Η νύχτα της 15ης Ιουλίου 2016 έχει περάσει στην ιστορία ως μία από τις πιο σκοτεινές αλλά και πιο καθοριστικές στιγμές της σύγχρονης Τουρκίας. Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος από τμήματα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων δεν ανέτρεψε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αλλά άλλαξε βαθιά τη χώρα.
Δέκα χρόνια μετά, η Τουρκία εξακολουθεί να ζει στη σκιά εκείνων των ωρών: μιας νύχτας που μεταμόρφωσε τον στρατό, αναδιαμόρφωσε τους θεσμούς, ενίσχυσε πρωτοφανώς την προεδρική εξουσία και δημιούργησε ένα νέο πολιτικό τοπίο γεμάτο αντιθέσεις. Για τους υποστηρικτές του Ερντογάν αποτέλεσε μια ιστορική νίκη της λαϊκής κυριαρχίας. Για τους επικριτές του, την αφετηρία μιας περιόδου αυταρχικής συγκέντρωσης εξουσίας.
Το καθεστώς Ερντογάν σε μια νύχτα πολιορκίας
Λίγο μετά τις 22:00 της 15ης Ιουλίου 2016, οι πρώτες πληροφορίες για στρατιωτικές κινήσεις άρχισαν να μεταδίδονται από την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα. Αρχικά, πολλοί Τούρκοι πολίτες πίστεψαν ότι επρόκειτο για μια ακόμη πολιτική κρίση σε μια χώρα με μακρά ιστορία στρατιωτικών παρεμβάσεων.
Σύντομα, όμως, έγινε σαφές ότι βρισκόταν σε εξέλιξη μια οργανωμένη απόπειρα κατάληψης της εξουσίας.
Στρατιωτικές μονάδες κατέλαβαν στρατηγικά σημεία στις δύο μεγαλύτερες πόλεις της Τουρκίας. Τανκς έκλεισαν γέφυρες και κεντρικές λεωφόρους, στρατιώτες περικύκλωσαν κυβερνητικά κτίρια, ενώ μαχητικά αεροσκάφη πετούσαν σε χαμηλό ύψος πάνω από την Άγκυρα.
Το τουρκικό κοινοβούλιο και το προεδρικό μέγαρο έγιναν στόχος αεροπορικών επιθέσεων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το κτίριο της Εθνοσυνέλευσης βομβαρδίστηκε επανειλημμένα, σε μια πρωτοφανή εικόνα για την πολιτική ιστορία της χώρας.
Οι πραξικοπηματίες επιχείρησαν να ελέγξουν την κρατική τηλεόραση TRT, όπου παρουσιάστηκε ανακοίνωση με την οποία υποστήριζαν ότι είχαν αναλάβει τη διοίκηση της χώρας και ότι στόχος τους ήταν η «αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης».
Η Τουρκία βρέθηκε για λίγες ώρες στο χείλος μιας νέας στρατιωτικής διακυβέρνησης.
Η διαφυγή του Ερντογάν και η ιστορική παρέμβαση μέσω FaceTime
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρισκόταν σε διακοπές στη Μαρμαρίδα όταν ενημερώθηκε για την εξέλιξη των γεγονότων.
Σύμφωνα με την κυβερνητική εκδοχή, ομάδα στρατιωτικών επιχείρησε να εισβάλει στο ξενοδοχείο όπου διέμενε, με στόχο τη σύλληψη ή την εξουδετέρωσή του. Ο Τούρκος πρόεδρος κατάφερε να αποχωρήσει λίγο πριν φτάσουν οι πραξικοπηματίες.
Για αρκετές ώρες το πολιτικό μέλλον της Τουρκίας παρέμενε αβέβαιο.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε όταν ο Ερντογάν εμφανίστηκε σε ζωντανή σύνδεση μέσω κινητού τηλεφώνου και της εφαρμογής FaceTime σε τηλεοπτικό δίκτυο.
Με το μήνυμά του κάλεσε τους πολίτες να κατέβουν στους δρόμους και να αντισταθούν στην απόπειρα ανατροπής.
Η εικόνα του προέδρου να μιλά από μια οθόνη κινητού τηλεφώνου αποτέλεσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτικές στιγμές της ψηφιακής εποχής.
