Μια αγορά που προσπαθεί να αντέξει μέσα σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους, διοικητικών βαρών και περιορισμένης πρόσβασης σε χρηματοδότηση αποτυπώνει η νέα έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας (ΒΕΑ) σε συνεργασία με την KPMG.
Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δηλώνουν ότι συνεχίζουν να λειτουργούν υπό έντονη πίεση, παρά τη βελτίωση ορισμένων οικονομικών δεικτών, ζητώντας από την Πολιτεία ένα πιο σταθερό και λειτουργικό πλαίσιο για να μπορέσουν να επενδύσουν και να αναπτυχθούν.
Το κόστος λειτουργίας παραμένει το μεγαλύτερο βάρος για τις επιχειρήσεις
Η ακρίβεια, οι αυξήσεις στις πρώτες ύλες και το ενεργειακό κόστος εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό παράγοντα πίεσης για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.
Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 382 επιχειρήσεις από εννέα βασικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, καταγράφει μια πραγματικότητα όπου πολλές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους, καθώς το κόστος αυξάνεται ταχύτερα από τη δυνατότητα προσαρμογής τους.
Το 65% των επιχειρήσεων αναφέρει ότι η αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες αποτελεί τη σημαντικότερη επιβάρυνση, ενώ το 51% επισημαίνει το ενεργειακό κόστος ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις.
Ειδικότερα:
Το 69% δηλώνει ότι το κόστος των πρώτων υλών αυξήθηκε σημαντικά την τελευταία διετία.
Το 65% θεωρεί ότι η ενέργεια επηρεάζει καθοριστικά τη βιωσιμότητα της επιχείρησής του.
Το 54% έχει περιορίσει την παραγωγή ή τη λειτουργία του λόγω της ενεργειακής επιβάρυνσης.
Το 71% αδυνατεί να μετακυλήσει τις αυξήσεις κόστους στους καταναλωτές, με αποτέλεσμα να πιέζονται τα περιθώρια κέρδους.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά την αποκλιμάκωση ορισμένων πληθωριστικών πιέσεων, η καθημερινή λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων εξακολουθεί να επηρεάζεται έντονα από το κόστος.
Η γραφειοκρατία εξακολουθεί να επιβαρύνει την καθημερινή λειτουργία
Δεύτερος μεγάλος πονοκέφαλος για τις επιχειρήσεις είναι το διοικητικό βάρος.
Το 74% των συμμετεχόντων στην έρευνα δηλώνει ότι η γραφειοκρατία επηρεάζει σημαντικά ή πολύ σημαντικά τη λειτουργία της επιχείρησής του.
Παρά την ψηφιοποίηση αρκετών διαδικασιών του Δημοσίου, οι επιχειρηματίες θεωρούν ότι οι υποχρεώσεις συμμόρφωσης παραμένουν σύνθετες και απαιτούν σημαντικό χρόνο.
Χαρακτηριστικό είναι ότι:
Το 34% των επιχειρήσεων αφιερώνει περισσότερες από δέκα ώρες κάθε μήνα για διοικητικές και κανονιστικές υποχρεώσεις.
Μόλις το 13% αξιολογεί ως ιδιαίτερα αποτελεσματικές τις βασικές ψηφιακές πλατφόρμες του Δημοσίου.
Μεταξύ των διαδικασιών που προκαλούν τη μεγαλύτερη επιβάρυνση αναφέρονται τα συστήματα myDATA, ΕΡΓΑΝΗ και οι λοιπές ψηφιακές υποχρεώσεις συμμόρφωσης.
Οι επιχειρήσεις ζητούν απλούστερες διαδικασίες αδειοδότησης και περιορισμό του διοικητικού κόστους, το οποίο θεωρούν ότι λειτουργεί ανασταλτικά για την ανάπτυξή τους.
Δύσκολη η πρόσβαση σε χρηματοδότηση για επενδύσεις και ανάπτυξη
Η χρηματοδότηση παραμένει ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για τις μικρές επιχειρήσεις, καθώς η πρόσβαση σε τραπεζικά εργαλεία εξακολουθεί να θεωρείται δύσκολη.
