Βαθμολογία
5: εξαιρετική
4: πολύ καλή
3: καλή
2: ενδιαφέρουσα
1: μέτρια
0: απαράδεκτη
«Ημέρα αποκάλυψης» (Disclosure day)

Παραγωγή: ΗΠΑ, 2026
Σκηνοθεσία: Στίβεν Σπίλμπεργκ
Ηθοποιοί: Τζος Ο’ Κόνορ, Εμιλι Μπλαντ, Κόλιν Φερθ κ.α.
Οι εξωγήινοι, από πολύ νωρίς στην καριέρα του Στίβεν Σπίλμπεργκ, έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο. Με την εξαίρεση του «Πολέμου των κόσμων» (2005), οι διαθέσεις του σκηνοθέτη απέναντι στην εξωγήινη «απειλή» στις ιστορίες του ήταν πάντα φιλικές – αρκεί να θυμηθείς τις «Στενές επαφές τρίτου τύπου» (1977) και – κυρίως – το «Ε.Τ ο εξωγήινος» (1982).
Ωστόσο, στην τελευταία ταινία του, ο σκηνοθέτης πηγαίνει το θέμα ακόμα πιο μακριά και «θυματοποιεί» τους εξωγήινους στα χέρια των «κακών» ανθρώπων που στοχοποιούν πάντα αυτό που δεν καταλαβαίνουν, ή αυτό για το οποίο δεν καταβάλουν λίγο κόπο ώστε να καταλάβουν καλύτερα.
Στην «Ημερα αποκάλυψης» ο εξωγήινος παράγοντας βρίσκεται στον πλανήτη μας εδώ και πολλά χρόνια, έχει καταπιεστει αφόρητα από τις εξουσίες και τώρα ζητά να βρει το δίκιο του με «οδηγούς» μια μετεωρολόγο από το Κάνσας (Εμιλι Μπλαντ) και έναν πρώην κατάδικο για κυβερνοεπιθέσεις (Τζος Ο’ Κόνορ).
Ο τελευταίος έγινε μέλος μιας μυστικής υπηρεσίας της αμερικανικής κυβέρνησης ειδικευμένης στις έρευνες γύρω από εξωγήινα όντα, από την οποία αποστάτησε έχοντας στην διάθεσή του καυτά στοιχεία που εκθέτουν εξουσίες σε μια περίοδο 79 ετών. Οι δύο αυτοί άνθρωποι θα γίνουν φορείς μιας… «φιλοεξωγήινης καμπάνιας» που στόχο έχει να αποκαλύψει στην ανθρωπότητα τα εγκλήματα που έχουν προκύψει από την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Ντυμένη με όλα τα στοιχεία της γοργής «αστυνομικής» περιπέτειας, με διαλείμματα «φιλοσοφικών» διαλόγων και με μια πολύ καλή Μπλαντ στον ρόλο μιας γυναίκας που φέρεται εκτός αυτού χωρίς να το θέλει (μιλά κορεάτικα, ρώσικα και την γλώσσα των εξωγήινων), η «Ημέρα αποκάλυψης» διόλου τυχαία ίσως, γυρίστηκε σε μια περίοδο που οι συζητήσεις για την ζωή εκτός γης έχουν αυξηθεί.
Φυσικά, ο Σπίλμπεργκ θέλει να μιλήσει για τα εγκλήματα του ανθρώπου προς τον άνθρωπο έχοντας ως πρόσχημα το εξωγήινο στοιχείο. Όμως σε αφήνει αμήχανο απέναντι όχι τόσο σε αυτό που ουσιαστικά θέλει να πει αλλά στο πως το λέει. Το όλο εγχείρημα διακρίνεται από τόσο ισχυρές δόσεις αφέλειας που απέναντί τους η σκηνοθετική μαγεία του Σπίλμπεργκ (γιατί όπως και να το κάνουμε, αυτός ο σκηνοθέτης είναι ένας μάγος της εικόνας) δείχνει αδύναμη. Ωστόσο, η ώρα περνά χωρίς να το καταλάβεις γιατί το ψυχαγωγικό σκέλος του εγχειρήματος είναι μια καλοκουρδισμένη «σπιλμπεργκική» μηχανή. Και ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό. Ως εκεί όμως. Ούτε βήμα παρακάτω.
