«Μπρα ντε φερ» για αυξήσεις μισθών και συλλογικές συμβάσεις

Σε «μπρα ντε φερ» μεταξύ κυβέρνησης και θεσμών εξελίσσονται το θέμα της επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η αύξηση του κατώτατου μισθού, με εκατέρωθεν δηλώσεις σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση

Σε «μπρα ντε φερ» μεταξύ κυβέρνησης και θεσμών εξελίσσονται το θέμα της επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η αύξηση του κατώτατου μισθού, με εκατέρωθεν δηλώσεις σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση.
Η κυβέρνηση διά της υπουργού Εργασίας κυρίας Εφης Αχτσιόγλου ανά τακτά χρονικά διαστήματα επαναφέρει το θέμα των εργασιακών σχέσεων μετά την ολοκλήρωση του οικονομικού προγράμματος τον Αύγουστο του τρέχοντος έτους, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζει κατά πόσο έχει διασφαλιστεί η σύμφωνη γνώμη των θεσμών. Και αυτό γιατί στηρίζεται στο αφήγημα της καθαρής –χωρίς δεσμεύσεις –εξόδου από το Μνημόνιο.
Στο θέμα των εργασιακών παρενέβη για πρώτη φορά και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Ι. Δραγασάκης, ο οποίος με προσεκτικό τρόπο μίλησε για «μάχη της κυβέρνησης» ώστε να επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, ενώ προσδιόρισε την ενδεχόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού «ακόμα και εφέτος».

Στην αξιολόγηση

Ωστόσο είναι προφανές ότι τα θέματα αυτά θα κριθούν στην τέταρτη και κρισιμότερη αξιολόγηση της οικονομίας από τους θεσμούς, όπου θα διαμορφωθεί και το «περιβάλλον» που θα ισχύσει μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος.
Τα θέματα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η εξέλιξη του κατώτατου μισθού περιλαμβάνονται στο τελικό κείμενο του «Ολιστικού Αναπτυξιακού Σχεδίου» της κυβέρνησης, που ήδη έχει σταλεί στους θεσμούς.
Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, οι πρώτες αντιδράσεις και ενστάσεις των δανειστών που έχουν γίνει γνωστές στην κυβέρνηση αφορούν τα εργασιακά, και ειδικότερα τις παγωμένες διατάξεις της μετενέργειας και της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης, αλλά και τις κυβερνητικές προθέσεις για αύξηση του κατώτατου μισθού.
Από την πλευρά της, η υπουργός Εργασίας επιμένει ότι η επαναφορά των βασικών αρχών των συλλογικών διαπραγματεύσεων, δηλαδή της αρχής της επεκτασιμότητας και της ευνοϊκότερης ρύθμισης, έχει νομοθετηθεί και θα γίνει αυτόματα αμέσως μετά τη λήξη του προγράμματος, τον ερχόμενο Αύγουστο.

Οι εργοδότες

Αντίθετος στην επαναφορά των διατάξεων που πάγωσαν κατά την περίοδο της κρίσης και αφορούν τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είναι ο ΣΕΒ. Οι εργοδότες εκτιμούν ότι η μη εφαρμογή της επεκτασιμότητας των συλλογικών συμβάσεων και το πάγωμα της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης λειτούργησαν και λειτουργούν ευεργετικά για τις επιχειρήσεις και την απασχόληση.
Αντίστοιχες προσδοκίες καλλιεργεί η κυβέρνηση και για τον κατώτατο μισθό, χωρίς ωστόσο να έχει διασφαλιστεί η σύμφωνη γνώμη των θεσμών.
Η υπουργός Εργασίας μιλάει για «σταδιακή –προσεκτική –αύξηση του κατώτατου μισθού», η οποία «δρομολογείται» και θα υλοποιηθεί μετά την έξοδο από το πρόγραμμα.
Σήμερα ο κατώτατος μισθός είναι 586 ευρώ, μειωμένος κατά 22% (από 751 ευρώ) από το 2012 (δεύτερο μνημόνιο). Με το ίδιο μνημόνιο μειώθηκε κατά 32% ο μισθός για τους νέους κάτω των 25 ετών (511 ευρώ), ενώ ταυτόχρονα καταργήθηκε η πυραμίδα των συμβάσεων πάνω στην οποία είχε οικοδομηθεί το σύστημα των αμοιβών.
Η διαδικασία για την υιοθέτηση οποιασδήποτε αύξησης των κατώτατων αμοιβών –η οποία προβλέπεται σε νόμο του 2013 –είναι μακρά, χρονοβόρα και δεν μπορεί να ολοκληρωθεί παρά στα μέσα του 2019. Για να ισχύσουν οι αυξήσεις στα κατώτατα όρια εντός του 2018 –όπως ανέφερε ο κ. Δραγασάκης –θα έπρεπε η διαδικασία που προβλέπεται στο νέο νομικό καθεστώς να είχε ήδη εκκινήσει.