Η αντίδραση ήταν άμεση.
Χιλιάδες πολίτες πλημμύρισαν τις πλατείες κρατώντας τουρκικές σημαίες. Πολλοί στάθηκαν μπροστά σε άρματα μάχης, εμπόδισαν στρατιωτικές μονάδες και συγκρούστηκαν με τους πραξικοπηματίες.
Η κινητοποίηση αυτή, σε συνδυασμό με την αντίσταση της αστυνομίας και την άρνηση της στρατιωτικής ηγεσίας να στηρίξει συνολικά την εξέγερση, οδήγησε στην κατάρρευσή της μέσα σε περίπου 24 ώρες.
Το βαρύ τίμημα της νίκης
Η αποτυχία του πραξικοπήματος είχε υψηλό ανθρώπινο κόστος.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 253 άνθρωποι σκοτώθηκαν και περισσότεροι από 2.700 τραυματίστηκαν στις συγκρούσεις εκείνης της νύχτας.
Η κυβέρνηση παρουσίασε τα θύματα ως «μάρτυρες της δημοκρατίας» και μετέτρεψε την επέτειο σε κεντρικό στοιχείο της εθνικής μνήμης.
Η 15η Ιουλίου έγινε σύμβολο αντίστασης απέναντι στον στρατιωτικό παρεμβατισμό που για δεκαετίες είχε χαρακτηρίσει την τουρκική πολιτική ζωή.
Όμως η επόμενη ημέρα δεν έφερε μόνο πανηγυρισμούς. Έφερε και μια τεράστια πολιτική ανατροπή.
Ο μεγάλος αντίπαλος: Το δίκτυο Γκιουλέν και η υπόθεση FETO
Από τις πρώτες ώρες μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος, η κυβέρνηση Ερντογάν κατηγόρησε το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν ως τον οργανωτή της απόπειρας.
Ο Γκιουλέν, ισλαμιστής ιεροκήρυκας που ζούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπήρξε για χρόνια στενός σύμμαχος του Ερντογάν.
Η σχέση των δύο πλευρών υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κεφάλαια της Τουρκίας των αρχών του 21ου αιώνα.
Το κίνημα Γκιουλέν διέθετε εκτεταμένο δίκτυο σχολείων, ιδρυμάτων, επιχειρήσεων και μέσων ενημέρωσης. Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι είχε ισχυρή παρουσία στη δημόσια διοίκηση, την αστυνομία και τη δικαιοσύνη.
Η συμμαχία του με το AKP βοήθησε τον Ερντογάν να περιορίσει την επιρροή του παραδοσιακά ισχυρού στρατιωτικού κατεστημένου.
Η συνεργασία, όμως, κατέρρευσε μετά το 2013.
Η σύγκρουση κορυφώθηκε όταν ξέσπασαν έρευνες διαφθοράς που άγγιξαν πρόσωπα του κυβερνητικού περιβάλλοντος. Ο Ερντογάν κατηγόρησε τότε το δίκτυο Γκιουλέν ότι επιχειρούσε να δημιουργήσει ένα «παράλληλο κράτος».
Μετά το πραξικόπημα, η κυβέρνηση χαρακτήρισε το δίκτυο ως FETO (Οργάνωση Φετουλαχιστών Τρομοκρατών) και ξεκίνησε μια τεράστια επιχείρηση εξάρθρωσής του.
Ο ίδιος ο Γκιουλέν αρνήθηκε μέχρι τον θάνατό του οποιαδήποτε συμμετοχή στην απόπειρα πραξικοπήματος.
Η «κάθαρση» μετά το πραξικόπημα και η αναδιαμόρφωση του κράτους
Η αποτυχία της στρατιωτικής εξέγερσης δεν σήμανε το τέλος της κρίσης. Αντίθετα, αποτέλεσε την αρχή μιας από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις αναδιάρθρωσης του τουρκικού κράτους στη σύγχρονη ιστορία.
