Στις 17 Ιουλίου 1955 εγκαινιάζεται στο Άναχαϊμ της Καλιφόρνιας η Disneyland, το θεματικό πάρκο που φιλοδοξούσε να μεταφέρει τους επισκέπτες μέσα στον κόσμο των ταινιών και των ηρώων του Γουόλτ Ντίσνεϊ.
Ήταν η πραγματοποίηση ενός σχεδίου που ο δημιουργός του Μίκι Μάους επεξεργαζόταν επί περίπου δύο δεκαετίες. Ένας χώρος στον οποίο θα μπορούσαν να διασκεδάσουν μαζί παιδιά και ενήλικες, μπαίνοντας κυριολεκτικά στη «Γη της Φαντασίας», στη «Γη της Περιπέτειας» και στον κόσμο του μέλλοντος.

Λίγους μήνες πριν από τα εγκαίνια, στις 17 Μαρτίου 1955, «ΤΟ ΒΗΜΑ» ενημέρωνε τους αναγνώστες του για την κατασκευή ενός πρωτόγνωρου για την εποχή πάρκου, υπό τον τίτλο:
«Ένα πελώριον λούνα παρκ του Ντίσνεϋ θα εγκαινιασθή εφέτος εις το Λος Άντζελες».
Το δημοσίευμα παρουσίαζε τη Disneyland ως την υλοποίηση ενός ονείρου είκοσι ετών:
«Το “Ντίσνευλαντ”, “Η Γη του Ντίσνεϋ”, η πραγματοποίησις αυτή ενός ονείρου είκοσι ετών, θα εγκαινιασθή εφέτος, το καλοκαίρι. Πρόκειται περί ενός τεραστίου Λούνα-Παρκ, που ο πατέρας του “Μίκυ” και της πάπιας “Ντόναλντ” θα ιδρύση εις το Αναχάϊμ, πενήντα χιλιόμετρα μακρυά από το Λος Άντζελες».
Το όραμα
Η Disneyland δε σχεδιαζόταν ως ένα συνηθισμένο λούνα παρκ. Ολόκληρη η έκτασή της θα χωριζόταν σε διαφορετικούς θεματικούς κόσμους, οι οποίοι θα μετέφεραν τους επισκέπτες στο παρελθόν, στο μέλλον, στη φαντασία και στην περιπέτεια.

Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, στο κέντρο, παρουσιάζει σε αξιωματούχους της κομητείας Όραντζ τα σχέδια για τη διαμόρφωση της Ντίσνεϊλαντ, τον Δεκέμβριο του 1954.
Όπως ανέφερε «ΤΟ ΒΗΜΑ»:
«Το “Ντίσνευλαντ” θα διαιρήται εις πέντε “ηπείρους”: Η Γη της αύριον, η Γη των σκαπανέων, η Γη της φαντασίας, η Γη της αναψυχής και η Γη της περιπετείας. Ένα τραίνο με έξη βαγόνια, που θα χωρή τριακοσίους επιβάτας, θα κάμνη τον γύρον του μαγευτικού αυτού κόσμου».
Στην είσοδο του πάρκου θα βρισκόταν ο σιδηροδρομικός σταθμός, από τον οποίο θα ξεκινούσε μια μεγάλη λεωφόρος. Από εκεί ο επισκέπτης θα μπορούσε να επιλέξει σε ποιον από τους φανταστικούς κόσμους του Ντίσνεϊ θα συνέχιζε το ταξίδι του.
Η «Γη της Αύριον» (Tomorrowland) θα παρουσίαζε μια εκδοχή του κόσμου του μέλλοντος, με επιστημονικά και διαστημικά θεάματα. Ανάμεσά τους προβλεπόταν και ένα ταξίδι στη Σελήνη:
«Μεταξύ άλλων θα υπάρχη εις αυτήν ένα πλοίον-πύραυλος, οι επιβάται του οποίου θα έχουν το συναίσθημα, ότι πράγματι ταξιδεύουν εις την Σελήνην».
Η «Γη των Σκαπανέων» (Frontierland) θα μετέφερε το κοινό στην παλαιά Αμερική και στην εποχή των πρώτων αποίκων, ενώ η «Γη της Φαντασίας» (Fantasyland) θα ζωντάνευε τα τοπία και τους χαρακτήρες των κινηματογραφικών έργων του Ντίσνεϊ.
Στη «Γη της Αναψυχής» (Recreationland) θα υπήρχαν αθλητικές δραστηριότητες και διάφορες μορφές ψυχαγωγίας, ενώ στη «Γη της Περιπέτειας» (Adventureland) οι επισκέπτες θα μπορούσαν, όπως σημείωνε η εφημερίδα, «να εξερευνήσουν τας αγνώστους περιοχάς της υδρογείου».
