Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μίλησε επί σχεδόν μία ώρα το Σάββατο για τους λόγους που οδήγησαν στη μαζική στρατιωτική επιχείρηση για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και τη μεταφορά του στη Νέα Υόρκη, όπου αντιμετωπίζει κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών.
Οπως δήλωσε, βασικοί στόχοι της επιχείρησης ήταν ο τερματισμός της συνεργασίας της κυβέρνησης της Βενεζουέλας με τα καρτέλ ναρκωτικών, καθώς και η ανάληψη του ελέγχου των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας από αμερικανικές εταιρείες – είπε μάλιστα 20 φορές τη λέξη «πετρέλαιο» στη διάρκεια της ομιλίας του. Μια λέξη που δεν ανέφερε ούτε μία φορά ήταν η «δημοκρατία».
Όταν ο Μαδούρο έχασε τις προεδρικές εκλογές του 2024, αμφισβήτησε το αποτέλεσμα και αρνήθηκε να παραδώσει την εξουσία. Ο νόμιμα εκλεγμένος πρόεδρος της Βενεζουέλας, Εντμούντο Γκονζάλες Ουρούτια, ζει έκτοτε εξόριστος στην Ισπανία. Κεντρικό πρόσωπο της αντιπολίτευσης παραμένει η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η οποία ηγήθηκε της επιτυχημένης προεκλογικής εκστρατείας κατά του Μαδούρο το 2024, παρά το γεγονός ότι της είχε απαγορευτεί να είναι υποψήφια.
Η Ματσάδο έχει συχνά χαρακτηριστεί ως η πολιτικός με τη μεγαλύτερη λαϊκή νομιμοποίηση για να ηγηθεί της χώρας. Ωστόσο, για μεγάλο χρονικό διάστημα ζούσε κρυμμένη στη Βενεζουέλα, μέχρι που τον περασμένο μήνα μετέβη στο Όσλο, όπου παρέλαβε το Νόμπελ Ειρήνης.
Η Ματσάδο αφιέρωσε το βραβείο στον Τραμπ, ενώ παράλληλα εξέφρασε την υποστήριξή της στις αμφιλεγόμενες αμερικανικές επιθέσεις σε σκάφη της Βενεζουέλας. Παρά ταύτα, τίποτα από αυτά δεν στάθηκε αρκετό για να εξασφαλίσει την υποστήριξη του αμερικανού προέδρου, ο οποίος αντί να επιμείνει στην εγκατάσταση της δημοκρατικά εκλεγμένης αντιπολίτευσης, επέλεξε να στηρίξει τη δεύτερη στην ιεραρχία του καθεστώτος Μαδούρο, την αντιπρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκεζ.
«Δεν έχει τον σεβασμό εντός της χώρας»
Ερωτηθείς το Σάββατο αν θεωρεί ότι η Ματσάδο θα μπορούσε να κυβερνήσει τη χώρα μετά την απομάκρυνση του Μαδούρο, ο Τραμπ δήλωσε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν «πολύ δύσκολο», σημειώνοντας ότι «είναι μια πολύ καλή γυναίκα, αλλά δεν έχει τον σεβασμό εντός της χώρας».
Όπως μεταδίδουν οι New York Times, ακόμη και πριν από την αστραπιαία επιδρομή των ΗΠΑ στο Καράκας, ο Τραμπ είχε λάβει την απόφαση να μην στηρίξει τη Ματσάδο. Σύμφωνα με πέντε άτομα που γνωρίζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και τα οποία επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, η στάση αυτή βασίστηκε σε εκτιμήσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών ότι η αντιπολίτευση θα δυσκολευόταν να κυβερνήσει, αλλά στην τεταμένη σχέση μεταξύ της Ματσάδο και κορυφαίων αξιωματούχων του Λευκού Οίκου.
Το Νόμπελ και ο ρόλος του
Σύμφωνα με πηγές που μίλησαν στην Washington Post, ο αμερικανός πρόεδρος έχασε το ενδιαφέρον του να τη στηρίξει αφότου εκείνη αποδέχθηκε το Νόμπελ Ειρήνης, γεγονός που θεωρήθηκε «έσχατο αμάρτημα».
«Αν το είχε απορρίψει λέγοντας “Δεν μπορώ να το δεχτώ επειδή είναι του Ντόναλντ Τραμπ”, θα ήταν η πρόεδρος της Βενεζουέλας σήμερα», ανέφερε ανώνυμα αξιωματούχος του Λευκού Οίκου.
Παράλληλα, σύμφωνα με τους New York Times, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε ταχθεί κατά της υποστήριξης της αντιπολίτευσης, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα αποσταθεροποιούσε περαιτέρω τη χώρα και θα απαιτούσε μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία, άποψη που υποστηρίχθηκε και από απόρρητες πληροφορίες της CIA. Η Wall Street Journal αποκάλυψε ότι αξιολόγηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών κατέληγε στο συμπέρασμα πως στενοί σύμμαχοι του Μαδούρο, συμπεριλαμβανομένης της Ροντρίγκεζ, η οποία ορκίστηκε πρόεδρος τη Δευτέρα, θα μπορούσαν να διασφαλίσουν βραχυπρόθεσμη σταθερότητα μέσω μιας προσωρινής κυβέρνησης.
Η ανάλυση φέρεται να επηρέασε την απόφαση του αμερικανού προέδρου να προωθήσει την Ροντρίγκεζ αντί της Ματσάδο, η οποία θεωρείται ότι δεν θα είχε την υποστήριξη των ενόπλων δυνάμεων της χώρας και άλλων ελίτ. Ο Τραμπ πιστεύεται ότι επηρεάστηκε αρνητικά προς τη Ματσάδο και από το γεγονός ότι ήταν επιλογή του προκατόχου του, Τζο Μπάιντεν.
Πάντως, την περασμένη Κυριακή ο Ρούμπιο δήλωσε στο αμερικανικό δίκτυο NBC ότι οι εκλογές «δεν είναι η πρώτη προτεραιότητα» των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, αλλά ο τερματισμός του εμπορίου ναρκωτικών, της παρουσίας του Ιράν και της Χεζμπολάχ και της χρήσης της πετρελαϊκής βιομηχανίας προς όφελος αντιπάλων των ΗΠΑ.