Το 77% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τραπεζικό δανεισμό.
Παράλληλα:
Το 62% αναζήτησε τραπεζική χρηματοδότηση την τελευταία διετία.
Από αυτές τις επιχειρήσεις, το 27% είδε το αίτημά του να απορρίπτεται.
Τα υψηλά επιτόκια, τα αυστηρά πιστοδοτικά κριτήρια και οι χρονοβόρες διαδικασίες αποτελούν τους βασικούς λόγους δυσκολίας.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ζητούν πιο προσαρμοσμένα χρηματοδοτικά εργαλεία, καλύτερη ενημέρωση για προγράμματα ενίσχυσης και ευκολότερη πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια.
Η έλλειψη εργαζομένων περιορίζει την παραγωγική δυνατότητα
Το ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί ακόμη ένα κρίσιμο ζήτημα για τη βιωσιμότητα των μικρών επιχειρήσεων.
Το 74% δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην εύρεση κατάλληλου προσωπικού, ενώ το πρόβλημα επηρεάζει άμεσα την παραγωγική δυνατότητα και την ανάπτυξή τους.
Σύμφωνα με τα ευρήματα:
Το 62% αναφέρει ότι η έλλειψη εργαζομένων επηρεάζει την παραγωγή και την ανάπτυξη της επιχείρησης.
Το 79% έχει περιορίσει δραστηριότητες λόγω δυσκολίας εύρεσης προσωπικού.
Για το 51% το πρόβλημα σχετίζεται με τη χαμηλή διαθεσιμότητα εργαζομένων.
Για το 30% αφορά την έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων.
Η έρευνα αναδεικνύει την ανάγκη για καλύτερη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς, περισσότερα προγράμματα κατάρτισης και ενίσχυση των τεχνικών επαγγελμάτων, τα οποία αντιμετωπίζουν σημαντικές ελλείψεις προσωπικού.
Τι ζητούν οι μικρές επιχειρήσεις από την Πολιτεία και το ΒΕΑ
Τα μέλη του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας ζητούν πιο ενεργό ρόλο του Επιμελητηρίου και ισχυρότερη παρέμβαση προς την Πολιτεία.
Μεταξύ των βασικών αιτημάτων τους είναι:
- Ισχυρότερη εκπροσώπηση στα ζητήματα που αφορούν τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.
- Παρεμβάσεις στη φορολογία, τις ασφαλιστικές εισφορές και το κανονιστικό πλαίσιο.
- Συμβουλευτική υποστήριξη σε φορολογικά, εργασιακά και θέματα αδειοδοτήσεων.
- Στοχευμένη ενημέρωση για χρηματοδοτικά εργαλεία και επενδυτικά προγράμματα.
- Προγράμματα κατάρτισης με έμφαση στις ψηφιακές δεξιότητες και την τεχνητή νοημοσύνη.
- Περισσότερες δράσεις εξωστρέφειας και επιχειρηματικών συνεργασιών.
ΒΕΑ: Οι επιχειρήσεις ζητούν χώρο για να αναπτυχθούν
Ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, χαρακτήρισε την έρευνα μια «καθαρή αποτύπωση» της πραγματικότητας που βιώνουν σήμερα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Όπως ανέφερε, το υψηλό λειτουργικό κόστος, η φορολογική επιβάρυνση, η γραφειοκρατία, η δυσκολία χρηματοδότησης και η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού αποτελούν τα βασικά εμπόδια για τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξή τους.
Οι επιχειρήσεις, σύμφωνα με το ΒΕΑ, δεν ζητούν ειδική μεταχείριση, αλλά ένα περιβάλλον που θα τους επιτρέπει να λειτουργούν με μεγαλύτερη ασφάλεια, να επενδύουν και να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας.
Η εικόνα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι η μικρή επιχειρηματικότητα παραμένει ανθεκτική, αλλά χρειάζεται λιγότερα εμπόδια και περισσότερα εργαλεία για να μπορέσει να περάσει από την επιβίωση στην ανάπτυξη.