Το πάρκο των ονείρων ανοίγει
Η Disneyland εγκαινιάστηκε επισήμως στις 17 Ιουλίου 1955. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 24 Ιουλίου, «ΤΟ ΒΗΜΑ» δημοσίευε ανταπόκριση από τη Νέα Υόρκη για το νέο «πάρκο των ονείρων και των χαρακτήρων» του Γουόλτ Ντίσνεϊ:
«Ο περίφημος Ουώλτ Ντίσνεϋ εγκαινιάζει έξωθι του Λος Αντζελες το μεγάλο πάρκο των ονείρων και των χαρακτήρων του, που φέρει το όνομα “χώρα του Ντίσνεϋ”».
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το πάρκο είχε οργανωθεί σε έκταση 160 στρεμμάτων και είχε κοστίσει 11 εκατομμύρια δολάρια. Στο εσωτερικό του συναντούσε κανείς τους ήρωες και τις ιστορίες που είχαν ήδη κάνει τον Ντίσνεϊ διάσημο σε ολόκληρο τον κόσμο:
«Περιλαμβάνει δε όλας τας έως τώρα γνωστάς επιτυχίας του καλλιτέχνου, ο οποίος έχει συγκινήσει, μικρούς και μεγάλους εις όλον τον κόσμον με τον Μίκυ Μάους, με τη Χιονάτη, με τον Νταίηβη Κρόκετ, με τη Φαντασία και με τόσες άλλας ωραίας δημιουργίας του».
Οι θεματικές περιοχές της Disney
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Disneyland ήταν ότι οι επισκέπτες δεν παρακολουθούσαν απλώς τους ήρωες του Ντίσνεϊ στην κινηματογραφική οθόνη. Μπορούσαν να περπατήσουν στους κόσμους τους και να αισθανθούν ότι συμμετείχαν στις ιστορίες τους.
«Όλοι οι τύποι του Ντίσνεϋ συγκεντρώνονται μέσα εις το πάρκο αυτό και εκτελούν τα μέρη των. Πέραν όμως των εώς τώρα δημιουργιών του μεγάλου καλλιτέχνου, η “Χώρα του Ντίσνεϋ” περιλαμβάνει και τα όνειρα ή σχέδια του δια το μέλλον».
Κατά την τελική της διαμόρφωση, η Disneyland χωριζόταν τελικά στις τέσσερις βασικές θεματικές περιοχές: τη Χώρα της Φαντασίας, τη Χώρα της Περιπέτειας, τη Χώρα των Συνόρων και τη Χώρα του Αύριο.
Το πάρκο είχε σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να υποδέχεται δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους καθημερινά:
«Σαράντα χιλιάδες θεαταί ημερησίως θα μπορούν να ταξιδεύουν μέσα εις την χώραν του Ντίσνεϋ, επιβαίνοντες ζώων, πτηνών, λέμβων και αλλων μέσων, των ιδίων ακριβώς που χρησιμοποιούνται εις τας ταινίας του Ντίσνεϋ. Οι θεαταί θα “ζουν” τας δημιουργίας του καλλιτέχνου».
Αν και το πάρκο απευθυνόταν πρωτίστως στα παιδιά, από την πρώτη στιγμή η επιχειρηματική και καλλιτεχνική σύλληψη του Ντίσνεϊ περιλάμβανε και τους ενήλικες.
«Φυσικά, προβλέπεται ότι οι περισσότεροι θεαταί θα είναι παιδιά. Αλλά η επιχειρηματική οργάνωσις της χώρας του Ντίσνεϋ υπολογίζει πολύ και επί των ενηλίκων. Διότι, ποιος ενήλικος δεν έχει συγκινηθή από τα ωραία έργα του;»

Άμαξα με άλογα μεταφέρει επισκέπτες στην Disneyland, τον Αύγουστο του 1955.
Ένα πάρκο για παιδιά και γονείς
Την αφετηρία της ιδέας του Ντίσνεϊ περιέγραφε, αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 27ης Οκτωβρίου 1993.
Ο ίδιος ο δημιουργός φέρεται να είχε εμπνευστεί το πάρκο παρακολουθώντας τις κόρες του να παίζουν, την ώρα που εκείνος παρέμενε απλός και μάλλον ανυπόμονος θεατής:
«Η ιδέα αυτή μου ήρθε όταν πήγαινα τις κόρες μου σ’ αυτά τα παιδικά πάρκα και ενώ αυτές διασκέδαζαν ανεβοκατεβαίνοντας στις τσουλήθρες 40 φορές, εγώ σκεφτόμουν τι να κάνω για να σκοτώσω την ώρα μου».
