Η κρυμμένη φούσκα της διεθνούς αγοράς ομολόγων

Το ελληνικό πρόβλημα και όσα το συνοδεύουν - οι δραματικές διαπραγματεύσεις, οι αγωνίες, οι απειλές και οι συγκρούσεις μεταξύ της νέας ελληνικής κυβέρνησης, των υπευθύνων της Ευρωζώνης και της γερμανικής κυβέρνησης ιδιαιτέρως - συνεχίζει να προκαλεί το διεθνές ενδιαφέρον και να αποδίδεται ως κρίσιμο και μείζον.

Το ελληνικό πρόβλημα και όσα το συνοδεύουν – οι δραματικές διαπραγματεύσεις, οι αγωνίες, οι απειλές και οι συγκρούσεις μεταξύ της νέας ελληνικής κυβέρνησης, των υπευθύνων της Ευρωζώνης και της γερμανικής κυβέρνησης ιδιαιτέρως – συνεχίζει να προκαλεί το διεθνές ενδιαφέρον και να αποδίδεται ως κρίσιμο και μείζον.

Ωστόσο, δεν είμαστε στο 2010, ούτε η έντασή του είναι τέτοια που να δικαιολογεί ρίγη και αναστατώσεις μεγάλες.
Διογκώνεται εξαιτίας της αμφισβήτησης των Βρυξελλών και της μονόπλευρης ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής από τη νέα ελληνική κυβέρνηση
‘Άλλα κρυμμένα διεθνή οικονομικά προβλήματα είναι απείρως κρισιμότερα και ικανά να προκαλέσουν συστημικές κρίσεις, που δεν χωράει ανθρώπου νους.
Τις προηγούμενες ημέρες το «Φοίνιξ Κάπιταλ» ένα από τα μεγαλύτερα αμερικανικά σχήματα διαχείρισης ομολόγων προειδοποίησε ότι «η φούσκα της διεθνούς αγοράς ομολόγων έχει υπερδιογκωθεί και αν σκάσει θα προκαλέσει παγκόσμια κρίση μεγαλύτερη εκείνης του χρηματοπιστωτικού τομέα το 2008».
Για την κατάσταση της διεθνούς αγοράς ομολόγων απευθυνθήκαμε σε ένα φίλο που ζει στις ΗΠΑ και έχει εμπειρίες ξεχωριστές από τον τρόπο λειτουργίας τους.
Ο Κρίτων Ζωάκος περιγράφει την διεθνή αγορά ομολόγων ως εξής:
«Το 2014 η παγκόσμια αγορά ομολόγων είχε ένα μέγεθος περίπου 100 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, εκ των οποίων 48 τρισ. έχουν εκδοθεί από κράτη, άλλα 41 τρισ. από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και τα υπόλοιπα 11τρισ. από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.
Τα δεδομένα του 2014 αντιπροσωπεύουν μια τεράστια αύξηση από το 2008, όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που εξελίχθηκε σε κρίση χρέους.Το συνολικό μέγεθος της αγοράς ομολόγων το 2008 ήταν 74 τρισ. δολάρια, εκ των οποίων 28 τρισ. ήταν κρατικά, 38 τρισ. από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και άλλα 8 τρισ. από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.
Η συγκεκριμένη αγορά είναι οργανωμένη σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις με οξύτατες διαφορές συμφερόντων, τους αγοραστές και τους πωλητές – εκδότες. Οσο άσπονδες και αδίστακτες είναι οι αντιμαχίες τους, τόσο ευγενέστεροι είναι οι τρόποι τους. Κύριο όπλο των πωλητών – εκδοτών είναι οι κεντρικές Τράπεζες και των αγοραστών οι οίκοι αξιολόγησης.
Οι βασικοί αγοραστές ομολόγων είναι τα Συνταξιοδοτικά Ταμεία, τα ασφαλιστικά προγράμματα μεγάλων ασφαλιστικών εταιριών, τα αμοιβαία κεφάλαια και οι Τράπεζες. Οι ιδιώτες αποτελούν μόνο το 10% των επενδυτών σε ομόλογα.
Σε γενικές γραμμές, οι πωλητές – εκδότες ομολόγων είναι κράτη και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και οι αγοραστές – επενδυτές οι λεγόμενοι θεσμικοί επενδυτές, δηλαδή ταμεία συντάξεων, ασφαλιστικές εταιρίες και αμοιβαία κεφάλαια.
Οι πωλητές – εκδότες ομολόγων, κράτη και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί έχουν κοινό συμφέρον να χαμηλώνουν διαρκώς τα επιτόκια, ούτως ώστε τα βάρη των υποχρεώσεών τους, οι τόκοι δηλαδή να υποχωρούν ιδίως όταν τα απόλυτα μεγέθη του χρέους τους ανεβαίνουν. Οι αγοραστές – επενδυτές ομολόγων ενδιαφέρονται για την άνοδο των επιτοκίων ώστε τα κέρδη τους να αυξάνονται.
