με το drag name του) έχει διογκώσει την αντίληψή μας για τη δική μας σημασία, με ανθρώπους να πιστεύουν ότι έχουν ισάξια γνώση με επιστήμονες στα πεδία ειδίκευσής τους, ισχυριζόμενοι ότι αποτελούν αξιόπιστες πηγές για ζητήματα όπως τα εμβόλια επειδή έχουν κάνει τη «δική τους έρευνα». Αυτό το παραληρηματικό σύννεφο ναρκισσισμού έχει πείσει τον κόσμο ότι κάθε φωνή έχει το ίδιο βάρος, ενώ προφανώς, αν μιλάει ένας επαγγελματίας για κάτι, η άποψή του θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερη σημασία.
Όταν όμως πρόκειται για τέχνη, οι κριτικοί κινηματογράφου, μουσικής, τηλεόρασης ή λογοτεχνίας συχνά φιμώνονται με τη φράση «η τέχνη είναι υποκειμενική!». Είναι όμως όντως έτσι; Η συναισθηματική μας αντίδραση είναι πράγματι υποκειμενική, αλλά η ίδια η μορφή τέχνης διαθέτει αντικειμενικά στοιχεία. Για παράδειγμα, εμένα οι τρεις αγαπημένες μου σειρές φέτος ήταν το I Love LA, το Overcompensating και το Adults. Σοκαρίστηκα που δεν είδα καμία από αυτές υποψήφια για SAG ή για Critics Choice Award; Όχι βέβαια, πάμε καλά; Σε καμία περίπτωση δεν ήταν στο επίπεδο που ήταν οι υπόλοιπες υποψήφιες σειρές, απλώς εγώ πέρασα καλά βλέποντάς τες κι αυτό μου είναι αρκετό.
(Παρα) Γνωριστήκαμε στο Letterboxd
Για να είμαστε ξεκάθαροι, δεν υπάρχει τίποτα επιβλαβές στο να μοιράζεται ο κόσμος την αγάπη του για την τέχνη μέσα από πλατφόρμες και social media, αντιθέτως, είναι κάτι πολύ όμορφο και αναδεικνύει τη δύναμη της κοινότητας. Το να μιλά η κοινωνία για τέχνη είναι το ίδιο σημαντικό με το να την παράγει, αλλιώς ποιο το νόημα;
Ωστόσο, η ύπαρξη αυτών των πλατφορμών μπορεί να αραιώσει το βάθος της εμπλοκής με ένα έργο και κάθε ουσιαστική ανάλυση, με πολλούς χρήστες να επιλέγουν ανάλαφρα σχόλια και χιουμοριστικές ατάκες όταν συζητούν για μια ταινία. Είναι αυτονόητο ότι δεν χρειάζεται όλοι να ανταποκρίνονται στα μέσα που καταναλώνουν με λεπτότητα και πολυπλοκότητα, αλλά όταν συνδυάζουμε αυτή τη χαλαρή προσέγγιση με τη φθίνουσα εκτίμηση προς τους επαγγελματίες κριτικούς και μια ανησυχητικά διαδεδομένη έλλειψη κριτικής σκέψης στο διαδίκτυο, καταλήγουμε με ελάχιστους ανθρώπους που προσεγγίζουν το μέσο με πραγματικά κριτικό τρόπο.
Επιπλέον, όσοι είναι ειδικοί συχνά χαρακτηρίζονται «δήθεν», σχεδόν ντροπιάζονται επειδή κατανοούν σε βάθος το αντικείμενό τους. Αμέτρητα σχόλια κάτω από τα βίντεο της στήλης «four favourites» στο Letterboxd επιτίθενται σε σκηνοθέτες και ηθοποιούς επειδή επέλεξαν ταινίες που το κοινό δεν γνωρίζει, αποκαλώντας τιτάνες της βιομηχανίας «δήθεν» επειδή αναφέρουν «ψαγμένες» ταινίες ως επιρροή στο έργο τους. Παραδόξως, οι επιστήμονες δεν στιγματίζονται όταν μοιράζονται γνώσεις για τη δουλειά τους, αλλά όταν πρόκειται για καλλιτέχνες, κάποιοι μοιάζουν σχεδόν εξοργισμένοι με τις εις βάθος συζητήσεις γύρω από το μέσο. Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.
Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εμείς μιλάμε για τέχνη;
Όταν οι επιφανειακές αντιδράσεις στην τέχνη κανονικοποιούνται και οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζεται «δήθεν», τότε λιγότεροι άνθρωποι αφιερώνουν χρόνο και σκέψη στην ανάλυση των προθέσεων και των επιτευγμάτων του καλλιτέχνη. Η εκτίμηση των τεχνών θεωρείται μάταιη, γιατί τελικά πολλοί δεν τις βλέπουν ως ένα πεδίο που απαιτεί εξειδίκευση ή αξίζει σεβασμό κι άρα «δεν είναι και κάτι τόσο σοβαρό». Και κάπως έτσι οι κριτικές ταινιών, σειρών και βιβλίων γίνονται ένας άτυπος διαγωνισμός για το ποιος μπορεί να γράψει την πιο αστεία, μετα- ειρωνική κριτική στα social.