Λίγες ημέρες μετά την 15η Ιουλίου, η κυβέρνηση κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία παρέμεινε σε ισχύ για δύο χρόνια, έως τον Ιούλιο του 2018. Στο διάστημα αυτό, η εκτελεστική εξουσία απέκτησε τη δυνατότητα να κυβερνά με προεδρικά διατάγματα, παρακάμπτοντας σε μεγάλο βαθμό τις συνήθεις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η Τουρκία βρισκόταν αντιμέτωπη με μια υπαρξιακή απειλή από ένα δίκτυο που είχε διεισδύσει βαθιά στον κρατικό μηχανισμό. Οι αντίπαλοί της, όμως, υποστήριξαν ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης χρησιμοποιήθηκε για μια ευρύτερη πολιτική εκκαθάριση.
Περισσότεροι από 100.000 δημόσιοι υπάλληλοι απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους. Ανάμεσά τους βρίσκονταν στρατιωτικοί, δικαστές, εισαγγελείς, πανεπιστημιακοί, εκπαιδευτικοί και εργαζόμενοι σε κρατικούς οργανισμούς.
Χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη με κατηγορίες για συμμετοχή ή υποστήριξη της FETO.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η επέμβαση στον χώρο της εκπαίδευσης. Πανεπιστημιακοί απολύθηκαν, ακαδημαϊκά ιδρύματα τέθηκαν υπό αυστηρότερο έλεγχο, ενώ δεκάδες σχολεία που συνδέονταν με το δίκτυο Γκιουλέν έκλεισαν.
Η αναμόρφωση του στρατού και το τέλος της «πολιτικής κηδεμονίας»
Ένας από τους βασικούς στόχους της κυβέρνησης ήταν η αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τις ένοπλες δυνάμεις.
Για σχεδόν έναν αιώνα, ο τουρκικός στρατός είχε έναν ιδιαίτερο ρόλο στο πολιτικό σύστημα. Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία ήταν τυπικά κοινοβουλευτική δημοκρατία, οι ένοπλες δυνάμεις θεωρούσαν ότι είχαν το δικαίωμα να επεμβαίνουν όταν πίστευαν ότι απειλούνταν οι ιδρυτικές αρχές του κράτους.
Μετά το 2016, αυτή η παράδοση ανατράπηκε.
Δεκάδες χιλιάδες στρατιωτικοί απομακρύνθηκαν, μεταξύ αυτών και ανώτεροι αξιωματικοί. Στρατιωτικές σχολές αναδιοργανώθηκαν, ενώ ενισχύθηκε ο πολιτικός έλεγχος πάνω στις ένοπλες δυνάμεις.
Η κυβέρνηση παρουσίασε τις αλλαγές ως απαραίτητες για να μην υπάρξει ποτέ ξανά πραξικόπημα.
Οι επικριτές, ωστόσο, υποστήριξαν ότι η εκκαθάριση αποδυνάμωσε τη στρατιωτική επαγγελματική κουλτούρα και δημιούργησε έναν στρατό περισσότερο εξαρτημένο από την πολιτική ηγεσία.
Μετά το 2016, ο στρατός έχασε τον ρόλο του «ρυθμιστή» της πολιτικής ζωής που είχε διατηρήσει για δεκαετίες.
Τα αναπάντητα ερωτήματα για τη νύχτα της 15ης Ιουλίου
Παρά την επίσημη εκδοχή της κυβέρνησης, η οποία αποδίδει την ευθύνη αποκλειστικά στο δίκτυο Γκιουλέν, η νύχτα του πραξικοπήματος εξακολουθεί να περιβάλλεται από ερωτήματα.
Ορισμένα στελέχη της αντιπολίτευσης έχουν υποστηρίξει ότι υπήρχαν προειδοποιητικές ενδείξεις πριν από την εκδήλωση της εξέγερσης και ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας πιθανώς είχαν πληροφορίες για επικείμενη στρατιωτική κινητοποίηση.
Ο βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) Σερτζάν Τανρικουλού, μέλος επιτροπής διερεύνησης των γεγονότων, έχει κατηγορήσει την κυβέρνηση ότι δεν έδωσε πλήρεις απαντήσεις για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε το γεγονός ότι δύο από τα σημαντικότερα πρόσωπα ασφαλείας της χώρας εκείνη την περίοδο, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων Χουλουσί Ακάρ και ο επικεφαλής της ΜΙΤ Χακάν Φιντάν, δεν έδωσαν δημόσια κατάθεση στην κοινοβουλευτική διαδικασία διερεύνησης.
