Το καλοκαίρι του 1964, ένα ασυνήθιστο μαγιό έκανε την εμφάνισή του στις σελίδες των εφημερίδων και προκάλεσε αντιδράσεις που ξεπερνούσαν κατά πολύ τα στενά όρια της μόδας.
Ήταν ψηλόμεσο, κατασκευασμένο από μάλλινο ύφασμα και στηριζόταν στους ώμους με δύο λεπτές τιράντες. Εκείνο που του έλειπε, όμως, ήταν ακριβώς το τμήμα που έως τότε θεωρούνταν αυτονόητο για ένα γυναικείο μαγιό, το επάνω μέρος.
Δημιουργός του ήταν ο αυστροαμερικανός σχεδιαστής Ρούντι Γκέρνραϊχ. Το σχέδιο ονομάστηκε «μονοκίνι», σε αντιδιαστολή με το μπικίνι, και έμελλε να γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα, αλλά και αμφιλεγόμενα ενδύματα της δεκαετίας του 1960.
Ο Γκέρνραϊχ πέρασε στην ιστορία της μόδας ως πρωτοπόρος σχεδιαστής, με ριζοσπαστικές δημιουργίες που συνέβαλαν στη συζήτηση για την απενοχοποίηση και την απελευθέρωση του γυναικείου σώματος.
Ο ίδιος δεν αντιμετώπιζε το μονοκίνι απλώς ως ένα προκλητικό ένδυμα, αλλά ως δήλωση για τη γυναικεία χειραφέτηση και ως μια προσπάθεια αποσύνδεσης του γυναικείου στήθους από τον αποκλειστικά σεξουαλικό συμβολισμό του.
Από διαφημιστικό κόλπο σε παγκόσμια είδηση
Στις 18 Ιουλίου 1964, το περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» παρουσίαζε στους Έλληνες αναγνώστες τη νέα μόδα που είχε ξεκινήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και εξαπλωνόταν ήδη στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο ίδιος ο Γκέρνραϊχ δεν είχε αρχικά προβλέψει την έκταση που θα λάμβανε η δημιουργία του:
«Όταν ο Ρούντι Γκερνάϊχ αποφάσιζε να περιλάβη στην παρέλαση των μοντέλων του ένα μαγιό που άφηνε ακάλυπτα τα στήθη, είχε στον νου του ένα διαφημιστικό απλώς κόλπο για να προσελκύση την προσοχή στις σπόρ δημιουργίες του που θα παρουσίαζε.
»Μα εικοσιτέσσερις ώρες μετά την εμφάνισή του, το “τόπλες μπάθινγκ σουΐτ” είχε γίνει ένα από τα επαναστατικώτερα γεγονότα του εφετεινού καλοκαιριού. Μέσα σε τρεις μόνο εβδομάδες, σε χρόνο ρεκόρ, κατασκευάστηκαν, στάλθηκαν και πουλήθηκαν χιλιάδες παρόμοια μαγιό, ενώ οι παραλλαγές εξακολουθούν να καταφθάνουν από κάθε γωνιά των Ηνωμένων Πολιτειών.
»Ταυτόχρονα άλλοι σχεδιαστές μόδας, ράφτες και κατασκευαστές, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Αυστραλία, την Αγγλία και την Γαλλία, ρίχνουν στην αγορά εκατομμύρια παρόμοια μαγιό, απομιμήσεις παραλλαγές του αρχικού».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 18.7.1964, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Οι αντιδράσεις
Παρά την πυρετώδη εμπορική κινητοποίηση και την απήχηση που γνώρισε το μαγιό, δεν έλλειψαν και οι αντιδράσεις:
«Δεν περνάει ημέρα, που η αναπάντεχη επιτυχία της “εφευρέσεως” του Γκερνάιχ να μη προκαλή την αντίδραση κάποιου μεγάλου ράφτη, κάποιας θρησκευτικής ενώσεως ή κάποιας πολιτικής προσωπικότητος».
Το αρχικό σχέδιο δεν έμοιαζε με το μικροσκοπικό μαγιό που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ακούγοντας τη λέξη «τόπλες». Όπως έγραφε το περιοδικό, ήταν: «μαγιό μάλλινο, ψηλό μέχρι τη μέση και υποβαστάζειται από δυό μπρεττέλες».
Η απουσία του επάνω μέρους ήταν αρκετή για να προκαλέσει σάλο, αλλά και αμέτρητες παραλλαγές. Στο Χόλιγουντ παρουσιάστηκε μοντέλο στο οποίο μπορούσε να προστεθεί γρήγορα ένας στηθόδεσμος, σε περίπτωση που η γυναίκα που το φορούσε χρειαζόταν «να ξεφύγη από το μάτι της εξουσίας».
Στο Παρίσι, την ίδια περίοδο, ο Ρομπέν Τορές παρουσίασε τόσο ένα αντίγραφο του μαγιό του Γκέρνραϊχ όσο και μια παραλλαγή που συνοδευόταν από διακοσμητική εσάρπα, η οποία δενόταν στον λαιμό.

