Ποιες θάλασσες θα «ψηλώσουν»;

Οι πάγοι που λιώνουν και το θερμόμετρο που ανεβαίνει «φουσκώνουν» σταθερά τα νερά των θαλασσών. Το πού ακριβώς θα οδηγηθεί η θαλάσσια στάθμη αποτελεί αντικείμενο μελέτης και διαφωνίας για τους επιστήμονες, από τις ως τώρα εκτιμήσεις όμως η απειλή για τις παράκτιες περιοχές είναι ορατή. Το μέγεθός της δεν θα είναι ωστόσο παντού το ίδιο.

Οι πάγοι που λιώνουν και το θερμόμετρο που ανεβαίνει «φουσκώνουν» σταθερά τα νερά των θαλασσών. Το πού ακριβώς θα οδηγηθεί η θαλάσσια στάθμη αποτελεί αντικείμενο μελέτης και διαφωνίας για τους επιστήμονες, από τις ως τώρα εκτιμήσεις όμως η απειλή για τις παράκτιες περιοχές είναι ορατή. Το μέγεθός της δεν θα είναι ωστόσο παντού το ίδιο. Αλλες περιοχές θα πληγούν περισσότερο και άλλες λιγότερο ενώ ορισμένες, όπως η Γροιλανδία, ίσως και να δουν τα νερά τους να… κατεβαίνουν εξαιτίας ενός «παιχνιδιού» της βαρύτητας με τον φλοιό της Γης. Οι «χαμένοι» στο παιχνίδι αυτό, όπως η Νέα Υόρκη, το Τόκιο ή το Σίδνεϊ, θα πρέπει να υπολογίζουν μια άνοδο της τάξεως του 10%-20% μεγαλύτερη από τον μέσο όρο του πλανήτη – όποιος και αν είναι αυτός. Αντιθέτως οι ευνοημένοι, όπως η Ευρώπη, «πέφτουν» κάτω από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Οταν όμως ο τελευταίος εκτιμάται πλέον στα 69 εκατοστά ως το τέλος του αιώνα, η βαρυτική εύνοια μάλλον δεν αρκεί: αν η Μεσόγειος «ψηλώσει» κατά 50 εκατοστά πολλά λιμάνια της κινδυνεύουν. Για αυτό και οι ειδικοί προειδοποιούν: λάβετε μέτρα από τώρα!


Η Νέα Υόρκη αλλά και άλλες μεγαλουπόλεις όπως το Τόκιο και το Σίδνεϊ απειλούνται με άνοδο της θαλάσσιας στάθμης πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο

Η Νέα Υόρκη και το Μαϊάμι θα βουλιάξουν ως το τέλος του αιώνα, κάποια νησιά του Ειρηνικού θα σβηστούν από τον «κατοικημένο» χάρτη ενώ και οι δικές μας ακτές εδώ στη Μεσόγειο απειλούνται σοβαρά από την κλιματική αλλαγή. Αυτοί είναι τίτλοι που βλέπουμε συχνά εδώ και αρκετό διάστημα καθώς η θαλάσσια στάθμη φαίνεται να παίρνει την ανιούσα ακολουθώντας το «θερμόμετρο» της Γης και όλο και περισσότερες μελέτες προσπαθούν να εκτιμήσουν τη μελλοντική πορεία της. Παρ’ όλα αυτά ο «τοπογραφικός» χάρτης της ανόδου των γήινων θαλάσσιων υδάτων είναι κάθε άλλο παρά ξεκάθαρος.