Για τους επικριτές της κυβέρνησης, οι «γκρίζες ζώνες» της νύχτας παραμένουν.
Για την κυβέρνηση, αντίθετα, η ουσία δεν αλλάζει: μια τρομοκρατική δομή επιχείρησε να ανατρέψει τη δημοκρατική τάξη και η κοινωνία απέτρεψε την προσπάθεια.
«Ήταν ευλογία από τον Θεό»: Η πολιτική αξιοποίηση της κρίσης
Λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χρησιμοποίησε μια φράση που προκάλεσε διεθνή συζήτηση.
Χαρακτήρισε την απόπειρα ανατροπής ως «ευλογία από τον Θεό», υποστηρίζοντας ότι η κρίση αποκάλυψε τους εχθρούς του κράτους και έδωσε την ευκαιρία στην Τουρκία να αντιμετωπίσει τις απειλές εναντίον της.
Η φράση αυτή αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την 15η Ιουλίου: όχι μόνο ως μια αποτυχημένη στρατιωτική εξέγερση, αλλά ως μια ιστορική στιγμή αναγέννησης του κράτους.
Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές του Ερντογάν θεωρούν ότι η κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε την κρίση για να επιταχύνει έναν ήδη διαμορφωμένο σχεδιασμό συγκέντρωσης εξουσίας.
Το δημοψήφισμα του 2017 και η γέννηση της «νέας Τουρκίας»
Η σημαντικότερη θεσμική συνέπεια της 15ης Ιουλίου ήταν η αλλαγή του πολιτικού συστήματος.
Τον Απρίλιο του 2017, η Τουρκία οδηγήθηκε σε δημοψήφισμα για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Με ποσοστό λίγο πάνω από το 51%, εγκρίθηκε η μετάβαση από το κοινοβουλευτικό στο προεδρικό σύστημα.
Η αλλαγή αυτή θεωρήθηκε από τον Ερντογάν ως αναγκαία για τη δημιουργία ενός ισχυρού και αποτελεσματικού κράτους.
Με το νέο σύστημα:
- καταργήθηκε η θέση του πρωθυπουργού,
- αυξήθηκαν οι αρμοδιότητες του προέδρου,
- ενισχύθηκε ο έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας,
- άλλαξε η διαδικασία διορισμού σε κρίσιμους κρατικούς θεσμούς.
Μετά τις εκλογές του 2018, ο Ερντογάν έγινε ο πρώτος πρόεδρος του νέου συστήματος.
Για τους υποστηρικτές του, η αλλαγή αυτή έβαλε τέλος στις κυβερνητικές αστάθειες του παρελθόντος.
Για την αντιπολίτευση, δημιούργησε ένα υπερσυγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας.
Η δικαιοσύνη και η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς
Ένας από τους πιο έντονους τομείς αντιπαράθεσης μετά το πραξικόπημα ήταν η δικαιοσύνη.
Χιλιάδες δικαστές και εισαγγελείς απομακρύνθηκαν μετά την 15η Ιουλίου, γεγονός που προκάλεσε ανησυχία σε ευρωπαϊκούς θεσμούς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι το δικαστικό σώμα είχε διεισδυθεί από το δίκτυο Γκιουλέν και ότι ήταν απαραίτητη η εκκαθάρισή του.
Οι επικριτές απάντησαν ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δέχθηκε σοβαρό πλήγμα και ότι δημιουργήθηκε ένα σύστημα στο οποίο η πολιτική εξουσία απέκτησε μεγαλύτερη επιρροή στις δικαστικές διαδικασίες.
Οι υποθέσεις πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων και η δίωξη του δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, αποτέλεσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα της συνεχιζόμενης πολιτικής σύγκρουσης.
Η κοινωνία μετά το πραξικόπημα: Ενότητα που δεν κράτησε
Τις πρώτες ημέρες μετά την απόπειρα πραξικοπήματος υπήρξε μια σπάνια εικόνα πολιτικής ενότητας.
Όλα τα μεγάλα κόμματα καταδίκασαν την επέμβαση του στρατού. Πολλοί πολίτες, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, θεώρησαν ότι η Τουρκία δεν έπρεπε να επιστρέψει στην εποχή των στρατιωτικών πραξικοπημάτων.
