Παρά το γεγονός ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του πνεύμονα έχει ενταχθεί στις επίσημες προτεραιότητες της Πολιτείας, το αντίστοιχο πιλοτικό πρόγραμμα παραμένει σε φάση προετοιμασίας, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής. Η αναγνώριση της ανάγκης έχει ήδη γίνει. Το ζητούμενο πλέον είναι η μετάβαση από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση.
Το βάρος της νόσου στην Ελλάδα είναι αδιαμφισβήτητο. Με περίπου 9.000 νέα περιστατικά και περισσότερους από 8.000 θανάτους ετησίως, ο καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί τη συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο στη χώρα. Παράλληλα, παραμένει ένας από τους καρκίνους που διαγιγνώσκονται συχνότερα σε προχωρημένο στάδιο, όταν οι θεραπευτικές επιλογές είναι περιορισμένες και η πρόγνωση δυσμενέστερη. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η διεθνής επιστημονική κοινότητα έχει στραφεί τα τελευταία χρόνια στην οργανωμένη εφαρμογή προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου για πληθυσμούς υψηλού κινδύνου.
Η επιστημονική τεκμηρίωση υπέρ του προσυμπτωματικού ελέγχου με αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης (Low Dose CT – LDCT) είναι πλέον ισχυρή. Μεγάλες διεθνείς μελέτες έχουν δείξει ότι ο συστηματικός έλεγχος σε καπνιστές και πρώην καπνιστές υψηλού κινδύνου μπορεί να μειώσει σημαντικά τη θνησιμότητα από καρκίνο του πνεύμονα μέσω της έγκαιρης διάγνωσης. Όταν η νόσος ανιχνεύεται σε αρχικό στάδιο, τα ποσοστά πενταετούς επιβίωσης μπορούν να ξεπεράσουν το 80%-90%, σε αντίθεση με τα ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά που καταγράφονται στις μεταστατικές μορφές της νόσου.
Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του πνεύμονα αποτελεί πλέον αναγκαία παρέμβαση δημόσιας υγείας και όχι απλώς μια δυνητική μελλοντική επιλογή. Η Εταιρεία έχει ταχθεί υπέρ της ανάπτυξης ενός οργανωμένου εθνικού προγράμματος, το οποίο θα βασίζεται σε σαφή κριτήρια επιλογής των δικαιούχων, σε πιστοποιημένα διαγνωστικά κέντρα, σε εξειδικευμένες πολυεπιστημονικές ομάδες και σε συστήματα παρακολούθησης των αποτελεσμάτων. Παράλληλα, έχει επισημάνει ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος πρέπει να συνδυάζεται με παρεμβάσεις διακοπής καπνίσματος, ώστε να μεγιστοποιείται το όφελος για τη δημόσια υγεία.
Η Πολιτεία έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα ενισχύσει το πρόγραμμα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» με 300 εκατομμύρια ευρώ από εθνικούς πόρους, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική επιλογή υπέρ της πρόληψης και της έγκαιρης διάγνωσης. Ωστόσο, παραμένει ασαφές εάν το πιλοτικό πρόγραμμα για τον καρκίνο του πνεύμονα θα ενταχθεί στο ίδιο χρηματοδοτικό πλαίσιο ή εάν θα απαιτηθεί ξεχωριστός μηχανισμός χρηματοδότησης. Η απουσία συγκεκριμένων πληροφοριών σχετικά με τους διαθέσιμους πόρους, το μοντέλο υλοποίησης και τη διαδικασία ένταξης των δικαιούχων δημιουργεί εύλογη αβεβαιότητα για την πορεία του σχεδιασμού.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πλέον η επιστημονική τεκμηρίωση ούτε η πολιτική αναγνώριση της ανάγκης. Είναι η επιχειρησιακή ετοιμότητα. Σε ποιο στάδιο βρίσκεται σήμερα η προετοιμασία του πιλοτικού προγράμματος; Έχουν οριστικοποιηθεί τα κριτήρια συμμετοχής; Έχουν επιλεγεί τα κέντρα που θα συμμετάσχουν; Υπάρχει ολοκληρωμένο πλάνο καταγραφής, αξιολόγησης και παρακολούθησης των αποτελεσμάτων; Και κυρίως, υπάρχει δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για την έναρξη και την ολοκλήρωση της πιλοτικής φάσης;
Τα ερωτήματα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη η προβλεπόμενη αύξηση του επιδημιολογικού φορτίου τα επόμενα χρόνια. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι τα περιστατικά καρκίνου του πνεύμονα ενδέχεται να αυξηθούν σημαντικά έως το 2035, γεγονός που καθιστά τον χρόνο κρίσιμο παράγοντα πολιτικής υγείας. Κάθε έτος καθυστέρησης μεταφράζεται σε χαμένες ευκαιρίες έγκαιρης διάγνωσης, σε περισσότερες διαγνώσεις προχωρημένης νόσου και σε αυξημένο κοινωνικό και οικονομικό κόστος για το σύστημα υγείας.
Το ερώτημα που αναδύεται πλέον είναι σαφές: εφόσον το πρόγραμμα έχει ήδη ανακοινωθεί ως προτεραιότητα δημόσιας υγείας και διαθέτει την υποστήριξη της επιστημονικής κοινότητας, σε ποιο ακριβώς στάδιο βρίσκεται η προετοιμασία του σήμερα, από ποιους πόρους θα χρηματοδοτηθεί και ποια είναι τα συγκεκριμένα βήματα που θα επιτρέψουν την έναρξη εφαρμογής του μέσα στο 2026; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα κρίνει εάν η χώρα θα περάσει από τις εξαγγελίες στην πράξη σε έναν τομέα όπου η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να σώσει χιλιάδες ζωές.