Η έλλειψη κατανόησης και σεβασμού προς τον ρόλο του κριτικού αντικατοπτρίζει τη συνολική μας έλλειψη σεβασμού προς τις τέχνες. Με την άνοδο της κουλτούρας των social media, τον διαδικτυακό ναρκισσισμό, τον αντι-ιντελεκτουαλισμό της δεκαετίας του 2020, και τη φθίνουσα εκτίμηση προς τις τέχνες, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου όλα και τίποτα δεν είναι σοβαρά. Η άποψή μας σημαίνει τα πάντα κι αν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε κάτι, τότε μάλλον αυτό είναι κενό νόηματος και αισθητικό αφρολέξ.
Ας κλείσουμε με κάτι θετικό
Για τον ελληνικής καταγωγής Chris Cotonou, κριτικό κινηματογράφου και αναπληρωτή αρχισυντάκτη στο A Rabbit’s Foot, το διαδίκτυο εγκαινίασε «έναν εντελώς νέο τρόπο» προσέγγισης της κριτικής. «Η κριτική στα social media», σημειώνει, «ισοδυναμεί με doomscrolling προς αναζήτηση του πιο εύστοχου, του πιο πνευματώδους αποσπάσματος κειμένου, προτού ο χρήστης μεταβεί στο επόμενο». Πρόκειται για μια πρακτική που φιλοδοξεί πρωτίστως να ψυχαγωγήσει, λειτουργώντας ως ένα περιφερειακό, σχεδόν ενδεικτικό τεστ των δημόσιων γούστων και διαθέσεων.
Αντιθέτως, για τη Laura Snapes, αναπληρώτρια συντάκτρια μουσικής στην εφημερίδα Guardian, η ουσιαστική κριτική εξακολουθεί να αφθονεί, αρκεί να γνωρίζει κανείς πού να την αναζητήσει. Αυτό το ατέρμονο πέλαγος απόψεων σημαίνει, κατά την ίδια, ότι μόνον «οι ισχυρότερες κριτικές φωνές» κατορθώνουν να διαπεράσουν τον θόρυβο. «Υπάρχει πραγματικά ενδιαφέρον υλικό στο Substack. Έτσι λειτουργούσαν ανέκαθεν τα ιστολόγια», παρατηρεί. «Το ταλέντο, εν τέλει, πάντα αναδύεται είτε μέσω του Substack, είτε του Letterboxd, είτε του TikTok. Αρκεί να βρει κανείς τον δρόμο του. Η πρώτη μου freelance ανάθεση στον Guardian προήλθε από το Twitter». Την εκτίμηση αυτή συμμερίζεται και ο Cotonou: «Όποιος κατορθώνει να ξεχωρίσει επειδή όσα λέει βρίσκουν πραγματική απήχηση, είναι κάποιος που αξίζει την προσοχή μας».
Εύλογα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η εκρηκτική εξάπλωση πλατφορμών όπως το Substack, ακόμη και οι πνευματώδεις, μονογραμμικές αιχμές που κυκλοφορούν στο Letterboxd, συμβάλλει στην ενίσχυση της πολυφωνίας εντός της κριτικής.
Ο Cotonou αναγνωρίζει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να «ανοίξουν νέους δρόμους για συζήτηση και να φέρουν στο προσκήνιο φωνές από μέρη του κόσμου που μέχρι πρότινος αγνοούνταν από τα κυρίαρχα μιντιακά ιδρύματα». Πέραν τούτου, επισημαίνει ότι τα κοινωνικά δίκτυα δεν επιτρέπουν απλώς σε ένα ευρύτερο φάσμα φωνών να μιλήσει, αλλά δίνουν επίσης τη δυνατότητα στο κοινό και στους αναγνώστες να έρθουν σε επαφή με μια μεγαλύτερη ποικιλία απόψεων. «Όλοι αποκτούμε πρόσβαση σε αποσπάσματα από τις κουλτούρες και τα ενδιαφέροντα των άλλων», σημειώνει.
Είναι προφανές ότι οι αλγόριθμοι και οι πλατφόρμες έχουν μεταβάλλει καθοριστικά τον ρόλο του παραδοσιακού κριτικού, περιορίζοντας, τρόπον τινά, την εμβέλεια της επιρροής του. Την ίδια στιγμή, όμως, τα social media έχουν λειτουργήσει ως μηχανισμός ανάδειξης κριτικών φωνών που άλλοτε θα παρέμεναν εκτός, επιτρέποντας σε πρόσωπα με ετερόκλητες εμπειρίες και οπτικές να συμμετάσχουν σε έναν χώρο κατ’ εξοχήν ελιτίστικο. Επομένως, μολονότι η παραδοσιακή κριτική εξακολουθεί -ως οφείλει- να κατέχει σημαίνοντα ρόλο στο πολιτισμικό πεδίο, δεν είναι άνευ σημασίας το κέρδος που προκύπτει από την παραχώρηση βήματος σε φωνές που ιστορικά αποκλείονταν από το κέντρο του πολιτισμικού διαλόγου.