Η ενότητα αυτή, όμως, δεν κράτησε.
Η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι χρησιμοποίησε την 15η Ιουλίου ως εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης και ότι διεύρυνε τις διώξεις πέρα από τους πραγματικούς υπεύθυνους της απόπειρας.
Η Τουρκία εισήλθε σε μια περίοδο έντονης πόλωσης, όπου η ίδια η ερμηνεία των γεγονότων έγινε αντικείμενο πολιτικής μάχης.
«Ημέρα Δημοκρατίας και Εθνικής Ενότητας»
Η κυβέρνηση Ερντογάν καθιέρωσε την 15η Ιουλίου ως επίσημη εθνική επέτειο με την ονομασία «Ημέρα Δημοκρατίας και Εθνικής Ενότητας».
Κάθε χρόνο πραγματοποιούνται εκδηλώσεις μνήμης, τελετές, ομιλίες και επισκέψεις σε μνημεία αφιερωμένα στα θύματα.
Η γέφυρα του Βοσπόρου, όπου σημειώθηκαν σφοδρές συγκρούσεις, μετονομάστηκε σε «Γέφυρα των Μαρτύρων της 15ης Ιουλίου».
Για την κυβέρνηση, η επέτειος συμβολίζει τη νίκη της λαϊκής βούλησης.
Για την αντιπολίτευση, αποτελεί υπενθύμιση της περιόδου κατά την οποία περιορίστηκαν οι δημοκρατικές ελευθερίες.
Το μήνυμα του Ερντογάν προς το εσωτερικό και τον κόσμο
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνεχίζει να παρουσιάζει την 15η Ιουλίου ως μια στιγμή ιστορικής νίκης.
«Δεν αποτρέψαμε μόνο ένα πραξικόπημα. Γράψαμε ένα έπος που θα μεταδίδεται από γενιά σε γενιά», είναι το μήνυμα που επαναλαμβάνει.
Η Άγκυρα χρησιμοποιεί την επέτειο όχι μόνο για εσωτερική πολιτική συσπείρωση αλλά και ως μήνυμα προς το εξωτερικό: ότι η Τουρκία είναι μια χώρα που δεν μπορεί να ανατραπεί από στρατιωτικές παρεμβάσεις.
Το αφήγημα αυτό συνδέεται με το ευρύτερο όραμα του Ερντογάν για μια «ισχυρότερη Τουρκία», με αυξημένο περιφερειακό ρόλο σε Μέση Ανατολή, Ανατολική Μεσόγειο και διεθνή διπλωματία.
Η κληρονομιά της 15ης Ιουλίου
Εννέα χρόνια μετά, η 15η Ιουλίου 2016 παραμένει το γεγονός που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο καθόρισε την πορεία της σύγχρονης Τουρκίας.
Για τους υποστηρικτές του Ερντογάν, ήταν η νύχτα που ο λαός νίκησε τα τανκς και υπερασπίστηκε τη δημοκρατία.
Για τους επικριτές του, ήταν η στιγμή που μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος μετατράπηκε σε αφετηρία μιας βαθιάς αλλαγής προς ένα πιο συγκεντρωτικό και αυταρχικό μοντέλο εξουσίας.
Η πραγματικότητα βρίσκεται σε μια σύνθετη πολιτική περιοχή όπου συνυπάρχουν δύο διαφορετικές αναγνώσεις: η μνήμη μιας κοινωνίας που αντιστάθηκε σε μια στρατιωτική επέμβαση και η κριτική για τον τρόπο με τον οποίο η επόμενη ημέρα χρησιμοποιήθηκε για την αναμόρφωση ολόκληρου του κράτους.
Η νύχτα της 15ης Ιουλίου δεν αποτελεί πλέον απλώς μια σελίδα της τουρκικής ιστορίας. Είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η Τουρκία της τελευταίας δεκαετίας.
Μια Τουρκία ισχυρότερη για τους υποστηρικτές της κυβέρνησης, βαθύτερα διχασμένη και πιο αυταρχική για τους επικριτές της.
Και όσο η πολιτική μάχη για το παρελθόν συνεχίζεται, τόσο η 15η Ιουλίου θα παραμένει ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της σύγχρονης Τουρκίας.
