Στην πολιτική, οι συμπτώσεις παύουν να λογίζονται ως τέτοιες όταν επαναλαμβάνονται με μαθηματική ακρίβεια. Η νέα δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά έρχεται να προστεθεί σε μια αλληλουχία υποθέσεων που διαβρώνουν την αξιοπιστία της κυβέρνησης, θέτοντας πλέον τον Πρωθυπουργό ενώπιον μιας αμείλικτης πραγματικότητας.
Αυτή η πραγματικότητα χτυπά πρώτα την πόρτα του Μεγάρου Μαξίμου, καθώς το πλέον άμεσο ζήτημα αφορά την ίδια τη σύνθεση του κυβερνητικού σχήματος. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται πλέον ως πολιτικά υποχρεωμένος να προχωρήσει σε έναν ανασχηματισμό έξω από τους δικούς του σχεδιασμούς και σίγουρα χωρίς τη θέλησή του. Από τη στιγμή που τα ονόματα των εμπλεκομένων στη δικογραφία περιλαμβάνουν πρόσωπα που κατέχουν υπουργικούς θώκους, η παραμονή τους στις καρέκλες τους καθίσταται πολιτικά απαγορευτική. Η διατήρηση στελεχών σε θέσεις ευθύνης, την ώρα που η ευρωπαϊκή δικαιοσύνη ζητά την άρση της ασυλίας τους για πιθανή κακουργηματική διασπάθιση πόρων, αποτελεί μια συνθήκη που κανένα κυβερνητικό σχήμα δεν μπορεί να απορροφήσει χωρίς βαρύ κόστος.
Μοιραία, η πίεση αυτή μεταφέρεται από το επίπεδο της κυβέρνησης στο επίπεδο της Βουλής, εγείροντας το μείζον θέμα της δεδηλωμένης. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μια κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να επιτελεί τον ρόλο της απρόσκοπτα, όταν ένα μέρος της κοινοβουλευτικής της ομάδας βρίσκεται στο στόχαστρο για πράξεις που στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αριθμητική της πλειοψηφίας δείχνει να δοκιμάζεται πλέον από το βάρος των κατηγοριών.
Πέρα όμως από τους αριθμούς, η υπόθεση αναδεικνύει και μια κραυγαλέα ηθική ανακολουθία στο εσωτερικό της γαλάζιας παράταξης. Στο πρόσφατο παρελθόν, στελέχη της Νέας Δημοκρατίας έχουν τεθεί εκτός κοινοβουλευτικής ομάδας για πολύ μικρότερα παραπτώματα, γεγονός που καθιστά τη στάση απέναντι στους συγκεκριμένους εμπλεκόμενους το απόλυτο μέτρο σύγκρισης. Η παραμονή τους στα ψηφοδέλτια των επόμενων εκλογών θα συνιστούσε μια ανοιχτή πληγή, ειδικά για μια κυβέρνηση που ευαγγελιζόταν την απομάκρυνση από παλαιοκομματικές πρακτικές που πολλοί θεωρούσαν οριστικά ξεπερασμένες.
Όλη αυτή η διαρκής διολίσθηση, όταν συνδέεται με την προσπάθεια αποφυγής διερεύνησης ευθυνών, επιτείνει τη δυσπιστία και μετατρέπεται νομοτελειακά σε κρίση νομιμοποίησης. Αν ο Πρωθυπουργός πραγματικά απεύχεται νέες «ατυχείς στιγμές» στο Κοινοβούλιο, απαιτείται πλέον να δοθούν ουσιαστικές απαντήσεις στα τρία αγκάθια του αναγκαστικού ανασχηματισμού, της αμφισβήτησης της δεδηλωμένης και της συγκρότησης των ψηφοδελτίων, που ορθώνονται ως άμεση απειλή στο κυβερνητικό αφήγημα.