Βαθμολογία: 2 ½
Προβάλλεται σε περισσότερες από 110 αίθουσες σε όλη την Ελλάδα
«Ο ξένος» (L’ etranger, Γαλλία, 2025)

Σκηνοθεσία: Φρανσουά Οζόν
Ηθοποιοί: Μπενζαμέν Βουασόν, Ρεμπέκα Μαρντέρ κ.α.
Λευκός, νέος και μόνος. Κυκλοφορεί στους δρόμους του ηλιοφωτου Αλγερίου. Γνωρίζει πρόσωπα, έρχεται σε σύγκρουση με Αραβες. Ενας φόνος. Η δίκη. Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει την συμπεριφορά του νέου. Είναι ένας ξένος, παντού, με όλους, με όλα. Ξένος και με τον εαυτό του. Είναι ο Μερσό (Μπενζαμέν Βουασόν), ο κεντρικός (και μόνος) ήρωας του αριστουργηματικού μυθιστορήματος του Αλμπέρ Καμύ που επανήλθε στην μεγάλη οθόνη από τον Φρανσουά Οζόν μισό περίπου αιώνα μετά την – μάλλον ξεχασμένη – ταινία του Λουκίνο Βισκόντι που ανήκει στις πιο αδύναμες δημιουργίες του.
Ο Μερσό που δεν μιλάει ποτέ παρά μόνο αν πρέπει. Ο Μερσό που δεν ξέρει τίποτα αλλά και δεν ενδιαφέρεται για τίποτα. Ο Μερσό που δεν αγαπά τίποτα, ούτε όμως μισεί. Η κινηματογραφική «ανάγνωση» του «Ξένου» από τον Οζόν έχει μια «παζολινική» χροιά που σε σκλαβώνει. Το φιλμ, ασπρόμαυρο και εξαιρετικά λιτό, είναι μια κατάθεση γεγονότων, μέσα από την οποία αντλείται συναίσθημα. Όπως συμβαίνει και στο μυθιστόρημα του Καμύ. Και όλα αυτά αβίαστα, χωρίς εντάσεις, με μια κυνική απλότητα και με την κινηματογραφική μηχανή βωβό παρατηρητή των δρώμενων (το ασπρόμαυρο του διευθυντή φωτογραφίας Μανουέλ Ντακός είναι ίσως το πιο όμορφο ασπρόμαυρο που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στο σινεμά).
Όπως συμβαίνει και στο μυθιστόρημα, το ποιος είναι ο Μερσό θα παραμείνει μέχρι το τέλος ένα μυστήριο – από κάποια στιγμή και μετά αντιλαμβάνεσαι ό,τι δεν έχει καν σημασία το ποιος στ’ αλήθεια είναι αυτός ο άνθρωπος. Ο Οζόν θέλει να μπει μέσα στο μυαλό του Καμύ, αφήνοντας τον θεατή, μόνο να επεξεργαστεί έννοιες όπως ο ρατσισμός, ο έρωτας και η δικαιοσύνη – έννοιες που ο ίδιος αγγίζει απαλά, διακριτικά, αδιόρατα και (κατά συνέπεια) ουσιαστικά. Η επιλογή του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στην ταινία του Βισκόντι υπήρξε μάλλον άστοχη. Ο Μερσό πρέπει να είναι «ένας μέσα στο πλήθος» και η μορφή του Μαστρογιάνι παραήταν έντονη για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, εδώ, ο Μπενζαμέν Βουασόν, παρ ότι ένας Αδωνις, δείχνει πλασμένος για τον ρόλο. Κρατά καλά φυλαγμένες μέσα του τις (όποιες) υπαρξιακές αγωνίες του Μερσό και μας οδηγεί στην καρδιά της αγωνίας του..