Τον επόμενο χρόνο

Ακόμα και αν συμφωνηθεί –στο πλαίσιο της τέταρτης αξιολόγησης –κάτι ανάλογο με τους δανειστές, οι διαδικασίες θέσπισης προσδιορίζουν χρονικά την υλοποίησή τους τον επόμενο χρόνο.
Ο νόμος 4172 του 2013 προβλέπει ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα ορίζεται από την κυβέρνηση ύστερα από διαδικασία διαβούλευσης με κοινωνικούς εταίρους και τεκμηριωμένη συνεκτίμηση των πραγματικών δεδομένων και δυνατοτήτων της οικονομίας και της απασχόλησης (ύψος ανεργίας και αύξηση της απασχόλησης).
Την τελική ευθύνη καθορισμού του κατώτατου μισθού, με τη νέα διαδικασία, έχει ο εκάστοτε υπουργός Εργασίας, ο οποίος το τελευταίο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου κάθε έτους θα καταθέτει πρόταση νόμου με το ύψος του κατώτατου μισθού που θα ισχύσει το επόμενο έτος.

Η τελική απόφαση

Θα έχει προηγηθεί διαβούλευση μεταξύ εργοδοτών, εργαζομένων αλλά και επιστημονικών φορέων και θα έχει συνταχθεί σχετικό πόρισμα με προτάσεις, οι οποίες ωστόσο δεν θα έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για την τελική απόφαση του υπουργού Εργασίας.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι για τη διαμόρφωση του νέου κατώτατου μισθού θα λαμβάνονται υπόψη «η κατάσταση της οικονομίας, οι προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών».

Πολύπλοκη και χρονοβόρα η διαδικασία καθορισμού

Βήμα προς βήμα η νέα διαδικασία για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού έχει ως εξής:

1. Διαβούλευση μεταξύ κυβέρνησης, κοινωνικών εταίρων αλλά και των επιστημονικών φορέων. Συντονίζει τριμελής επιτροπή με πρόεδρο τον εκάστοτε πρόεδρο του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) και δύο εκπροσώπους του υπουργού Οικονομικών και του υπουργού Εργασίας. Οι «κοινωνικοί εταίροι» που λαμβάνουν μέρος στη διαβούλευση είναι οι οργανώσεις που υπέγραφαν την εθνική σύμβαση, δηλαδή η ΓΣΕΕ, ο ΣΕΒ, η ΓΣΕΒΕΕ και η ΕΣΕΕ, ενώ έχει προστεθεί και ο ΣΕΤΕ. Οι επιστημονικοί ερευνητικοί και λοιποί φορείς που παρέχουν την επιστημονική συνδρομή τους είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ο ΟΑΕΔ, το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το Ινστιτούτο ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ, το ΙΟΒΕ, το Ινστιτούτο του ΣΕΤΕ, το ΚΕΠΕ και ο ΟΜΕΔ. Κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης λαμβάνονται υπόψη η τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και οι προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών.

2. Ως το τέλος του μηνός Μαρτίου κάθε έτους οι επιστημονικοί φορείς συντάσσουν έκθεση με την αξιολόγηση του ισχύοντος κατώτατου μισθού και ημερομισθίου και με τις εκτιμήσεις τους για την προσαρμογή του «στις επίκαιρες οικονομικές συνθήκες».

3. Ακολουθεί η διαβούλευση που ολοκληρώνεται στις 31 Μαΐου κάθε έτους, με τη σύνταξη του τελικού πορίσματος διαβούλευσης. Σε αυτό καταγράφονται οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων, τα σημεία συμφωνίας τους, αλλά και οι διαφωνίες τους.

4. Το πόρισμα υποβάλλεται στους υπουργούς Εργασίας και Οικονομικών ως τις 10 Ιουνίου κάθε έτους, ενώ κοινοποιείται στην ΟΚΕ και στον Πρόεδρο της Βουλής. Ο υπουργός Εργασίας ως το τέλος του Ιουνίου υποχρεούται να φέρει στη Βουλή πρόταση νόμου με τον κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο, «λαμβάνοντας υπόψη το πόρισμα διαβούλευσης».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.