ΗΠΑ: Διεθνής Σύνοδος κατά της «ακροαριστερής τρομοκρατίας» – Καλεσμένη και η Ελλάδα

Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο καλεί υπουργούς από περισσότερες από 60 χώρες στην Ουάσιγκτον την επόμενη εβδομάδα σε μια προσπάθεια να τους επιστρατεύσει στη μάχη ενάντια της «ακροαριστερής τρομοκρατίας» και του κινήματος Antifa

ΗΠΑ: Διεθνής Σύνοδος κατά της «ακροαριστερής τρομοκρατίας» – Καλεσμένη και η Ελλάδα

Υπουργούς από περισσότερες από 60 χώρες κάλεσε ο αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο στην Ουάσιγκτον στις 16 Ιουλίου, μεταξύ αυτών και από την Ελλάδα, για να συζητήσουν αυτό που η κυβέρνηση Τραμπ αποκαλεί «αναζωπύρωση της διεθνούς ακροαριστερής τρομοκρατίας».

Σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», την εν λόγω πρόσκληση έλαβαν από την Ελλάδα ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ο οποίος δεν θα παρευρεθεί λόγω φόρτου, αλλά και ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης.

Η πρωτοβουλία, που αποκαλύφθηκε από την Washington Post, εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητες της αμερικανικής αντιτρομοκρατικής πολιτικής, μεταφέροντας το επίκεντρο από την ισλαμιστική τρομοκρατία και τη βία της άκρας δεξιάς στην «ακροαριστερή τρομοκρατία».

Ωστόσο, έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και μεταξύ ευρωπαίων συμμάχων, οι οποίοι μιλώντας στην Post, αμφισβητούν κατά πόσο η απειλή που περιγράφει η Ουάσιγκτον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Η σύνοδος του Ρούμπιο

Όπως μεταδίδει η αμερικανική εφημερίδα, στη συνάντηση έχουν προσκληθεί υπουργοί και ανώτεροι αξιωματούχοι από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, μεγάλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και κράτη της Ασίας, όπως η Ινδία, η Ινδονησία και η Σιγκαπούρη.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστηρίζει ότι η ακροαριστερή τρομοκρατία αποτελεί μια «παλιά απειλή που επανεμφανίζεται», με ολοένα ισχυρότερους διακρατικούς δεσμούς, και ότι απαιτείται στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών, επιβολής του νόμου και αντιτρομοκρατικών μέτρων.

Ωστόσο, αμερικανοί αξιωματούχοι που μίλησαν στην Post εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της αντιτρομοκρατίας για ευρύτερους πολιτικούς σκοπούς, αποκτώντας περισσότερες δυνατότητες παρακολούθησης και δίωξης αμερικανών ακτιβιστών που θεωρεί συνδεδεμένους με την άκρα αριστερά – εργαλεία που φοβούνται ότι μπορεί να χρησιμοποιηθούν και από μια ενδεχόμενη Δημοκρατική κυβέρνηση κατά συντηρητικών ακτιβιστών.

Ο Λευκός Οίκος απορρίπτει τις επικρίσεις, υποστηρίζοντας ότι η νέα αντιτρομοκρατική στρατηγική που δημοσιεύθηκε τον Μάιο δεν στοχεύει πολιτικούς αντιπάλους και δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί εναντίον αμερικανών πολιτών μόνο και μόνο επειδή διαφωνούν με την κυβέρνηση.

Μια στρατηγική που χτίζεται εδώ και μήνες

Όπως είχαν γράψει ήδη πριν από δυο μήνες οι New York Times, η κυβέρνηση Τραμπ έχει αρχίσει εδώ και καιρό να αναπροσανατολίζει την αντιτρομοκρατική της πολιτική, θεωρώντας ότι η άκρα αριστερά αποτελεί μια «υποτιμημένη διεθνή απειλή».

