Η ερώτηση στηρίζεται σε δύο λανθασμένες παραδοχές: ότι το κράτος πρόνοιας χρηματοδοτείται μόνο με νέα δαπάνη και νέους φόρους, και —βαθύτερα— ότι μοναδικός σκοπός της πολιτικής είναι να μεγαλώνει ένας αριθμός, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ).
Όπως θα δείξω με τρεις συγκεκριμένες προτάσεις, δεν χρειάζονται νέοι φόροι για φθηνότερο ρεύμα, αυξήσεις μισθών, προσλήψεις δασκάλων, γιατρών και νοσηλευτών, και στέγαση για όλους. Το πρόβλημα όμως θα επανέρχεται, ξανά και ξανά, όσο συνεχίζουμε να μετράμε την επιτυχία μιας χώρας με ένα και μόνο μέγεθος. Γι’ αυτό, αφού δούμε τι μπορεί να γίνει τώρα με τους πόρους που ήδη υπάρχουν, θα εξηγήσω γιατί χρειάζεται και μια βαθύτερη αλλαγή: στον τρόπο που μετράμε την ίδια την ευημερία.
Πρώτον: να πάψουμε να «χαρίζουμε» έσοδα
Δεν μπορεί κάποιος με εισόδημα 18.000 ευρώ από εργασία να επιβαρύνεται με υψηλότερο πραγματικό συντελεστή απ’ ό,τι κάποιος με 180.000 ευρώ από μερίσματα. Κι όμως συμβαίνει: η μισθωτή εργασία και η μεσαία τάξη σηκώνουν διαρκώς το βάρος, ενώ μια μέτρια, σταθερή και προβλέψιμη φορολόγηση εμπνέει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από χαμηλή φορολόγηση για το 1% με καθεστώς εξαιρέσεων που αλλάζει διαρκώς.
Θα ακουστεί ίσως η ένσταση ότι όταν μειώθηκε ο φόρος μερισμάτων στο 5% τα έσοδα αυξήθηκαν μετά το 2020, άρα η χαμηλή φορολόγηση «αποδίδει». Η αύξηση όμως συνέπεσε με τη μετά-πανδημική ανάκαμψη της οικονομίας και με ένα γνωστό φαινόμενο: επιχειρήσεις που μετατοπίζουν χρονικά τις διανομές γύρω από αλλαγές συντελεστή, και ιδιοκτήτες που μετατρέπουν αμοιβή σε μέρισμα για να πληρώσουν 5% αντί έως 44%. Η χαμηλή φορολόγηση λοιπόν δεν αποδίδει από μόνη της· δημιουργεί κίνητρο επανακατηγοριοποίησης εισοδήματος, εις βάρος άλλων εσόδων του κράτους.
Το ίδιο μοτίβο —χαμηλή φορολόγηση για λίγους, με το επιχείρημα ότι «θα αποδώσει»— επαναλαμβάνεται αλλού. Η μείωση φορολογίας υπεραξίας για λίγες δεκάδες νομικά πρόσωπα στοίχισε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Το περιουσιολόγιο, αν και ψηφισμένο, παραμένει παγωμένο. Ο αναβαλλόμενος φόρος των τραπεζών θεσπίστηκε ως κεφαλαιακή ανάσα εν μέσω κρίσης· σήμερα όμως, με τις τράπεζες να έχουν κερδοφορία ρεκόρ, το μέτρο αυτό θα έπρεπε να συνοδεύεται από στοχευμένη εισφορά στα υπερκέρδη, όπως έκαναν ήδη αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ.
Δεύτερον: να πάψουμε να χάνουμε χρήματα και να ξοδεύουμε λανθασμένα
Χάνουμε πόρους που ήδη διαθέτουμε. Στην ενέργεια, εργαλεία όπως το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα, το Ταμείο Απανθρακοποίησης των Νησιών και πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ μένουν αναξιοποίητα, ενώ άλλα κράτη-μέλη τα μοχλεύουν ήδη για ενεργειακή δημοκρατία — τη βασική λύση στην ενεργειακή φτώχεια και την ακρίβεια. Ένα μέσο νοικοκυριό σε ενεργειακή κοινότητα μπορεί να εξοικονομήσει έως 1.100 ευρώ τον χρόνο, σύμφωνα με εκτιμήσεις φορέων ενεργειακών κοινοτήτων στην Ελλάδα.
