Πτήση στο άγνωστο

Η λογοτεχνία είναι μια σοβαρή υπόθεση για μια χώρα. Είναι πρώτα απ' όλα το πρόσωπό της Λουί Αραγκόν

Η λογοτεχνία είναι μια σοβαρή υπόθεση για μια χώρα. Είναι πρώτα απ’ όλα το πρόσωπό της
Λουί Αραγκόν
Κοσμοπολιτισμός ή εντοπιότητα; Ποιος είναι ο ρόλος της παράδοσης στα έργα των νέων λογοτεχνών μας; Ενα βιβλίο έλληνα συγγραφέα που διαδραματίζεται ολόκληρο εκτός Ελλάδος κατά πόσο χαρακτηρίζει, σηματοδοτεί και προάγει την τοπική λογοτεχνία; Ενα δίλημμα παρελθόντων ετών φωτίζεται σήμερα εντελώς διαφορετικά. Πριν από κάποια χρόνια διάβασα σε άρθρο του Δημοσθένη Κούρτοβικ την άποψη πως οι νέοι έλληνες συγγραφείς μοιάζουν συνειδητά αποσυνδεμένοι από την παράδοση και τις εμπειρίες των προηγούμενων γενεών. Πίστευε μάλιστα ότι η χειραφέτησή τους αυτή είναι ακόμα πολύ πρόσφατη, για να αποτρέψει τις υπερβολές μιας ελευθερίας που βιώνεται κυρίως σαν άρνηση κάθε μορφής επικαθορισμού και επισημαίνει ένα «κενό πραγματικότητας» στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία και ένα έλλειμμα βάρους και βάθους.
Ποιος όμως είναι ο λόγος που οδήγησε τη νεότερη γενιά των ελλήνων συγγραφέων στο να «προσπεράσουν» την παράδοση, και γιατί παρατηρείται αυτή η εγγενής άρνηση της συγκεκριμένης γενιάς να «κατηγοριοποιηθεί»;
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου είπε κάποτε πως οι παλαιότεροι ήταν «πρίγκιπες των μισών πραγμάτων», ενώ, σήμερα, τα νέα παιδιά είναι «πριγκιπόπουλα πολύ μικρότερων κλασμάτων». Η νέα γενιά των συγγραφέων έζησε εξ αντανακλάσεως τα τελευταία σημαντικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μας. Τον απόηχο της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου που ενέπνευσαν έργα-σταθμούς για την ποίηση και πεζογραφία του τόπου μας. Επιπλέον, η έντονη ιδεολογική αντιπαράθεση που ακολούθησε, καθώς και η επιρροή μεγάλων μορφών του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος (J. Joyce, Fr. Kafka, M. Prοust, J.-P. Sartre, A. Camus) με θέματα υπαρξιακά, έδωσαν έργα με έντονο κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό και για τη δική μας πραγματικότητα. Ακολούθως η αστικοποίηση, ο καταναλωτισμός, ο «χυδαίος ευδαιμονισμός», όπως είπε ο Α. Τερζάκης, το άγχος της αλλοτρίωσης και η ψυχική αποξένωση αποτυπώθηκαν και ρεαλιστικά και συμβολοποιημένα.
Στη δεκαετία του ’80 οι νεότατοι εκπρόσωποί της εμφανίστηκαν για πρώτη φορά με έναν νεανικό, άμεσο λόγο μιλώντας για τα πράγματα της γενιάς τους. Οι συγγραφείς αυτοί εξέφρασαν την κόπωση από το βαρύ ιστορικό φορτίο που κληρονόμησαν κι ως ένα σημείο φώτισαν τη μεταίχμια συνθήκη της εποχής της εμφάνισής τους.
Η ακόμα νεότερη γενιά όμως είχε το προνόμιο(;) να «ανδρωθεί» μέσα στην τεχνολογική επανάσταση, το άνοιγμα των επικοινωνιών και την παγκοσμιοποίηση. Οι συγγραφείς της ταξίδεψαν, έζησαν στο εξωτερικό, διάβασαν ξένη λογοτεχνία πριν ίσως διαβάσουν ελληνική, πρωτοέγραψαν σε υπολογιστή, πλοηγήθηκαν από πολύ μικροί στο Δίκτυο. Συγγραφείς μιας γενιάς η οποία, αντίθετα με την προηγούμενη, δεν είχε «ορατό εχθρό» (αν και ο «εχθρός» είναι πλέον πανταχού παρών, αόρατος και –το χειρότερο –ενίοτε γοητευτικός), βρέθηκαν απότομα σε έναν νέο γενναίο κόσμο, όπου οι «ισμοί» έδιναν τη θέση τους στα «τρία w», την εικόνα και την εικονικότητα. Σε έναν κόσμο όπου ακόμη και η γλώσσα έγινε εικονολογική και το παραλογοτεχνικό ανάγνωσμα άρχισε να γιγαντώνεται.
Η καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ Αλεξάνδρα Δεληγιώργη έγραφε ήδη από το 1999: «Η αναφορική ή μυθική γλώσσα που καλλιεργεί η λογοτεχνία για να εκφράσει όσα δεν μπορεί να δει και να ψελλίσει το παραλογοτεχνικό ανάγνωσμα είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη. Το δικό της όριο είναι αυτό που διακρίνει το οξύ βλέμμα ή αυτό που διαβλέπει ή μυρίζεται ο εκφραστικός λόγος, και αγωνίζεται να το πει, καθώς αναμετριέται με ό,τι ως τώρα ήταν άρρητο ή αδιανόητο. «Μειονοτική» τη χαρακτήρισαν οΖ.Ντελέζκαι οΦ. Γκουαταρύ. Είναι η γλώσσα που δεν παράγει για να πουλήσει στον καταναλωτή αλλά ποιεί για να συγκινήσει και να παιδέψει τον αναγνώστη. Η γλώσσα αυτή, που την περιορίζει το απεριόριστο, μικραίνει ακόμη περισσότερο σήμερα, αφού κατατρύχει πλέον μόνο όσους ενώ τους είναι αδύνατο να μη γράφουν, δεν μπορούν να γράψουν στη μείζονα γλώσσα και ταυτόχρονα χάνουν σιγά σιγά τη δυνατότητα και τη θέλησή τους να γράψουν αλλιώς, διακονώντας και σώζοντας τη λογοτεχνία της χώρας τους».