Σύμφωνα με εκείνο το δημοσίευμα, η κυβέρνηση επιδιώκει να πείσει συμμάχους σε Ευρώπη, Καναδά και Αυστραλία να αντιμετωπίσουν με διαφορετικό τρόπο οργανώσεις που συνδέονται με τον αντιφασιστικό χώρο, υποστηρίζοντας ότι η μέχρι σήμερα προσήλωση στην ισλαμιστική τρομοκρατία έχει περιορίσει τον τρόπο με τον οποίο οι δυτικές κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται τις σύγχρονες απειλές.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το κίνημα Antifa, το οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε τον περασμένο Σεπτέμβριο με εκτελεστικό διάταγμα ως «εγχώρια τρομοκρατική οργάνωση», παρότι δεν αποτελεί ενιαία οργάνωση αλλά ένα χαλαρά οργανωμένο δίκτυο αντιφασιστικών συλλογικοτήτων χωρίς κεντρική διοίκηση ή ηγεσία. Η κίνηση αυτή ακολούθησε τη δολοφονία του συντηρητικού influencer Τσάρλι Κερκ.

Οι Times αναφέρουν επίσης ότι το Antifa προστέθηκε τότε για πρώτη φορά στις προτεραιότητες του Πλαισίου Εθνικών Πληροφοριών των ΗΠΑ, ενός διαβαθμισμένου εγγράφου που χρησιμοποιεί το Γραφείο του Διευθυντή των Εθνικών Πληροφοριών και άλλες υπηρεσίες για να καθορίσουν πού θα επικεντρώσουν τους πόρους και την προσοχή τους. Μέχρι τότε σε αυτό περιλαμβάνονταν οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος.

Οι πιέσεις προς τους συμμάχους

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, η Ουάσιγκτον προσπαθεί να οικοδομήσει διεθνή συναίνεση.

Προηγήθηκαν συναντήσεις στη Χάγη και στην Οτάβα, ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απέστειλε τηλεγραφήματα σε περισσότερες από είκοσι αμερικανικές πρεσβείες ζητώντας πληροφορίες για ακροαριστερές εξτρεμιστικές οργανώσεις.

Ωστόσο, σύμφωνα τόσο με την Washington Post όσο και με τους New York Times, η ανταπόκριση των συμμάχων υπήρξε ιδιαίτερα χλιαρή.

Αρκετοί Ευρωπαίοι διπλωμάτες εμφανίζονται να δηλώνουν ότι στις χώρες τους η ακροαριστερή τρομοκρατία δεν αποτελεί προτεραιότητα για τις υπηρεσίες ασφαλείας, ενώ κάποιοι ανέφεραν ότι δεν κατανοούν καν γιατί προσκλήθηκαν στη σύνοδο. Χαρακτηριστική είναι η φράση Ευρωπαίου διπλωμάτη στην Washington Post: «Δεν έχουμε αντιφασιστική τρομοκρατική οργάνωση στη χώρα μας».

Οι χαρακτηρισμοί οργανώσεων και η Ελλάδα

Τον περασμένο Νοέμβριο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενέταξε τέσσερις ευρωπαϊκές οργανώσεις στον κατάλογο με τις ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις: δύο από την Ελλάδα («Ένοπλη Προλεταριακή Δικαιοσύνη» και «Επαναστατική Ταξική Αυτοάμυνα»), μία από τη Γερμανία και μία από την Ιταλία.

Ο αμερικανικός κατάλογος τρομοκρατικών οργανώσεων περιλαμβάνει ομάδες όπως η Χαμάς, η Αλ Κάιντα και η Χεζμπολάχ.

Η συγκεκριμένη απόφαση είχε θεωρηθεί ασυνήθιστη, καθώς οι ακροαριστερές εξτρεμιστικές ομάδες στην Ευρώπη αντιμετωπίζονται συνήθως ως απειλές για την εσωτερική ασφάλεια των κρατών και όχι ως διεθνή τρομοκρατικά δίκτυα, που εμπίπτουν σε κυρώσεις ξένης τρομοκρατίας.

Οι New York Times έγραφαν τότε πως έλληνας ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος ανέφερε ότι οι δύο αυτές ελληνικές οργανώσεις θεωρούνται μικρές και περιορισμένης δράσης, ωστόσο η Αθήνα δεν αντέδρασε δημόσια στον αμερικανικό χαρακτηρισμό προκειμένου να αποφύγει τριβές με την κυβέρνηση Τραμπ.

Ανάλογη ήταν και η αντίδραση της Γερμανίας, όπου κυβερνητικοί αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι η ομάδα Antifa Ost δεν συνιστά σοβαρή απειλή, καθώς τα βασικά της στελέχη έχουν ήδη συλληφθεί ή καταδικαστεί.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version