Ενοικιαζόμενα δωμάτια: Ποιοι Ευρωπαίοι τα επιλέγουν – Οι περιοχές με τις υψηλότερες και τις χαμηλότερες τιμές

Η τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) έγινε με τη συμμετοχή 702 επιχειρήσεων ενοικιαζόμενων δωματίων τον Νοέμβριο του 2025.

Ενοικιαζόμενα δωμάτια: Ποιοι Ευρωπαίοι τα επιλέγουν – Οι περιοχές με τις υψηλότερες και τις χαμηλότερες τιμές

Σαφή προτίμηση προς τους ξένους τουρίστες  δείχνουν οι ιδιοκτήτες ενοικιαζόμενων δωματίων που λειτουργούν στην Ελλάδα. Οι ίδιοι δηλώνουν, σε ποσοστό 65%, ότι εξυπηρετούν κυρίως πελάτες από το εξωτερικό. Μόνο το 8% επικεντρώνεται στην ελληνική αγορά, ενώ το 27% εξυπηρετεί εξίσου πελάτες από χώρες του εξωτερικού και την Ελλάδα.

Τα στοιχεία που προκύπτουν από έρευνα του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), αναδεικνύουν την κυριαρχία της διεθνούς ζήτησης. Η έρευνα έγινε με τη συμμετοχή 702 επιχειρήσεων ενοικιαζόμενων δωματίων από όλη την Επικράτεια, τον Νοέμβριο του 2025.

Γερμανοί τουρίστες οι 4 στους 10

Σε εθνικό επίπεδο, οι βασικότερες αγορές προέλευσης πελατών από το εξωτερικό είναι η Γερμανία (43%), το Ηνωμένο Βασίλειο (40%) και η Ιταλία (38%) ενώ ακολουθούν η Ρουμανία (31%), η Γαλλία (23%), η Βουλγαρία (22%) και η Σερβία (22%).

Πέραν των μεγάλων δυτικοευρωπαϊκών αγορών, οι αγορές των Βαλκανίων εμφανίζουν ισχυρή παρουσία ανάμεσα στην πελατεία των ενοικιαζόμενων δωματίων σε ορισμένες Περιφέρειες, με χαρακτηριστική περίπτωση την Αν. Μακεδονία – Θράκη, όπου ξεχωρίζουν η Ρουμανία (88%), η Βουλγαρία (85%), η Σερβία (67%) και η Τουρκία (63%), καθώς και την Κεντρική Μακεδονία, όπου καταγράφονται υψηλά ποσοστά από Σερβία (47%), Ρουμανία (34%) και Βόρεια Μακεδονία (38%).

Σημαντικό κομμάτι των πελατών επωφελείται από τη χρήση προγραμμάτων κοινωνικού τουρισμού που εμφανίζει έντονες διαφοροποιήσεις ανά Περιφέρεια. Σε αρκετές Περιφέρειες καταγράφεται πλειοψηφική χρήση μεταξύ των πελατών από Ελλάδα, ενώ σε άλλες είναι μηδενική, υποδηλώνοντας διαφορετικό προφίλ εγχώριας ζήτησης και διαφορετικό βαθμό αξιοποίησης των σχετικών προγραμμάτων.

Στο Ιόνιο οι υψηλότερες τιμές

Πανελλαδικά, η μέση τελική τιμή πώλησης ανά διανυκτέρευση το 2025 διαμορφώθηκε στα 126 ευρώ για την υψηλή περίοδο και στα 78 ευρώ για τη χαμηλή, επιβεβαιώνοντας σαφή εποχική διαφοροποίηση στις τιμές.

Ειδικότερα:

• Οι μεγαλύτερες μέσες τιμές στην υψηλή περίοδο καταγράφηκαν στα Ιόνια Νησιά (177 ευρώ) και ακολούθησαν η Αττική (134 ευρώ) και η Κρήτη (122 ευρώ).

• Στη χαμηλή περίοδο, οι υψηλότερες τιμές εμφανίστηκαν επίσης στα Ιόνια Νησιά (105 ευρώ), ενώ υψηλά επίπεδα καταγράφονται στην Κρήτη (87 ευρώ) και στην Αττική (87 ευρώ).

• Οι χαμηλότερες μέσες τιμές εντοπίστηκαν στην υψηλή περίοδο στη Θεσσαλία (76 ευρώ) και στη Στερεά Ελλάδα (79 ευρώ), ενώ στη χαμηλή περίοδο η χαμηλότερη τιμή καταγράφηκαν στην Κεντρική Μακεδονία (48 ευρώ). Ακολουθεί η Στερεά Ελλάδα (53 ευρώ).