Ο συγγραφέας είναι ένα πλάσμα που διψάει για έμπνευση. Οταν αίφνης ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται στο γραφείο του ή όταν έχει τη δυνατότητα να πάει o ίδιος να τον συναντήσει, δεν υπάρχει περίπτωση να αγνοήσει την πρόκληση. Πιστεύω πως η όποια απομάκρυνση των νέων συγγραφέων από την «παράδοση» δεν οφείλεται σε μια ανάγκη πατροκτονίας ή απαξίας του παρελθόντος. Ισως είναι το φυσικό αποτέλεσμα μιας απότομης μεγέθυνσης, μιας γιγάντιας εκτίναξης που διακτίνισε το «οικουμενικό» απευθείας στο γραφείο προς επεξεργασία. Δίκιο έχει ο Κούρτοβικ όταν λέει ότι οι ιστορικές συνθήκες βοήθησαν τη νέα γενιά ώστε να κάνει αναίμακτα μια κάθετη τομή. Γιατί είναι γεγονός ότι με βάση τις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες, οι οποίες μεταβάλλονται ραγδαία γύρω μας, διαμορφώνεται και δημιουργείται η εκάστοτε λογοτεχνική παραγωγή. Το ζήτημα είναι σε ποιον βαθμό η παράδοση αυτής της δημιουργίας μπορεί να συνδεθεί με τη σύγχρονη παραγωγή.
Ποια είναι εκείνα τα δυναμογόνα στοιχεία του χθες που μπορεί να αξιοποιήσει ο συγγραφέας του σήμερα; Η άμβλυνση της εθνικής ταυτότητας με τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις των πληθυσμών και τις αλληλεπιδράσεις, καθώς και ο διαρκής επαναπροσδιορισμός των αξιών, ακόμη και η φθορά της ελληνικής γλώσσας και ο ωφελιμισμός της εκπαίδευσης, μπορούν να συγκεραστούν με την παράδοση της ελληνικής λογοτεχνίας στη σκέψη και στη λογοτεχνική πράξη; Μέσα στο πραγματικό αλλά και φανταστικό περιβάλλον όπου διαπλάθει ήρωες, αφηγείται και αναπαριστά γεγονότα των καιρών, μπορεί να εντοπίσει και να αξιοποιήσει ο σύγχρονος λογοτέχνης εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα τονίσουν το εθνικό στίγμα του τόπου του;
Κάθε ουσιαστική ρήξη προϋποθέτει και αιμάτινο αντίτιμο. Από την αλάνα στο συμπαντικό γήπεδο η απόσταση είναι μεγάλη και ελλοχεύει το ενδεχόμενο ενίοτε ο παίκτης να παρασυρθεί, νομίζοντας πως αυτόματα θα παίξει μεγάλη «μπάλα».
Δεν ξεχνάμε βέβαια ότι ζούμε σε μια χώρα όπου η νοσταλγία για τα παλιά είναι σχεδόν γονιδιακή. Ο καημός του Ελληνα είναι να μιλάει για το παρελθόν του. Σε μια εποχή όπου στις δυτικές κοινωνίες (ειδικά στις προτεσταντικές) ζητούμενο είναι η αυτοπραγμάτωση, η ελληνική αυτοπραγμάτωση που βασίζεται κατεξοχήν σε μύθους που έχουν περάσει στην παγκόσμια λογοτεχνία, θρύλους και λαϊκές παραδόσεις και επιπλέον σε συνεκτικές «μαζικές» δομές –οικογένεια, κόμματα, παρέες, ορθοδοξία –είναι φυσικό να αντιδρά σε μια απότομη, ομοκεντρική «πτήση προς το άγνωστο». Μια «πτήση» που, βέβαια, ενέχει και όλα τα προβλήματα που αναφύονται, όταν ξαφνικά αποκτάς δωρεάν εισιτήριο σε χώρους που άλλοτε φάνταζαν τόσο μακρινοί.
Η νεοελληνική λογοτεχνία προσπάθησε να κάνει τα πρώτα της βήματα ως μια περιφερειακή ευρωπαϊκή λογοτεχνία με τις ποικίλες φυσικά ιδιαιτερότητές της. Και βρέθηκε σε κενό αέρος αντιμέτωπη με δημοφιλή στερεότυπα δεκαετιών όπως Ζορμπά, Ωνάση, συρτάκι και ούζο. Οι δε νέοι έλληνες συγγραφείς δεν συνιστούν μια συνεκτική ομάδα. Καθένας και η κατηγορία του σχεδόν. Η κατά τη γνώμη μου υγιής αυτή αντανακλαστική «απείθεια» των νέων ελλήνων συγγραφέων πρέπει πλέον να βρει την αυθεντικότητά της. Να συνδέσει δηλαδή τις «οικουμενικές» συνθήκες που γέννησαν τη χειραφέτησή της με την ιδιαιτερότητα του τόπου στον οποίο αναπτύχθηκε, ώστε η σύγχρονη ελληνική παραγωγή να αποκτήσει μια διακριτή θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Ο κ. Αλέξης Σταμάτης είναι συγγραφέας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.