Ασχετα από τις διαφωνίες τους σχετικά με τον ρυθμό της ανόδου της θαλάσσιας στάθμης και το ύψος στο οποίο αναμένεται να βρίσκεται αυτή ως το τέλος του αιώνα, η συντριπτική πλειονότητα των προβλέψεων που φθάνουν στους τίτλους μας αφορούν έναν «αφηρημένο» γενικό μέσο όρο για όλο τον πλανήτη συνολικά. Ο πιο συγκεκριμένος, «τοπικός» παράγοντας απουσιάζει συνήθως από αυτές τις γενικές προβλέψεις. Ωστόσο μια νέα προσέγγιση –βασισμένη σε μια παλιά θεωρία –τον βάζει τώρα στο ερευνητικό παιχνίδι. Τα αποτελέσματα των σχετικών μελετών αναδεικνύουν κάτι που οι επιστήμονες θεωρητικά γνωρίζουν καλά αλλά εμείς, το ευρύ κοινό, ίσως δεν έχουμε φανταστεί, ότι δηλαδή τα νερά δεν θα ανέβουν το ίδιο παντού: σε άλλες περιοχές θα ανέβουν περισσότερο και σε άλλες λιγότερο. Σε ορισμένες μάλιστα, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη ερευνητική «γραμμή», ίσως ακόμη και να κατέβουν!
Ο μεγάλος άγνωστος
Η αλήθεια είναι ότι το πώς θα αντιδράσει η θαλάσσια στάθμη στην άνοδο της θερμοκρασίας της Γης αποτελούσε –και εξακολουθεί να αποτελεί –έναν από τους μεγάλους αγνώστους στις εξισώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η τελευταία έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (IPCC) το 2007 είχε κάνει μια πρόβλεψη για άνοδο των υδάτων κατά 18 ως 59 εκατοστά ως το 2100, η εκτίμηση αυτή όμως συνοδευόταν από σοβαρές επιφυλάξεις. Αιτία, μια σειρά από ακόμη «σκοτεινές» για την επιστήμη πτυχές και αβεβαιότητες, με κυριότερη τους πάγους του πλανήτη –του ρυθμού δηλαδή με τον οποίο αυτοί θα λιώσουν και του τρόπου με τον οποίο θα επηρεάσει το λιώσιμο αυτό τα νερά των ωκεανών.
Από τότε έχουν περάσει αρκετά χρόνια και φυσικά οι επιστήμονες δεν έχουν αφήσει τα πράγματα ως είχαν. Οι σκοτεινές πτυχές αποτελούν όλο αυτό το διάστημα αντικείμενο επισταμένων μελετών και έντονων διαφωνιών. Αυτό στο οποίο όμως όλοι συμφωνούν είναι ότι κάποια πρόοδος έχει σημειωθεί. «Επίσημη» γραμμή δεν υπάρχει ακόμη –η επόμενη έκθεση της IPCC αναμένεται το 2014 –αρκετοί όμως θεωρούν ότι κάποιες από τις αβεβαιότητες έχουν αρχίσει να γίνονται λιγότερο αβέβαιες.

Η μελέτη Ice2sea
Στα μέσα του Μαΐου μάλιστα μια μεγάλη μελέτη του Ice2sea, ενός ερευνητικού προγράμματος που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ενωση και στο οποίο μετέχουν 24 ερευνητικά ινστιτούτα από διάφορες χώρες, εξέδωσε την «καλύτερη», όπως τη χαρακτήρισε, εκτίμηση που έχει γίνει ως τώρα σχετικά με την επίδραση που θα έχει το λιώσιμο των πάγων στα νερά των θαλασσών. Σύμφωνα με αυτήν, και με βάση το «μέσο» σενάριο της ανόδου της θερμοκρασίας του πλανήτη κατά 3,5 βαθμούς Κελσίου ως το τέλος του αιώνα, η τήξη των μόνιμων πάγων θα «προσθέσει» 36,8 εκατοστά στους ωκεανούς με αποτέλεσμα, συνυπολογίζοντας και τους άλλους παράγοντες, η παγκόσμια θαλάσσια στάθμη να ανέβει κατά 69 εκατοστά ως το 2100.
Αν και κατά δέκα εκατοστά «ψηλότερη» από εκείνη της IPCC, η εκτίμηση αυτή θεωρείται μετριοπαθής –αρκετές άλλες μελέτες των τελευταίων ετών μιλούν για άνοδο άνω των 80 εκατοστών ή και του ενός μέτρου ενώ κάποιες άλλες δεν αποκλείουν ακόμη και τα δυο μέτρα. Ολες αυτές οι αποκλίνουσες προβλέψεις αφορούν φυσικά τον μέσο όρο της ανόδου της στάθμης όλων των θαλασσών της Γης, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα νερά θα αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα σημεία. Και αν σε πλανητικό επίπεδο η πρόβλεψη είναι δύσκολη, σε τοπικό γίνεται ακόμη δυσκολότερη καθώς εδώ, πέρα από το λιώσιμο των πάγων και τη διαστολή των υδάτων λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας, υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες όπως τα ωκεάνια ρεύματα, οι άνεμοι, οι πλημμύρες, η αλατότητα του νερού και άλλες ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής.
Ο παράγοντας βαρύτητα
Μια σχετικά πρόσφατη προσέγγιση των ειδικών –δυο μελέτες προς αυτή την κατεύθυνση δημοσιεύτηκαν τους τελευταίους μήνες –είναι η προσπάθεια να εκτιμήσουν την τοπική «αντίδραση» της θαλάσσιας στάθμης στην κλιματική αλλαγή συνυπολογίζοντας μαζί με τους άλλους παράγοντες και τις παραμορφώσεις –ανυψώσεις ή βυθίσεις –που επιφέρουν στον φλοιό της Γης οι μεταβολές που προκαλούνται στο βαρυτικό πεδίο της από την «αφαίρεση» των μεγάλων μαζών των πάγων που λιώνουν.

