Πώς θα επηρεάσει άραγε η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) την εκπαίδευση; Όλα δείχνουν ότι θα την αλλάξει σε τέτοιο βαθμό που δεν θα έχει καμία σχέση με τη σημερινή της μορφή. Οι εκπαιδευτικοί θα γίνουν συντονιστές της μαθησιακής διαδικασίας και θα ενισχύουν τη μεταγνώση των μαθητών, ώστε να τους βοηθούν να επιλέγουν το κατάλληλο γι’ αυτούς εκπαιδευτικό περιεχόμενο.
Ετσι η εκπαίδευση θα γίνει:
• Πιο εξατομικευμένη και προσβάσιμη, καθώς οι μαθητές και οι μαθήτριες θα εκπαιδεύονται με βάση τι πραγματικά έχουν ανάγκη να μάθουν, ανάλογα με τον προσωπικό τους ρυθμό και τον τρόπο που τους βοηθά να μαθαίνουν καλύτερα
• Πιο διαφανής, καθώς τα έξυπνα συστήματα διδασκαλίας θα αναλύουν τις επιδόσεις και τις προτιμήσεις των μαθητών σε πραγματικό χρόνο, παρέχοντας προσαρμοσμένα σχέδια μάθησης που θα βοηθούν τους μαθητές και τις μαθήτριες να αποκτούν επίγνωση του τι γνωρίζουν, ποια τα κενά τους και σε τι θα πρέπει να εστιάζουν περισσότερο, αποκτώντας έτσι αυτοέλεγχο κατά τη μαθησιακή διαδικασία και αυτορύθμιση της μάθησης,
• Και εντέλει πιο ενεργή και ενσυνείδητη, κάτι που αναπόφευκτα θα ενισχύσει το κίνητρο για μάθηση και πιο δημοκρατική καθώς θα αυξήσει και θα εμβαθύνει τις μαθησιακές ευκαιρίες για όλους. Απαραίτητη, ωστόσο, προϋπόθεση για να επιτευχθεί το ιδανικό αυτό οικοσύστημα είναι τόσο οι εκπαιδευτικοί, όσο και οι μαθητές να είναι εγγράμματοι στην ΤΝ.
Και αν επιχειρήσουμε να ορίσουμε την έννοια του γραμματισμού στην ΤΝ, θα λέγαμε ότι είναι:
α) η γνώση τού τι είναι, πώς λειτουργεί και πού εφαρμόζεται η ΤΝ στην καθημερινή ζωή
β) η ικανότητα χρήσης της για τη βελτίωση της καθημερινότητας και η ικανότητα αποτελεσματικής επικοινωνίας με τις μηχανές (π.χ. η ικανότητα δημιουργίας αποτελεσματικών προτροπών (prompts) ή χρήσης αυτοματοποιημένων συστημάτων επικοινωνίας, virtual assistants, κτλ.)
γ) η κριτική προσέγγιση των προϊόντων της ΤΝ (π.χ. η γνώση ότι συστήματα παραγωγικής ΤΝ όπως το ChatGPT συχνά παράγουν μη ορθές απαντήσεις)
δ) η επίγνωση όλων των ηθικών ζητημάτων που σχετίζονται με τη χρήση της. Ενα τέτοιο ζήτημα αφορά το πώς μπορεί να χρησιμοποιούνται τα προσωπικά δεδομένα με επισφαλή για τους χρήστες τρόπο. Ένα ακόμη βασικό πρόβλημα είναι ότι, αν τα δεδομένα με τα οποία έχει εκπαιδευτεί η ΤΝ, περιέχουν προκαταλήψεις ή στερεότυπα, τότε η ΤΝ τα αναπαράγει αυτόματα, χωρίς να έχει επίγνωση του ότι αναπαράγει αδικίες. Επίσης, οι περισσότεροι αλγόριθμοι λειτουργούν σαν «μαύρα κουτιά», χωρίς, δηλαδή, να μπορούμε πάντα να γνωρίζουμε πώς ακριβώς έφτασαν σε μια απόφαση.
