Η κοινωνική αλλαγή —ή, ακριβέστερα, η κοινωνική βελτίωση, είτε σε προσωπικό επίπεδο είτε στο ευρύτερο πλαίσιο της κοινωνίας— παρέμεινε μια θεμελιώδης επιδίωξη ανά τους αιώνες.
Σήμερα, η ιδέα της αυτοβελτίωσης έχει ενσωματωθεί στον δημόσιο λόγο ως μια σχεδόν αυτονόητη υποχρέωση. Ωστόσο, παρόλο που ζούμε σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία είναι άμεση, συνεχής και σχεδόν απεριόριστη —και παρόλο που η γνώση δεν ήταν ποτέ πιο προσβάσιμη— η ουσιαστική αλλαγή εξακολουθεί να φαντάζει πολύ δύσκολο να επιτευχθεί.
«Οι άνθρωποι γνωρίζουν περισσότερα, αλλά δεν ενεργούν ανάλογα. Κατανοούν, αλλά δεν αλλάζουν εύκολα. Ακούνε, αλλά δεν μεταμορφώνονται ουσιαστικά», δήλωσε στο TO BHMA International Edition ο Καθηγητής Ψυχιατρικής Αντώνιος Ντακανάλης.
Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή η αλλαγή δεν είναι πρωτίστως μια γνωστική διαδικασία. Δεν ξεκινά με όσα καταλαβαίνουμε, αλλά με όσα αναγνωρίζουμε —και, σε κάποιο βαθμό, ταυτιζόμαστε, πρόσθεσε ο ίδιος.
Η δύναμη της ταύτισης
Ένας συμμετέχων στο ΚΕΘΕΑ (Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων), ο Μιχάλης Σ., ένας νεαρός άνδρας που παλεύει με τον εθισμό στα ναρκωτικά, περιέγραψε πόσο μεταμορφωτικές ήταν για την ανάρρωσή του οι συνεδρίες εξιστόρησης (storytelling) στις ομάδες υποστήριξης που παρακολουθούσε.
«Το να ακούω τους άλλους “φίλους” να μιλάνε για τις ίδιες σκοτεινές και επώδυνες εμπειρίες που βίωνα κι εγώ, με έκανε να ξυπνήσω, να ταυτιστώ μαζί τους και να συνειδητοποιήσω ότι έπρεπε να σταματήσω», είπε. «Αν και γνώριζα ήδη ότι κατέστρεφα τη ζωή μου, οι εμπειρίες των άλλων αποδείχθηκαν καθοριστικές στο δύσκολο ταξίδι μου προς την αυτοβελτίωση».
Ο κ. Ντακανάλης υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι «πρέπει να θέτουν όρια». Το έχουν διαβάσει, το έχουν ακούσει και το έχουν καταλάβει. Μπορεί ακόμη και να έχουν συμβουλεύσει άλλους για το τι είναι ηθικά σωστό.
«Κι όμως, δεν αλλάζουν — μέχρι τη στιγμή που θα ακούσουν μια ιστορία», σημειώνει.
Τότε, χωρίς οδηγίες ή συμβουλές, κάτι αρχίζει να μετατοπίζεται — όχι επειδή έμαθαν κάτι καινούργιο, αλλά επειδή αναγνώρισαν κάτι οικείο.
Από την προσωπική ιστορία στην κοινωνική συνείδηση
Η Ναυσικά, φοιτήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του κ. Ντακανάλη.
«Όταν ήμουν στη δευτέρα λυκείου πριν από μερικά χρόνια, συμμετείχα σε ένα σχολικό πρόγραμμα για τον εκφοβισμό (bullying). Στο πλαίσιο των εργαστηρίων και των συνεδριών που παρακολουθήσαμε, ο κοινωνικός λειτουργός του σχολείου μας ζήτησε να μοιραστούμε τις προσωπικές μας εμπειρίες με το bullying.
Ένα κορίτσι, στο οποίο οι συμμαθητές της φέρονταν συνεχώς άσχημα, δέχτηκε να μιλήσει για όσα είχε περάσει. Μίλησε για το πώς ένιωθε κάθε φορά που την κορόιδευαν επειδή μιλούσε πιο αργά από τους άλλους, ή όταν την παραγκώνιζαν επειδή δυσκολευόταν να κοινωνικοποιηθεί λόγω του συνδρόμου Asperger.
Το να ακούσω την ιστορία της άλλαξε κάτι μέσα μου. Είδα τον εαυτό μου σε εκείνη — όχι επειδή ήμουν θύμα σκληρής συμπεριφοράς, αλλά επειδή συνειδητοποίησα ότι είχα κι εγώ εκφοβίσει άλλους», εξομολογήθηκε η Ναυσικά.
«Η συμβουλή μιλάει στη λογική. Η ιστορία μιλάει στην εμπειρία», τονίζει ο ψυχίατρος. «Ενεργοποιεί όχι μόνο τη σκέψη, αλλά τη μνήμη, το συναίσθημα και την ενσώματη αναπαράσταση».
Εκεί είναι που συμβαίνει η κρίσιμη μεταστροφή: η ταύτιση — η στιγμή που κάτι που ανήκει σε έναν άλλον άνθρωπο παύει να φαντάζει ξένο και αποκτά προσωπικό νόημα.
Ακριβώς με αυτόν τον τρόπο η εμπειρία εκείνης της άλλης μαθήτριας άγγιξε τόσο βαθιά τη Ναυσικά. Την έκανε δική της, ταυτίστηκε απόλυτα μαζί της και, ως αποτέλεσμα, άλλαξε τον τρόπο που έβλεπε τη διαφορετικότητα και την πολυμορφία, ενώ παράλληλα έγινε πιο επικριτική με τον εαυτό της.