Σε αυτή τη διελκυστίνδα μεταξύ μεγάλων εκδοτών και αγοραστών ομολόγων, οι πωλητές (μεγάλα κράτη και μεγάλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί) κρατούν σχεδόν όλα τα πλεονεκτήματα εξαιτίας της πολιτικής τους συμμαχίας και της σχεδόν αιμομικτικής τους συμβιώσεως. Στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία και στην Κίνα, οι κρατικό – χρηματοπιστωτικές συμμαχίες έχουν χρησιμοποιήσει την εργαλειοθήκη των κεντρικών τους Τραπεζών για να μειώσουν τα επιτόκια. Στην Ευρώπη, τρεις διαφορετικοί μηχανισμοί έχουν επιτρέψει τη μείωση των επιτοκίων. 1) Η εσκεμμένη πολιτική ύφεσης που επιβάλει η Γερμανία και εκφράζεται με το φαινόμενο του αποπληθωρισμού. 2) Η »φυγή» προς την ασφάλεια που μειώνει τα γερμανικά επιτόκια. 3) Οι προσδοκίες που καλλιεργεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Εξαιτίας αυτών των πολιτικών ενεργειών τα βασικά μακροχρόνια επιτόκια και οι αποδόσεις είναι σε επίπεδα λιγότερο από τα μισά εκείνων του 2008. Δηλαδή ναι μεν το συνολικό μέγεθος της αγοράς ομολόγων, το συνολικό χρέος του πλέγματος κρατών – τραπεζών προς την κοινωνία αυξήθηκε κατά 30%, τα επιτόκια όμως,δηλαδή το κόστος αποπληρωμής μειώθηκε κατά 50%.Και βέβαια όσο χαμηλότερα είναι τα καινούργια επιτόκια,τόσο μεγαλύτερη είναι η αξία των παλαιότερων ομολόγων. Και αντιστρόφως όσο υψηλότερα θα ανέβαιναν τα επιτόκια των καινούργιων ομολόγων, τόσο θα έχαναν αξία τα παλαιότερα ιστορικά ομόλογα που βρίσκονται στα χέρια των ήδη επενδυμένων οργανισμών, θεσμών και ιδιωτών.
Κατά τη γνώμη μου, τα γενόμενα στην αγορά αγορά ομολόγων εξαρτώνται από τις ευρύτερες εξελίξεις στην πραγματική οικονομία με τον ακόλουθο τρόπο.
Ο υπερκορεσμός επενδύσεων σε όλους τους υφιστάμενους τομείς παραγωγής (η κλαστική κρίση υπερπαραγωγής) έχει μηδενίσει την οριακή κερδοφορία της σύνολης οικονομίας και κατά συνέπεια τη δυνατότητα κερδοφορίας του κεφαλαίου ήδη από το 2007. Τα πολιτικώς διατηρούμενα μονοπώλια και οι πολιτικώς διατηρούμενοι φραγμοί στην είσοδο νέων ανταγωνιστικών δυνάμεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών,απέκλεισαν τη δημιουργία νέων ανταγωνιστικών βιομηχανιών που θα μπορούσαν να εκτινάξουν την κερδοφορία των επενδυτικών κεφαλαίων και έτσι να ανεβάσουν τα επιτόκια των ομολόγων. Επίσης η θεμελιώδης τεχνολογική ανανέωση βρίσκεται σε στασιμότητα από την κρίση του 2008 και μετά. Έτσι η κερδοφορία των επενδυτικών κεφαλαίων βρίσκεται σε διαρκή μαρασμό, δεν υπάρχουν νέες υποσχόμενες πολλά κέρδη ευκαιρίες και όσοι έχουν κεφάλαια διαθέσιμα για επένδυση αλληλοσπαράσσονται για να αρπάξουν τις διαρκώς περιοριζόμενες ευκαιρίες.
Η ζήτηση δηλαδή για κερδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες υπερβαίνει κατά πολύ την προσφορά κι αυτό σε τελική ανάλυση μειώνει τα επιτόκια. Όσοι ήδη έχουν υπό τον έλεγχό τους σχετικά κερδοφόρες επενδύσεις (κυρίως το κρατικό και χρηματοπιστωτικό κατεστημένο) είναι κινητοποιημένοι να υπερασπισθούν τα κεκτημένα τους από τις επιθέσεις των θύραθεν διεκδικητών.
Επιπλέον, από το 2008 και εντεύθεν, όταν η πραγματική οικονομία έχασε την ικανότητα να αποπληρώνει τον μέχρι τότε συσσωρευμένο όγκο χρεών, ομολόγων και άλλων υποχρεώσεων, οι πολιτικές δυνάμεις του κρατικό-χρηματοπιστωτικού κατεστημένου εγκαινίασαν την πρακτική αποπληρωμής παλαιών χρεών με νέα μεγαλύτερα χρέη.