Επιπλέον, η ΤΝ ήδη εργαλειοποιείται και χρησιμοποιείται για διάδοση ψευδών ειδήσεων με στόχο την παραπληροφόρηση, την πολιτική προπαγάνδα. Σε αυτό συμβάλλει και η δημιουργία «θαλάμων αντήχησης», όπου οι χρήστες εκτίθενται μόνο σε πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις τους, περιορίζοντας τον κριτικό διάλογο και την πολυφωνία. Τέλος, η ΤΝ μπορεί να δημιουργήσει ψηφιακή αποικιοκρατία και ανισότητα καθώς οι πολίτες των τεχνολογικά ανεπτυγμένων χωρών έχουν πρόσβαση σε ψηφιακή παιδεία, δεξιότητες γραμματισμού στην ΤΝ, ενώ άλλες κοινωνίες μένουν πίσω. Άρα οι ίδιες τεχνολογίες χρησιμοποιούνται διαφορετικά, άλλοι τις κατανοούν, τις ρυθμίζουν και αποκομίζουν οφέλη, ενώ άλλοι τις καταναλώνουν παθητικά. Είναι συνεπώς σημαντικό να έχουμε στο μυαλό μας ότι η ηθική της ΤΝ δεν είναι χαρακτηριστικό της μηχανής, αλλά του ανθρώπου που τη χειρίζεται και, εντέλει, την τελική απόφαση θα πρέπει να την παίρνουν κάθε φορά οι άνθρωποι και όχι η ΤΝ.
Και εδώ ακριβώς βρισκόμαστε σε ένα διπλό εκπαιδευτικό παράδοξο. Πρώτον, θεωρούμε περίπου δεδομένο ότι οι μαθητές μας, επειδή έχουν μεγαλύτερη τεχνολογική γνώση και δεξιότητες χρήσης της τεχνολογίας από τους εκπαιδευτικούς είναι και εγγράμματοι στην ΤΝ. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει. Οι μαθητές κατέχουν ένα μέρος μόνο αυτού του αποκαλέσαμε γραμματισμό στην ΤΝ.
Μπορεί να είναι τεχνολογικά εγγράμματοι, αλλά ταυτόχρονα έχουν θεοποιήσει την ΤΝ και πιστεύουν κάθε απάντηση της ΤΝ ως ορθή, ενώ αγνοούν βασικά ζητήματα λειτουργίας των αλγορίθμων, κινδύνους έκθεσης των προσωπικών τους δεδομένων και προπάντων τα ηθικά ζητήματα που εκθέσαμε παραπάνω. Το δεύτερο παράδοξο έχει να κάνει με το γεγονός ότι η εκπαιδευτική κοινότητα, η οποία υπολείπεται κατά πολύ σε τεχνολογικές γνώσεις από τις νεότερες γενιές και έχει πολύ λίγη εξοικείωση με την ΤΝ, έχει επιφορτιστεί με τον δύσκολο ρόλο να κάνει τους μαθητές εγγράμματους στην ΤΝ και να τους μυήσει στα μυστικά της. Η άρση του διπλού αυτού παραδόξου έγκειται, κατά την άποψή μου, στη δημιουργία εκείνων των συνθηκών όπου εκπαιδευτικοί και μαθητές μαθαίνουν ταυτόχρονα, μέσω διαρκούς επανεκπαίδευσης και διά βίου μάθησης οι πρώτοι, μέσω ταυτόχρονης εκμάθησης περιεχομένου (δηλαδή διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων) και ΤΝ οι δεύτεροι και όχι διδασκόμενοι την ΤΝ ως ξεχωριστό γνωστικό αντικείμενο.
Και θα είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της εκπαίδευσης όπου εκπαιδευτικοί και εκπαιδευόμενοι θα πρέπει να μάθουν παράλληλα ως κοινότητα. Αυτό φαντάζει μεγάλη πρόκληση και ταυτόχρονα, όμως, μια ενδιαφέρουσα συνθήκη.
*H Ζωή Γαβριηλίδου είναι καθηγήτρια Γλωσσολογίας, τ. Αντιπρύτανης Ακαδημαϊκών Υποθέσεων και Φοιτητικής Μέριμνας ΔΠΘ, Associated Faculty Center for Hellenic Studies, University of Chicago