«Μπήκα στη θέση του άλλου κοριτσιού και ένιωσα πραγματικά φρικτά για τον εαυτό μου και για τους συμμαθητές μου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όλες οι συμβουλές και οι προειδοποιήσεις των καθηγητών μας δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Χρειάστηκε να ακούσω αυτή την ιστορία για να αλλάξω εντελώς», είπε.
Σε αυτή την περίπτωση, η αφήγηση είχε έναν πραγματικά βαθύ αντίκτυπο· όπως αναφέρει η Ναυσικά, ήταν ένας από τους λόγους που αποφάσισε να σπουδάσει Ψυχολογία στο πανεπιστήμιο.
«Έγινε ξαφνικά ξεκάθαρο μέσα μου ότι ήθελα να βοηθήσω ανθρώπους που βιώνουν τέτοιες δύσκολες καταστάσεις και να επιφέρω μια αλλαγή — να κάνω την κοινωνία καλύτερη», λέει.
Γεφυρώνοντας το προσωπικό με το συλλογικό
Οι σύγχρονες επιστήμες της συμπεριφοράς συγκλίνουν όλο και περισσότερο σε αυτή τη διαπίστωση: οι άνθρωποι δεν αλλάζουν εύκολα στάση επειδή πείθονται από επιχειρήματα, αλλά επειδή αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα σε μια εμπειρία. Και αυτή η αναγνώριση αναδύεται μέσα από την αφήγηση, επισημαίνει ο κ. Ντακανάλης.
Τονίζει επίσης ότι, παρά τη διεύρυνση του δημόσιου λόγου για την ψυχική υγεία, πολλές εμπειρίες παραμένουν πέρα από τα όρια της γλώσσας: η απώλεια, η προδοσία, η αμφιθυμία, η εγκατάλειψη, η απόρριψη, η ντροπή, το υπαρξιακό άγχος, η απελπισία, η αμφιβολία και η εσωτερική σύγκρουση. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή αυτές οι εμπειρίες δεν υπάρχουν, αλλά επειδή δεν βρίσκουν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να ειπωθούν.
Ο Μιχάλης λέει ότι αν δεν είχε ενταχθεί στις ομάδες του ΚΕΘΕΑ, θα του ήταν πολύ δύσκολο να βρει έναν χώρο όπου θα μπορούσε να συνδεθεί και να ταυτιστεί με τις εμπειρίες άλλων ανθρώπων.
«Οι άνθρωποι σαν εμένα δεν τείνουν να ανοίγονται εύκολα», τονίζει.
Οι ιστορίες της Ναυσικάς και του Μιχάλη αποτελούν ισχυρά παραδείγματα του πώς το να μοιράζεσαι προσωπικές εμπειρίες μπορεί να επηρεάσει βαθιά τις ζωές των ανθρώπων, οδηγώντας όχι μόνο στην προσωπική ανάπτυξη και την αυτοβελτίωση, αλλά και σε μια ευρύτερη συλλογική αλλαγή.
Από την εικόνα στην εμπειρία
Στη σημερινή ψηφιακή εποχή, υπογραμμίζει ο κ. Ντακανάλης, οι εικόνες έχουν αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την αφήγηση. Οι ζωές παρουσιάζονται ως στιγμές και όχι ως διαδρομές. Η επιτυχία είναι ορατή, αλλά η εσωτερική πορεία πίσω από αυτήν παραμένει αθέατη.
Οι έρευνες δείχνουν ένα σταθερό μοτίβο: οι άνθρωποι μιλούν πιο εύκολα για τις δυσκολίες όταν βλέπουν πρώτα άλλους να το κάνουν. Η ταύτιση μειώνει το στίγμα. Δημιουργεί χώρο. Γι’ αυτό και οι πρωτοβουλίες που μετατοπίζουν τον δημόσιο λόγο από την εικόνα στην εμπειρία αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία, τονίζει ο καθηγητής.
Η αφήγηση ιστοριών —είτε μέσω ψηφιακών πλατφορμών είτε μέσω άμεσης, κοινοτικής αλληλεπίδρασης— έχει τη δύναμη να συνδέει ανθρώπους με διαφορετικό υπόβαθρο μέσα από κοινές εμπειρίες. Οι προσωπικές ιστορίες φτώχειας, διακρίσεων ή κοινωνικής περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, μπορούν να βοηθήσουν τους άλλους να δουν αυτά τα κοινωνικά ζητήματα από μια διαφορετική οπτική γωνία. Αυτό μπορεί να καλλιεργήσει την ενσυναίσθηση και την υποστήριξη, οδηγώντας ενδεχομένως σε συλλογική δράση και, τελικά, σε κοινωνική αλλαγή.
Ο Καθηγητής Ντακανάλης αναφέρει ότι η αφήγηση δεν είναι μόνο μια προσωπική πράξη· είναι και ένας κοινωνικός μηχανισμός.
«Όταν μια ιστορία λέγεται, μπορεί να αναγνωριστεί. Και όταν αναγνωρίζεται, παύει να είναι καθαρά ιδιωτική. Γίνεται κοινή εμπειρία».
Με αυτόν τον τρόπο, η απόσταση μεταξύ του προσωπικού και του συλλογικού εκμηδενίζεται — και μαζί της το στίγμα.
Η πρωτοβουλία του καθηγητή για τη δημιουργία μιας πλατφόρμας όπου γνωστές προσωπικότητες —και όχι μόνο— μπορούν να μοιράζονται τις προσωπικές τους ιστορίες και εμπειρίες μέσω του καναλιού στο YouTube UNTOLD, στοχεύει στο να καταστήσει την κοινωνική αλλαγή τόσο πιο εφικτή όσο και πιο ενδυναμωτική.