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 18.7.1964, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Το μονοκίνι είχε πάψει ήδη να αποτελεί ένα μεμονωμένο σχέδιο. Είχε εξελιχθεί σε τάση.
Το έδαφος είχε ήδη προετοιμαστεί
Το τόπλες δεν εμφανίστηκε σε ένα απολύτως συντηρητικό και ακίνητο περιβάλλον. Η μόδα είχε αρχίσει ήδη να αποκαλύπτει όλο και μεγαλύτερο μέρος του γυναικείου σώματος.
Λίγες εβδομάδες πριν από την παρουσίαση του μαγιό, στη Νέα Υόρκη είχε εμφανιστεί βραδινό φόρεμα από μαύρο σιφόν, με ένα διαφανές δίχτυ στο ύψος του στήθους. Ακολούθησε μια διαφανής μπλούζα, η οποία, όπως σημείωνε το δημοσίευμα, «φοριέται χωρίς στηθόδεσμο»:
«Τόσο το βραδυνό μοντέλλο με το διαφανές δίχτυ στο σημείο του στήθους, όσο και η διαφανής μπλούζα γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και οι δυό οίκοι πήραν μεγάλες παραγγελίες από κάθε γωνιά της Αμερικής».
Ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» σημείωνε ότι οι ειδικοί της εποχής θεωρούσαν τη γυμνόστηθη μόδα φυσική συνέχεια των βαθιών ντεκολτέ που είχαν εμφανιστεί την προηγούμενη χρονιά στους οίκους υψηλής ραπτικής:
«Παρουσιάστηκαν έτσι ντεκολτέ σε σχήμα V, πολύ βαθιά, ντεκολτέ σε σχήμα U, ντεκολτέ σε σχήμα Η, Ο, W παράλληλα με μια πλούσια συλλογή από εξαρτήματα και συνδυασμούς κεντημάτων και δαντελλών, καθώς και μιας ολόκληρης σειράς νέων τύπων στηθόδεσμων, κατάλληλων για την μόδα των μεγάλων ντεκολτέ».
Ταυτόχρονα, άλλοι σχεδιαστές ακολουθώντας την ίδια τάση από την αντίθετη πλευρά, δημιούργησαν κομμάτια που αποκάλυπταν ολόκληρη την πλάτη.
Το περιοδικό γράφει χαρακτηριστικά για την αποδοχή της νέας τάσης από το γυναικείο κοινό:
«Ανεξάρτητα αν επρόκειτο για πλάτες ή στήθη, εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες αποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τα καινούργια μοντέλα.
» “Αργά ή γρήγορα πρέπει οι γυναίκες να ξεφύγουν από την πουριτανική ομοιομορφία”, έγραψε το “Γούμεν Νταίηλυ”, η ημερησία γυναικεία εφημερίδα που εκδίδει το συνδικάτο των κατασκευαστών γυναικείων φορεμάτων.
«Και ήλθε η βόμβα»
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η μεγαλύτερη αντίδραση δεν προήλθε από τις γυναίκες που καλούνταν να φορέσουν το νέο μαγιό, αλλά από τους ίδιους τους κύκλους της υψηλής ραπτικής:
«Ακόμα και ο Ρούντι Γκερνάϊχ […] πίστευε ότι θα έπρεπε να περάσουν χρόνια, ίσως και δεκαετίες, πριν η Αμερικανίδα γυναίκα δεχθή να φορέση και οι βιομήχανοι των ετοιμων ενδυμάτων δεχθούν να κατασκευάσουν φορέματα που να αφήνουν το στήθος τελείως γυμνό. Με μεγάλη του όμως έκπληξη ανακάλυψε ότι η μεγαλύτερη αντίδραση προήλθε από τους κύκλους της “Ωτ Κουτύρ” και όχι από τήν πελατεία.
«Δέν έχει αξιοπρέπεια», δήλωνε ο διάσημος αμερικανός σχεδιαστής Νόρμαν Νορέλ.
Αρνητικός εμφανιζόταν και ο Όλεγκ Κασίνι, γνωστός ως σχεδιαστής της Ζακλίν Κένεντι:
«Κανείς δεν μπορεί να πη, ότι δεν έδωσα την δέουσα προσοχή σε εκείνο το σημείο της γυναικείας ανατομίας. Αυτή όμως η καινοτομία δεν πρόκειται ασφαλώς να επηρεάση το στυλ και τις δημιουργίες μου»,
Οι επιφυλάξεις των μεγάλων ονομάτων της μόδας δεν εμπόδισαν, πάντως, τις πωλήσεις. Η ζήτηση, σύμφωνα με την εφημερίδα, ξεπερνούσε διαρκώς την παραγωγή.
