Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία αναδύεται σε διαδοχικές «δόσεις», συνιστά το πλέον πρόσφατο επεισόδιο σε μια μακρά σειρά φαινομένων που επιμολύνουν τη δημόσια σφαίρα. Από το 2021, ο δημόσιος βίος κατακλύζεται από μια αλληλουχία κρίσεων που ξεκίνησαν με τις υποκλοπές και συνεχίστηκαν με μια σειρά από αμφιλεγόμενους χειρισμούς στην τραγωδία των Τεμπών. Αυτή η διαρκής έκθεση στην αδιαφάνεια εμπεδώνει την αίσθηση ότι η θεσμική παρέκκλιση αποτελεί μια αναπόδραστη κανονικότητα.
Πλέον, το διακύβευμα υπερβαίνει τα όρια της κυβερνητικής φθοράς, καθώς προβάλλει ο κίνδυνος τα εσωτερικά αδιέξοδα του Μεγάρου Μαξίμου να μετακυλιστούν στην ίδια τη χώρα. Οι τελευταίες δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ λειτουργούν ως εστία μόλυνσης. Όσο αυτά τα φαινόμενα κυριαρχούν στο προσκήνιο, η ποιότητα της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου δέχεται πιέσεις που υπερβαίνουν κάθε προηγούμενο θεσμικό κεκτημένο.
Η Βουλή, η Δικαιοσύνη και οι Ανεξάρτητες Αρχές αποτελούν πυλώνες που ήδη διανύουν τη δική τους κρίση εμπιστοσύνης. Σε αυτό το περιβάλλον, η μετατόπιση των εσωτερικών κυβερνητικών προβλημάτων στο επίπεδο των θεσμών συνιστά μια συνθήκη ανεύθυνου ρίσκου. Οι έρευνες της κοινής γνώμης καταγράφουν άλλωστε μια καθολική δυσπιστία, η οποία, αν δεν ανασχεθεί, απειλεί να διαβρώσει τα θεμέλια της κοινωνικής μας συμβίωσης.
Σε μια περίοδο όπου το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από απόλυτη αβεβαιότητα, χωρίς αυτονόητους κανόνες και δεδομένες ισορροπίες, η εσωτερική θεσμική θωράκιση καθίσταται ζήτημα υψίστης σημασίας. Καμία κυβέρνηση δεν νομιμοποιείται να επιβαρύνει την εθνική προσπάθεια με τα δικά της διαχειριστικά ή ηθικά βάρη. Το πρόβλημα της κυβέρνησης είναι αναμφισβήτητο, ωστόσο η μετάπτωσή του σε πρόβλημα της χώρας δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο που η ελληνική δημοκρατία δεν έχει τα περιθώρια να αποδεχθεί.