Το ίδιο συμβαίνει με την έρευνα: προγράμματα καθυστερούν ή απεντάσσονται, στερώντας πόρους από πανεπιστήμια και νέους επιστήμονες, όπως έδειξε η απώλεια κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης για το πρόγραμμα «Εμπιστοσύνη στα Αστέρια μας».
Σπατάλη υπάρχει και στην τεχνολογία. Δημόσια κονδύλια κατευθύνονται σε κλειστές, ιδιοκτησιακές πλατφόρμες, εγκλωβίζοντας το Δημόσιο σε λίγους προμηθευτές και ακριβές άδειες. Η στροφή σε ανοιχτές τεχνολογικές λύσεις θα μπορούσε αντίθετα να αποδώσει διαρθρωτική εξοικονόμηση: μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2021) εκτιμά ότι αύξηση 10% στη χρήση ανοιχτού λογισμικού θα πρόσθετε ετησίως 0,4%–0,6%στο ΑΕΠ της ΕΕ. Παράλληλα, ο δημόσιος τομέας θα μείωνε το κόστος κατοχής λογισμικού και θα απέφευγε τον εγκλωβισμό σε συγκεκριμένους προμηθευτές.
Τρίτον: ο αόρατος «φόρος της διαφθοράς»
Υπάρχει κι ένας φόρος που πληρώνουν όλοι και όλες χωρίς να τον βλέπουν: λειτουργεί ως κρυφό κόστος μέσα από αδιαφανείς αναθέσεις, σπατάλη πόρων, κακής ποιότητας έργα και απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.Κάθε ευρώ που ανακτάται από την καταπολέμηση της διαφθοράς είναι ένα ευρώ που πάει σε καλύτερα σχολεία και νοσοκομεία. Δεν είναι μόνο ζήτημα θεσμικής τάξης· είναι αναπτυξιακή στρατηγική, γιατί μια χώρα με εμπιστοσύνη αξιοποιεί καλύτερα τους πόρους της, προσελκύει επενδύσεις και δίνει στους νέους λόγο να μείνουν.
Και τώρα το πιο δύσκολο ερώτημα: τι ανάπτυξη θέλουμε;
Οι τρεις προτάσεις παραπάνω δείχνουν ότι λεφτά υπάρχουν, αρκεί να τα αναζητήσουμε σωστά. Όμως, ακόμα κι αν εφαρμοστούν όλες, το ερώτημα «πού θα βρεθούν τα λεφτά» θα ξαναγυρίσει σε κάθε νέα συζήτηση, γιατί η ρίζα του δεν είναι δημοσιονομική αλλά πολιτική: μετράμε την πρόοδο μιας χώρας με λανθασμένο τρόπο.Όσο η επιτυχία ταυτίζεται αποκλειστικά με έναν αριθμό, κάθε νέα κοινωνική δαπάνη θα εμφανίζεται ως «έξοδο» και όχι ως επένδυση σε αυτό που πραγματικά μετράει.
Η σημερινή πολιτική συζήτηση ταυτίζει την επιτυχία με την αύξηση του ΑΕΠ. Το ΑΕΠ μετράει τον τζίρο, όχι αν ζεσταίνετε το σπίτι σας· μετράει megaprojects όπως τα ορυχεία εξόρυξης χρυσού στη Χαλκιδική, όχι αν το παιδί σας βρήκε δουλειά εδώ ή αναγκάστηκε να φύγει. Μετράει ακόμη ως ανάπτυξη τα έξοδα αποκατάστασης από πυρκαγιές και πλημμύρες, λες κι η καταστροφή είναι πρόοδος.