Η πρακτική αυτή συνεχίζεται μέχρι τώρα και θα εξακολουθεί να συνεχίζεται με μοναδικό αποτέλεσμα τη διεύρυνση της ψαλίδας ανισότητας πόρων και εισοδημάτων και δεν θα σταματήσει εκτός κι αν ανατραπεί η υφιστάμενη πολιτική ηγεμονία του κρατικό – χρηματοπιστωτικού κατεστημένου.

Συντομογραφικά, η ενδεχόμενη μελλοντική άνοδος επιτοκίων εξαιτίας της επανεκκίνησης των οικονομιών υποσκάπτει την αγοραστική αξία των παλαιότερων ομολόγων που είναι στη διάθεση των ασφαλιστικών ταμείων, θεσμικών επενδυτών κ.λ.π.και ταυτόχρονα υποσκάπτει την ικανότητα αποπληρωμής των εκδοτών ομολόγων, δηλαδή των κρατών και χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Το αντίστροφο συμβαίνει με την πτώση των επιτοκίων.
Σημειωτέον όμως ότι τα Ταμεία Συντάξεων, οι ασφαλιστικές εταιρίες, οι θεσμικοί επενδυτές ομολόγων δεν ενδιαφέρονται για την αγοραστική αξία των ομολόγων τους, αλλά κυρίως για την εισοδηματική τους απόδοση που κινείται αντίστροφα της αγοραστικής αξίας.

Ανατροπή της υφιστάμενης πολιτικής ηγεμονίας που συντηρεί την ύφεση και τα χαμηλά επιτόκια θα συνεπάγονταν ήττα του σημερινού πολιτικού και χρηματοπιστωτικού κατεστημένου και την άνοδο νέων δημιουργικών δυνάμεων στην οικονομία και στην παραγωγή,ικανών να εκθρονίσουν τις »ώριμες» βιομηχανίες.

Προς στιγμήν διαβλέπω μόνο δύο δυνατότητες μιας τέτοιας ανατροπής μεσοπροθέσμως. Η μία στην Ευρώπη εξαιτίας των θεμάτων που έβαλε επί τάπητος η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και η άλλη παραδόξως στις ΗΠΑ, όπου οι τοπικές πολιτειακές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου ανέδειξαν τεράστιες αποκεντρωτικές ομοσπονδιακές πολιτικές δυνάμεις που αντιστρατεύονται το συγκεντρωτικό κρατικό – χρηματοπιστωτικό καθεστώς που εκπροσωπεί η κυβέρνηση Ομπάμα»

Έτσι βλέπει την τεράστια διεθνή αγορά ομολόγων και τις πολιτικές εμπλοκές της ο φίλος μας από την Αμερική.

Απέναντι στο μέγεθος της οποίας το ελληνικό ζήτημα είναι παρωνυχίδα, όπως μπορεί να αντιληφθεί ο καθένας. Όμως η αμφισβήτηση που ασκεί η ελληνική περίπτωση εξηγεί την ένταση της αντίδρασης της πολιτικής και οικονομικής ελίτ των Βρυξελλών και του Βερολίνου.

Τα υπόλοιπα θα τα δούμε να εξελίσσονται προσεχώς, ίσως κι από σήμερα…

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.