Τα «βαρετά απογεύματα» στα παιδικά πάρκα έγιναν έτσι η αφετηρία για τη δημιουργία ενός διαφορετικού χώρου αναψυχής, που δεν θα απευθυνόταν αποκλειστικά στα παιδιά, αλλά σε ολόκληρη την οικογένεια.
«Μετά από 20 χρόνια σχεδιασμού και μελέτης, το οικογενειακό πάρκο έγινε πραγματικότητα στις 17 Ιουλίου 1955 στην Καλιφόρνια και ονομάστηκε “Ντίσνεϊλαντ”».
Ο Ντίσνεϊ αξιοποίησε τους χαρακτήρες, τις ιστορίες, τα σκηνικά και την τεχνογνωσία των κινηματογραφικών του παραγωγών, δημιουργώντας έναν χώρο που έμοιαζε περισσότερο με ζωντανό κινηματογραφικό σκηνικό παρά με συμβατικό πάρκο αναψυχής.
«Ο Ντίσνεϊ χρησιμοποίησε τις ιδέες, τα μέσα και τους πρωταγωνιστές – με κορυφαίο τον Μίκι – των φιλμ του, με αποτέλεσμα η “Ντίσνεϊλαντ” να μοιάζει περισσότερο με σκηνικό ταινίας παρά με συνηθισμένο πάρκο αναψυχής».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 17.3.1955, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Η επιτυχία ήταν άμεση. Μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια, η Disneyland είχε εξελιχθεί στη δημοφιλέστερη τουριστική ατραξιόν των Ηνωμένων Πολιτειών.
Από την Disneyland στον «Κόσμο του Ντίσνεϊ»
Παρά την επιτυχία, ο Γουόλτ Ντίσνεϊ δε θεωρούσε ότι το πρώτο πάρκο αποτελούσε την ολοκλήρωση του οράματός του. Η περιορισμένη έκταση στο Άναχαϊμ, αλλά και η γρήγορη ανάπτυξη ξενοδοχείων, μοτέλ και καταστημάτων γύρω από την Disneyland, τον έκαναν να αναζητήσει έναν νέο χώρο.
Όπως ανέφερε ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ»:
«Θεωρούσε ότι ο χώρος στην Ντίσνεϊ ήταν περιορισμένος, ενώ ορισμένοι επιτήδειοι τον είχαν περικυκλώσει με μοτέλ και εστιατόρια φαστ-φουντ, γεγονός που όπως πίστευε αφαιρούσε κάτι από τη μαγική εμπειρία που θα έπρεπε να είναι η Ντίσνεϊλαντ».
Ο Ντίσνεϊ αγόρασε μια τεράστια έκταση κοντά στο Ορλάντο της Φλόριντα, πολλαπλάσια εκείνης της Καλιφόρνιας, με στόχο να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο ψυχαγωγίας.

Ο Ρόι και ο Γουόλτ Ντίσνεϊ μαζί με τον κυβερνήτη της Φλόριντα, Χέιντον Μπερνς, σε συνέντευξη Τύπου στο Ορλάντο, στις 15 Νοεμβρίου 1965, όπου ανακοινώθηκαν τα σχέδια για τη δημιουργία θεματικού πάρκου Disney στην πολιτεία.
Δεν πρόλαβε, ωστόσο, να δει το δεύτερο μεγάλο σχέδιό του ολοκληρωμένο. Πέθανε το 1966 και το έργο συνεχίστηκε υπό την επίβλεψη του αδελφού του, Ρόι Ντίσνεϊ.
Τη 1η Οκτωβρίου 1971 άνοιξε τις πύλες του το Walt Disney World. Έναν χρόνο αργότερα το είχαν ήδη επισκεφθεί 11 εκατομμύρια άνθρωποι.
Η Disneyland του 1955 είχε πλέον δημιουργήσει ένα νέο πρότυπο μαζικής ψυχαγωγίας, έναν κόσμο σχεδιασμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, στον οποίο το παραμύθι, ο κινηματογράφος, η τεχνολογία και η εμπορική δραστηριότητα συνυπήρχαν.
Οι επικριτές του εγχειρήματος το χαρακτήρισαν αργότερα «σουπερμάρκετ διασκέδασης». Ο ίδιος ο Ουόλτ Ντίσνεϊ, όμως, δεν έκρυψε ποτέ την επιχειρηματική διάσταση του οράματός του:
«Πρόκειται για μια βιομηχανία θεάματος. Και εγώ είμαι άνθρωπος του θεάματος».