Αυτό το μοντέλο λέγεται «φθηνή» ανάπτυξη: φθηνή εργασία, φθηνό περιβάλλον, φθηνοί θεσμοί. Το κόστος όμως το πληρώνει κάποιος: οι εργαζόμενοι με μισθούς πείνας, η Δυτική Μακεδονία ή η Μεγαλόπολη με δεκαετίες ρύπανσης, χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις και τοπία που δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ. Κόστη που κανένα γράφημα ανάπτυξης δεν καταγράφει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΑΕΠ είναι άχρηστο· παραμένει αναγκαία συνθήκη για μια χώρα που βγήκε από πολυετή κρίση. Δεν είναι όμως ικανή: από μόνο του δεν λέει αν ο πλούτος βελτιώνει ζωές. Το αναγνωρίζουν εδώ και χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή —μέσω της πρωτοβουλίας «Πέρα από το ΑΕΠ»—, ο ΟΟΣΑ, μέσω του δικού του πλαισίου δεικτών ευημερίας «How’s Life?», και ο ΟΗΕ, μέσω των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης. Και οι τρεις οργανισμοί πλαισιώνουν πλέον το ΑΕΠ με δείκτες ποιότητας ζωής, κοινωνικής ένταξης, περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και διανομής πλούτου. Στην Ελλάδα, αντίθετα, κυβέρνηση και τα περισσότερα κόμματα λειτουργούν σαν να ζούμε σε προηγούμενες δεκαετίες.
Τι θα σήμαινε στην πράξη μια τέτοια αλλαγή; Θα σήμαινε μια πραγματική Πολιτική της Ευημερίας, με πέντε συγκεκριμένα βήματα. Πρώτο, ένα Εθνικό Πλαίσιο Ευημερίας ευθυγραμμισμένο με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Δεύτερο, ένα ανεξάρτητο Παρατηρητήριο υπό κοινοβουλευτική εποπτεία, που θα δημοσιεύει ετήσια Έκθεση, όπως δημοσιεύεται σήμερα ο κρατικός προϋπολογισμός. Τρίτο, εκτίμηση επιπτώσεων στην ευημερία για κάθε νέα πολιτική, με τον ίδιο τρόπο που σήμερα γίνεται η δημοσιονομική εκτίμηση επιπτώσεων· κανένας νόμος δεν θα περνούσε από τη Βουλή χωρίς να ξέρουμε τι θα κάνει στην ποιότητα ζωής, όχι μόνο στο ταμείο. Τέταρτο, ενσωμάτωση αυτών των δεικτών στον σχεδιασμό κάθε υπουργείου, ώστε να μην μένουν σε ένα ξεχωριστό «στολίδι» αλλά να διαπερνούν τις πολιτικές. Πέμπτο, περιφερειακά προφίλ ευημερίας, ώστε η Δυτική Μακεδονία ή η Μεγαλόπολη να μην είναι απλώς γραμμές σε ένα εθνικό μέσο όρο, αλλά περιοχές με δικά τους, μετρήσιμα, ανοιχτά πληρωμένα χρέη προς αποκατάσταση.
Μαγικό ραβδί δεν υπάρχει. Χρειάζεται πολυετής στρατηγική δίκαιης ανάπτυξης: μια οικονομία που παράγει, εξάγει και καινοτομεί, στηριγμένη στη γνώση και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε περιφέρειας. Η διαφορά είναι πως αυτή η ανάπτυξη δεν κρίνεται από το πόσο μεγαλώνει, αλλά από το αν βελτιώνει πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων και το περιβάλλον.
Τα λεφτά, λοιπόν, θα βρεθούν στη δικαιότερη φορολογία, στην αξιοποίηση πόρων που σήμερα χάνονται, στην πάταξη της διαφθοράς και σε ένα σχέδιο που παράγει νέο πλούτο. Για μια Ελλάδα όπου η πρόοδος δεν μετριέται μόνο σε ποσοστά ανάπτυξης, αλλά σε ποιότητα ζωής και οικολογική ανθεκτικότητα. Αυτό που λείπει δεν είναι τα χρήματα ούτε οι δείκτες. Είναι η πολιτική βούληση να σταματήσουμε να μετράμε λανθασμένα και να ξοδεύουμε λανθασμένα.
Ο Βασίλης Κωστάκης είναι Καθηγητής Τεχνολογικής Διακυβέρνησης και Βιωσιμότητας στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Τάλιν και επισκέπτης ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.