Εν γένει, οι Περιφέρειες με την ισχυρότερη τουριστική δυναμική (Ιόνια, Κρήτη, Αττική) διατήρησαν τις υψηλότερες τιμές και εμφάνισαν ελαφρώς πιο αισιόδοξες ή σταθερές προοπτικές, ενώ περιοχές που βασίζονται περισσότερο στον εγχώριο τουρισμό, όπως η Δυτική και Στερεά Ελλάδα, εξέφρασαν μεγαλύτερη ανησυχία για τη μελλοντική τους κερδοφορία.

Φορολογία, λειτουργικό κόστος, έλλειψη προσωπικού

Η υψηλή φορολογία, το αυξημένο λειτουργικό κόστος και η έλλειψη προσωπικού είναι οι τρείς βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μικρότερες τουριστικές επιχειρήσεις στην κατηγορία των ενοικιαζόμενων δωματίων, με τις επιχειρήσεις ειδικά στην ηπειρωτική χώρα να προτάσσουν επιπλέον τα ζητήματα της χαμηλής ζήτησης και του ανταγωνισμού από τις on line πλατφόρμες.

Τρεις στις 4 επιχειρήσεις βαραίνει η φορολογία

Αναλυτικότερα ως προς τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εν λόγω επιχειρήσεις, η υψηλή φορολογία αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο σε εθνικό επίπεδο (75%), με πολύ υψηλά ποσοστά σε Βόρειο Αιγαίο (87%), Δωδεκάνησα (85%), καθώς και σε Κρήτη (78%), Πελοπόννησο (78%), Αν. Μακεδονία και Θράκη (77%) και Ιόνια Νησιά (77%).

Ως δεύτερο κρίσιμο εμπόδιο εντοπίζεται το αυξημένο λειτουργικό κόστος σε ποσοστό 72%, με ιδιαίτερα υψηλές τιμές σε Θεσσαλία και Κυκλάδες σε ποσοστό και στις δύο περιπτώσεις στο 90%, ακολουθεί η Κρήτη με 86%, τα Δωδεκάνησα με 85% και η Πελοπόννησος (83%), ενώ υψηλά ποσοστά σημειώνονται και στα Ιόνια Νησιά (73%) και στο Βόρειο Αιγαίο (70%).

Η έλλειψη προσωπικού καταγράφεται ως σημαντικό πρόβλημα σε ποσοστό 52%, με κορυφαία ένταση στην Κεντρική Μακεδονία (94%) και υψηλά ποσοστά στις Κυκλάδες (70%), στην Στερεά Ελλάδα (56%) και με 54% στην Ήπειρο και στα Δωδεκάνησα.

Οι περιοχές με τη χαμηλότερη ζήτηση

Η χαμηλή ζήτηση εμφανίζεται συνολικά σε χαμηλότερο επίπεδο (12%), ωστόσο αποτελεί ιδιαίτερα έντονο ζήτημα στη Δυτική Ελλάδα (67%) και στη Στερεά Ελλάδα (44%). Αντίστοιχα συμβαίνει και με τον ανταγωνισμό από online πλατφόρμες που επίσης παραμένει δευτερεύον θέμα σε εθνικό επίπεδο (17%), αλλά εμφανίζεται εντονότερα σε Ήπειρο (38%) και Κεντρική Μακεδονία (38%) καθώς και στη Δυτική Ελλάδα (33%).

«Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων δεν αποτελεί μια συγκυριακή κατάσταση, αλλά διαμορφώνει ένα πιεστικό περιβάλλον λειτουργίας για τις μικρές επιχειρήσεις του κλάδου που εν δυνάμει μπορεί να οξυνθεί λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων», σημειώνουν οι συντάκτες της έρευνας.

Αξίζει επίσης, να σημειωθεί ότι τα ευρήματα της παρούσας έρευνας συνάδουν με τις διαπιστώσεις πρόσφατων μελετών του ΙΝΣΕΤΕ για τη φορολογική ανταγωνιστικότητα, σύμφωνα με τις οποίες τα καταλύματα στην Ελλάδα επιβαρύνονται συγκριτικά περισσότερο έναντι ανταγωνιστικών χωρών, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τη βιωσιμότητα των μικρότερων και λιγότερο ισχυρών επιχειρήσεων, αλλά και την ανταγωνιστικότητα τους συνολικά.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version