Βαθμολογία: 4
AΘΗΝΑ: ΒΟΞ – ΛΙΛΑ – ΨΥΧΙΚΟ – ΑΒΑΝΑ – ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΦΙΛΙΠ – ΑΛΟΜΑ – ΑΚΤΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ – ΑΕΛΛΩ – ΝΑΝΑ – VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ κ.α ΘΕΣ/ΚΗ: ΑΛΕΞ (ΠΕΜ-ΤΡΙ) – ΒΑΚΟΥΡΑ
«Ιερό αγόρι» (La Valle dei Sorrisi)

Παραγωγή: Ιταλία/ Σλοβενία, 2025
Σκηνοθεσία: Πάολο Στρίπολι
Ηθοποιοί: Μικέλε Ριοντίνο, Ρομπέρτο Σιτραν κ.α.
Να ένα ευρωπαϊκό θρίλερ της «παλαιάς κοπής», που δείχνει επηρεασμένο από την βρετανική παράδοση του είδους, όταν κυρίως στις ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 1970 , το ειδυλλιακό, ήρεμο τοπίο μιας επαρχίας, δεν ήταν παρά η βιτρίνα μιας επίγειας κόλασης όπου κρύβονταν αδιανόητα πράγματα (ένα κλασικό παράδειγμα είναι το «Καταραμένο σκιάχτρο», 1973 του Ρόμπιν Χάρντι). Επομένως όταν ακούμε την διευθύντρια του σχολείου στο οποίο ένας αναπληρωτής καθηγητής γυμναστικής (Μικέλε Ριοντίνο) έχει μετατεθεί να του λέει ότι στην «Κοιλάδα των χαμόγελων» (όπως ο πρωτότυπος, ιταλικός της ταινίας μεταφράζεται στα ελληνικά) τόσο η «εσωτερική γαλήνη» όσο και το χαμόγελο είναι τα μόνα στοιχεία που οφείλουν να επικρατούν ανάμεσα στους μαθητές και τους καθηγητές, ξέρουμε πολύ καλά ότι θα συμβεί το αντίθετο.
Και πράγματι. Οσο ο χρόνος κυλά, τόσο ο νιόφερτος καθηγητής, το «ξενο, αγέλαστο σώμα» στην «Κοιλάδα των χαμόγελων», βυθίζεται σε έναν κόσμο μυστικισμού, «μαύρης» μαγείας, και αποκρυφιστικών τελετών, όπου ρόλο δεν θα παίξει μόνο ένας από τους μαθητές του με «το χάρισμα» αλλά και το ίδιο το τραυματισμένο παρελθόν του πρώτου. Παρότι το σενάριο των Τζάκοπο Ντελ Τζιούντιτσε, Μίλο Τισόνε και του σκηνοθέτη Πάολο Στρίπολι διακρίνεται από αρκετές αυθαιρεσίες – και αυτό σημαίνει ότι μπορείς να περιμένεις με δυο λέξεις, τα… πάντα – στο σύνολό του, το «Ιερό αγόρι» αποκτά μια τουλάχιστον ενδιαφέρουσα όψη γιατί ο σκηνοθετικός χειρισμός της νοσηρότητας των καταστάσεων λειτουργεί αποτελεσματικά και ο εσωτερικός τρόμος (με την συνδρομή της μουσικής των Φεντερίκο Μπιτσότι, Ντάβιντε Τομάτ) είναι γνήσια υποβλητικός.