Διευθυντής μεγάλου καταστήματος γυναικείων ειδών στο Σαν Φρανσίσκο περιέγραφε μάλιστα μια ενδιαφέρουσα αλλαγή στο προφίλ των πελατών:
«Αρχικά, αγοραστές ήταν μόνο άνδρες που τα αγόραζαν για τις γυναίκες τους, όπως τουλάχιστον έλεγαν […] Τώρα όμως, οι γυναίκες έρχονται οι ίδιες να το αγοράσουν».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 18.7.1964, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
«Το γυμνό δεν είναι αμαρτία»
Το δημοσίευμα περιέγραφε επίσης, την αμηχανία που προκάλεσε η εξάπλωση του τόπλες στις τοπικές αρχές:
«Το κοινοτικό συμβούλιο π.χ. του Κόβινγκτον, σε έκτακτη συνεδρίαση αποφάσισε να απαγορεύση ακόμα και την πώληση των νέων μαγιό. Αλλες όμως κοινότητες δέν ξέρουν πως να φερθούν και ποια στάση, να τηρήσουν. Και αυτό αφ’ ενός λόγω ελλείψεως συγκεκριμένων αστυνομικών διατάξεων και αφ’ ἑτέρου λόγω των αντιφατικών αντιδράσεων της κοινής γνώμης, την οποία οφείλουν να λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψη αιρετοί ιδίως άρχοντες».
Οι αντιδράσεις, πάντως, ήταν μικρότερες από όσες αναμένονταν. Όταν εκπρόσωποι της διοίκησης του Σαν Φρανσίσκο υποστήριξαν ότι η γύμνια ερχόταν σε αντίθεση με τις χριστιανικές παραδόσεις, ένας βαπτιστής ιερέας απάντησε:
«Η γύμνια, αυτή καθ’ εαυτή, δεν αποτελεί αμάρτημα, εκτός από την περίπτωση που έχει σκοπούς λαγνείας».
«Δεν είναι θέμα στυνομικών διατάξεων»
Ανεκτική στάση κράτησε και η αστυνομία της πόλης, με τον διευθυντή της να δηλώνει ότι «η Αμερική είναι η χώρα των μεγάλων ελευθέρων εκτάσεων». Στη Νέα Υόρκη, αντίθετα, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι δεν θα επέτρεπαν γυμνόστηθες εμφανίσεις σε δημόσιους χώρους.
Ο αμερικανικός Τύπος αντιμετώπισε το ζήτημα περισσότερο ως θέμα αισθητικής και κοινωνικής ευπρέπειας παρά ως ηθικό δίλημμα:
«Αν οι γυναίκες θέλουν να εμφανίζωνται στις πλαζ ή τις δεξιώσεις με γυμνά στήθη, είναι περισσότερο ζήτημα αισθητικής και “καθωσπρεπισμού”, παρά ηθικό δίλημμα».

Εξώφυλλο του περιοδικού «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 11ης Αυγούστου 1983, με μοντέλο να φορά «μονοκίνι».
Το νέο πρότυπο ομορφιάς
Η νέα μόδα άλλαξε και τις αντιλήψεις για το γυναικείο σώμα. Τα περιοδικά άρχισαν να εξηγούν σε ποιες γυναίκες «ταίριαζε» το τόπλες, προβάλλοντας ως ιδανικό ένα σώμα νεανικό, αθλητικό και λεπτό με «στήθη νεανικά, στητά, μικρά, εφηβικά […]
»Ξεφύγαμε οριστικά από τα καταπληκτικά στήθη των ιταλικών φιλμς και της αμερικανικής βιομηχανίας των ειδών στηθόδεσμων».
Ακόμη και το «Playboy» φερόταν να επιλέγει πλέον μοντέλα με μικρότερη περίμετρο στήθους σε σχέση με το παρελθόν.
Παρά τη δημοσιότητα και τις εντυπωσιακές πωλήσεις, το αυθεντικό μονοκίνι δεν έγινε ποτέ ένα συνηθισμένο μαγιό μαζικής χρήσης. Η επιρροή του στη μόδα και τα κοινωνικά πρότυπα, ωστόσο, υπήρξε αναμφισβήτητη.
Το σχέδιο συμπύκνωνε τις μεγάλες αλλαγές της δεκαετίας του 1960. Την αμφισβήτηση των κοινωνικών συμβάσεων, τη σταδιακή απελευθέρωση του σώματος, τη σεξουαλική επανάσταση και τη διεκδίκηση του δικαιώματος των γυναικών να αποφασίζουν οι ίδιες πώς θα εμφανίζονται.
Περισσότερες από έξι δεκαετίες αργότερα, τα ερωτήματα που έθεσε το μονοκίνι το καλοκαίρι του 1964 παραμένουν ακόμη ανοιχτά. Ποια μέρη του γυναικείου σώματος και σε ποιον βαθμό «επιτρέπεται» να αποκαλύπτει ένα ένδυμα, πόσο ηθική είναι η επιλογή αποκαλυπτικών ρούχων, σε ποιες γυναίκες θεωρείται ότι «ταιριάζουν» και τι υποτίθεται ότι δηλώνει αυτή η επιλογή για τις ίδιες.