Με πρωτοφανή ένταση και ένα μπαράζ αμφιλεγόμενων νομοσχεδίων κλείνει τον κύκλο της η κυβέρνηση του Ισραήλ, σε μια ατμόσφαιρα που θυμίζει καζάνι που βράζει.
Η πρόσφατη συνεδρίαση του κοινοβουλίου εξελίχθηκε σε πεδίο μάχης, με δεκάδες βουλευτές της αντιπολίτευσης να ξεσπούν σε θυελλώδεις αποδοκιμασίες και να φωνάζουν ρυθμικά «Ντροπή, φύγε, σήκω βγες!» κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα ανάγκασε μάλιστα τον πρωθυπουργό να αποχωρήσει εσπευσμένα από την αίθουσα και να απέχει πλήρως από τη διαδικασία, χωρίς ωστόσο αυτό να εμποδίσει την τελική υπερψήφιση των κυβερνητικών μέτρων.
Μια δέσμη αμφιλεγόμενων νομοσχεδίων οριστικοποιήθηκε με ταχείς ρυθμούς, με κύριο στόχο, σύμφωνα με τους αναλυτές, να ικανοποιηθούν τα αιτήματα των υπερορθόδοξων και ακροδεξιών συμμάχων του, ενόψει των εκλογών της 27ης Οκτωβρίου.
Η στρατηγική της πολιτικής επιβίωσης
Στον πυρήνα της αυτή η προσπάθεια αφορά τη διατήρηση του πολιτικού μπλοκ του Νετανιάχου. Μετά από σχεδόν τέσσερα ταραχώδη χρόνια, που σημαδεύτηκαν από μαζικές διαδηλώσεις, την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου και έναν παρατεταμένο πόλεμο, η κυβέρνησή του πέτυχε ένα σπάνιο ορόσημο: την ολοκλήρωση μιας πλήρους θητείας, κάτι που καμία ισραηλινή κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει από το 1988 αναφέρει το δημοσίευμα του CNN.
Αυτή η ανθεκτικότητα στηρίχθηκε στη σταθερή στρατηγική του να κρατά τους εταίρους του συνασπισμού του ικανοποιημένους σε κάθε βήμα. Όπως επισημαίνει ο πολιτικός αναλυτής Ναντάβ Εγιάλ, ο Νετανιάχου μάχεται για την πολιτική του επιβίωση και τα κόμματα των Χαρεντί (υπερορθόδοξων) είναι απολύτως απαραίτητα για αυτήν. Στόχος του είναι να τους αποδείξει έμπρακτα ότι είναι ο μόνος πολιτικός που μπορεί να κάνει πράξη τις υποσχέσεις του απέναντί τους.
Το αγκάθι της στρατιωτικής θητείας
Το πιο φορτισμένο στοιχείο του πακέτου ήταν η νομοθεσία που κατοχυρώνει τη μαζική αποφυγή της στρατιωτικής θητείας από τους υπερορθόδοξους νέους. Ενώ ο νόμος απαιτεί από όλους τους 18χρονους να υπηρετήσουν, οι υπερορθόδοξοι άνδρες εξαιρούνται εδώ και δεκαετίες βάσει ιστορικών διευθετήσεων, τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα ακυρώσει.
Το ζήτημα αυτό έγινε εξαιρετικά οξύ εν μέσω πολέμου, καθώς ο στρατός δηλώνει ότι αντιμετωπίζει έλλειμμα τουλάχιστον 12.000 στρατιωτών. Την ίδια στιγμή, υπολογίζεται ότι περίπου 72.000 επιλέξιμοι υπερορθόδοξοι άνδρες δεν έχουν καταταγεί, με αποτέλεσμα το βάρος της υπηρεσίας να πέφτει αποκλειστικά στους κληρωτούς και τους εφέδρους.
Προκειμένου να κάμψει τις σφοδρές κοινωνικές αντιδράσεις, ο Νετανιάχου προώθησε δύο συγκεκριμένους ελιγμούς. Αρχικά, εισήγαγε έναν νόμο που κατοχυρώνει τη μελέτη της Τορά ως θεμελιώδη κρατική αξία με συνταγματική ισχύ, ώστε να μην μπορεί εύκολα το Ανώτατο Δικαστήριο να ακυρώσει τις εξαιρέσεις στο μέλλον. Παράλληλα, ένα δεύτερο νομοσχέδιο παρέχει προσωρινή ασυλία από τη στρατολόγηση σε δεκάδες χιλιάδες υπερορθόδοξους μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου του 2027.