Βαθμολογία: 2 ½
AΘΗΝΑ: ΔΑΦΝΗ – ΣΤΕΛΛΑ
Επανεκδόσεις
S.O.S Πεντάγωνο καλεί Μόσχα

(Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb, αγγλία/ ΗΠΑ, 1964)
Όταν ο φανατικά αντικομμουνιστής διοικητής μιας αμερικανικής αεροπορικής βάσης (Στέρλινγκ Χέιντεν) αποφασίζει ότι ο πόλεμος είναι μια πολύ σημαντική υπόθεση και δεν μπορεί να μένει στα χέρια των πολιτικών, στέλνει βομβαρδιστικά Β 52 της δικαιοδοσίας του, προκειμένου να βομβαρδίσουν με πυρηνικούς πυραύλους συγκεκριμένους στρατηγικούς στόχους της Σοβιετικής Ένωσης. Για την επίλυση του προβλήματος θα κληθεί έκτακτο πολεμικό συμβούλιο και μια προσπάθεια επικοινωνίας με τη Σοβιετική Ένωση, ώστε να αποτραπεί ο επικείμενος πυρηνικός πόλεμος. Λίγο ότι και να ειπωθεί για την σημαντικότερη αντιπολεμική σάτιρα όλων των εποχών με την σφραγιδα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και τον υπέροχο Πίτερ Σέλερς σε τρεις ρόλους – ένας εκ των οποίων του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η σκηνή της τηλεφωνικής συνομιλίας του με τον Ρώσο ομόλογό του, είναι ανθολογίας. Υπήρξε υποψήφια για τέσσερα Οσκαρ αλλά δεν κέρδισε πουθενά. Κέρδισε όμως μια θέση στην Ιστορία! Μην την χάσετε!
Βαθμολογία: 5
ΑΘΗΝΑ: ΑΤΕΝΕ
Οι άλλοι (The others, ΗΠΑ/ Aγγλία ,2001)

Yπάρχουν ταινίες για τις οποίες αν και επιθυμείς πολύ να μιλήσεις, οφείλεις να μην το κάνεις γιατί μια λέξη παραπάνω, μια υπόνοια παραπάνω, μπορούν να χαλάσουν την μεγάλη έκπληξη που οι ταινίες αυτές φυλάγουν προσεκτικά. Ο κριτικός είναι αναγκασμένος να τις προστατεύσει, προστατεύοντας έτσι την υπέροχη γλύκα των πρωτογενών αισθημάτων του θεατή, αισθημάτων που προκαλούνται μόνον από την εικόνα, όπως συμβαίνει με την πρώτη αγγλόφωνη απόπειρα του Iσπανού σκηνοθέτη Αλεχάντρο Αμεναμπάρ. Μια ταινία που θαρρείς δικαιωματικά, απαιτεί από τον θεατή να την δει γνωρίζοντας όσο το δυνατόν λιγότερα για αυτήν. Βεβαίως, το ότι είναι μια ταινία μεταφυσικού τρόμου και το ότι έχει βασιστεί σε ένα γνωστό μυθιστόρημα, το «Στρίψιμο της βίδας» του Χένρι Τζέιμς, δεν είναι μυστικό, όπως επίσης δεν είναι μυστική η ύπαρξη της ομότιτλης ταινίας του Τζακ Κλέιτον παραγωγής 1960. Από εκεί και πέρα, το μόνο που μπορούμε να σημειώσουμε είναι ότι η ταινία του Αμεναμπάρ δεν ανήκει σε εκείνες που αναζητούν με όρεξη το αίμα έτσι ώστε ο θεατής, σε απόγνωση να κλείσει τα μάτια ή να πνίξει την κραυγή του. Το μεγάλο επίτευγμά του σκηνοθέτη είναι ότι σε παρασύρει τόσο έξυπνα στον κόσμο της ιστορίας που αφηγείται, που όταν τελικά καταλαβαίνεις που ακριβώς βρίσκεσαι είναι πλέον πολύ αργά για να κάνεις πίσω.
Βαθμολογία: 3 ½
ΑΘΗΝΑ: ΕΚΡΑΝ – ΖΕΦΥΡΟΣ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ – ΑΜΙΚΟ κ.α.
Blow up (1966, Αγγλία/ Ιταλία)

«Μα τι είδες σ’ εκείνο το πάρκο;» ρωτά ο φίλος του φωτογράφου Τόμας (Ντέιβιντ Χέμινγκς) σε κάποια σκηνή της ταινίας του Μικελάντζελο Αντονιόνι. Η απάντηση είναι αυτό που κινεί όλη την ιστορία της κλασικής αυτής ταινίας που μέσα από μια αρχετυπική (αν και ειπωμένη με πολύ ιδιαίτερο, αβάν γκαρντ τρόπο) «αστυνομική αφήγηση» – ένας φωτογράφος, φωτογραφίζει άθελά του μια δολοφονία σε ένα πάρκο – έγινε η ταινία που απεικόνισε αντιπροσωπευτικότερα από κάθε άλλη την εξαλλοσύνη της μόδας, της μουσικής σκηνής και γενικότερα της ποπ κουλτούρας στο Λονδίνο της δεκαετίας του 1960. Ο Αντονιόνι παίζει με πολλά είδη σινεμά, ακόμα και με το νουάρ, καθώς η με το παγωμένο, πανέμορφο πρόσωπο της, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, στην ουσία είναι μια femme fatale. Ένα must με όλη την σημασία της λεξης και η μόνη ταινία του Αντονιόνι που τον οδήγησε για πρώτη και τελευταία φορά στις υποψηφιότητες των Οσκαρ. Hτα υποψήφιος τόσο για την σκηνοθεσία όσο και για το σενάριο μαζί με τον Τονίνο Γκουέρα και τον Εντουαρντ Μποντ. Να σημειωθεί ό,τι το σενάριο είναι αμυδρά εμπνευσμένο από το διήγημα «Las babas del diablo» του Χούλιο Κορτάσαρ.
Βαθμολογία: 4
ΑΘΗΝΑ: ΡΙΒΙΕΡΑ
Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες (Sex, lies and videotape, ΗΠΑ, 1989)

Η ταινία του Στίβεν Σόντερμπεργκ που κατέκτησε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών το 1989 – με πρόεδρο της κριτικής επιτροπής τον Βιμ Βέντερς – είναι ένα παράξενο δράμα δωματίου, με τέσσερις νεαρούς σε ηλικία ήρωες, που τους βλέπουμε μαζί όταν ένας από αυτούς, ο Γκρέιαμ (ο Τζέιμς Σπέιντερ κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών) επιστρέφει στην πόλη όπου μεγάλωσε. Ο Γκρέιαμ με έναν πολύ περίεργο τρόπο θα συνδεθεί με τις ζωές του Τζον (Πίτερ Γκάλαχερ), ενός εγωκεντρικού νάρκισσου, της συζύγου του Αν (Αντι Μακ Νταουελ), και της σέξι αδερφής της Σύνθια (Λόρα Σαν Τζιάκομο). Ένας προς έναν, ο καθένας παρασύρεται στο «προσωπικό πρότζεκτ» πάνω στο οποίο εργάζεται ο Γκράχαμ και οι σχέσεις των τεσσάρων ανθρώπων αλλάζουν. Αποτελούμενη από μακράς διάρκειας σκηνές λόγου, η ταινία σε βάζει μέσα στην καρδιά ενός σαγηνευτικού ανθρωπίνου δράματος, το οποίο ναι μεν σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα (κυρίως με την ειλικρίνειά του) αλλά δεν μπορείς παρά να το παρακολουθήσεις. Επιπροσθέτως, μια ιστορική ταινία γιατί έπαιξε τεράστιο ρόλο στην ανάπτυξη και άνθιση του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου στην δεκαετία του 1990.
Βαθμολογία: 3 ½
ΑΘΗΝΑ: ΒΑΡΚΙΖΑ