Στρατιωτικές προειδοποιήσεις και δικαστικό μπλόκο
Πριν από την ψηφοφορία, ο Αρχηγός του Επιτελείου του στρατού, Αντιστράτηγος Εγιάλ Ζαμίρ, προχώρησε σε μια ασυνήθιστη δημόσια παρέμβαση, χαρακτηρίζοντας τη νομοθεσία αδιανόητη και ασύμβατη με τις επιχειρησιακές ανάγκες, ενώ προειδοποίησε ότι θα μπορούσε να κλονίσει την εμπιστοσύνη όσων υπηρετούν. Η κίνηση αυτή εξόργισε τους συμμάχους του Νετανιάχου, με κάποιους βουλευτές να ζητούν ακόμη και την απόλυση του Ζαμίρ, κατηγορώντας τον ότι ανακατεύεται στην πολιτική.
Αν και το νομοσχέδιο ψηφίστηκε, βρήκε αμέσως τοίχο στη δικαιοσύνη. Μέσα σε ελάχιστες ώρες, τα κόμματα της αντιπολίτευσης προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε προσωρινή διαταγή παγώματος της εφαρμογής του νόμου.
Τα ανταλλάγματα της Συμμαχίας
Η στήριξη των υπερορθόδοξων δεν δόθηκε χωρίς ανταλλάγματα, καθώς οι ίδιοι στήριξαν στη συνέχεια τις προσωπικές προτεραιότητες του Νετανιάχου. Μεταξύ αυτών ήταν η ψήφιση νόμου που περιορίζει τις εξουσίες της Γενικής Εισαγγελέως Γκάλι Μπαχαράβ-Μιάρα, η οποία έχει μπλοκάρει αρκετές κυβερνητικές αποφάσεις, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την πιθανή απομάκρυνσή της.
Επιπλέον, εγκρίθηκε ένα νομοσχέδιο που αναμορφώνει το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, αυξάνοντας την κυβερνητική επιρροή στα μέσα ενημέρωσης και απειλώντας την ελευθερία του Τύπου, καθώς και διατάξεις που επεκτείνουν τα ακαδημαϊκά προγράμματα με διαχωρισμό ανδρών και γυναικών. Αυτή η τελευταία κίνηση προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις πανεπιστημίων και γυναικείων οργανώσεων, που υποστηρίζουν ότι υπονομεύεται η ισότητα και αποκλείονται οι γυναίκες.
Η οργή της κοινής γνώμης και της αντιπολίτευσης
Η ισραηλινή κοινωνία εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό αντίθετη με αυτές τις κινήσεις, καθώς σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το 66% των Ισραηλινών αντιτίθεται στον νόμο για τη μελέτη της Τορά, ενώ το 61% επιθυμεί η επόμενη κυβέρνηση να αποκλείσει εντελώς τα υπερορθόδοξα κόμματα.
Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Νετανιάχου έχουν αναδείξει το θέμα σε κεντρικό άξονα της προεκλογικής τους εκστρατείας. Ο Γκάντι Άιζενκοτ, ο οποίος αυτή τη στιγμή εμφανίζεται ως ο βασικός διεκδικητής της πρωθυπουργίας, κατήγγειλε ότι πρόκειται για μια απερίσκεπτη συμφωνία που ανταλλάσσει ένα κυβερνητικό μπλοκ με το ίδιο το κράτος. Αντίστοιχα, ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ έκανε λόγο για μια ταπεινή, αντισιωνιστική στιγμή που δείχνει περιφρόνηση προς τους στρατιώτες και τις οικογένειές τους.
Το πολιτικό ρίσκο του Νετανιάχου
Παρά τις σφοδρές αντιδράσεις, ο Νετανιάχου φαίνεται να ποντάρει στο ότι το πολιτικό κόστος θα ξεχαστεί γρήγορα. Στελέχη του κόμματός του επισημαίνουν ότι η μνήμη του κοινού είναι κοντή και ότι η διατήρηση ενός ενιαίου μπλοκ έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από τη δυσαρέσκεια για οποιονδήποτε μεμονωμένο νόμο.
Σύμφωνα με τον δικό τους υπολογισμό, οι ψηφοφόροι που έμειναν πιστοί στον Νετανιάχου μετά τη δικαστική μεταρρύθμιση, μετά την 7η Οκτωβρίου και κατά τη διάρκεια του πολέμου, δεν πρόκειται να τον εγκαταλείψουν τώρα για αυτό το ζήτημα. Μάλιστα, ο ίδιος δεν φαίνεται να ανησυχεί ούτε για την παρέμβαση των δικαστηρίων, καθώς μια νέα δικαστική μάχη μπορεί απλώς να ενισχύσει το αντιδικαστικό αφήγημα που αποτελεί κεντρικό πυλώνα της προεκλογικής του εκστρατείας.