«Η ιδέα δεν είναι καινούργια, είχε προταθεί ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα»

λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο Τζόναθαν Μπάμπερ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ της Βρετανίας και ένας εκ των συγγραφέων της μιας μελέτης, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Geophysical Research Letters». Οπως όμως συμπληρώνει ο Μαέ Περέτ, ερευνητής του Ινστιτούτου Ερευνών για την Κλιματική Αλλαγή του Πότσδαμ (PIK) της Γερμανίας και πρώτος συγγραφέας της άλλης μελέτης η οποία δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Earth System Dynamics», για περισσότερο από εκατό χρόνια είχε πέσει στην αφάνεια. «Υπήρξαν ελάχιστες σχετικές έρευνες, η πιο σημαντική ήταν αυτή του Τζέρι Μιτροβίτσα που δημοσιεύθηκε το 2002 στο «Nature»» εξηγεί. Η μελέτη αυτή ωστόσο, επισημαίνουν και οι δυο επιστήμονες, ήταν πολύ θεωρητική.
Τελευταία η «βαρυτική» προσέγγιση φαίνεται να κερδίζει έδαφος και να περνάει από τη θεωρία στην πράξη. Οι δυο πρόσφατες δημοσιεύσεις θεωρούνται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, παρ’ ότι ακολουθούν εντελώς διαφορετική μεθοδολογία και, από αυτή την άποψη, ανήκουν σε δυο αντίθετες σχολές. Η μελέτη της ομάδας του κ. Μπάμπερ βασίζεται σε προγνωστικές προσομοιώσεις για το λιώσιμο των πάγων και, όπως μας εξηγεί, είναι η πρώτη που εξετάζει αυτή την παράμετρο με έναν τόσο «ρεαλιστικό» τρόπο. Η δουλειά της ομάδας του κ. Περέτ είναι πιο στατιστική και απλουστευτική, εξετάζει τον μεγαλύτερο ως τώρα αριθμό προσομοιώσεων συμπεριλαμβάνοντας και ημι-εμπειρικά μοντέλα –αυτά προσπαθούν να κάνουν εκτιμήσεις με βάση τις παρατηρήσεις του παρελθόντος και, μολονότι δίνουν υψηλότερες, πιο αληθοφανείς τιμές και έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν να περιγράψουν σωστά την αλλαγή της θαλάσσιας στάθμης τις τελευταίες δεκαετίες (κάτι που τα άλλα μοντέλα δεν επιτυγχάνουν), δεν έχουν κερδίσει ακόμη την πλήρη αποδοχή.
Παρά τις διαφορές τους, τα αποτελέσματα των δυο ερευνητικών ομάδων φαίνονται να συγκλίνουν «τοπικά» σε συγκεκριμένα σημεία αναδεικνύοντας έτσι ορισμένες περιοχές που μάλλον θα πρέπει να ανησυχούν για το θαλάσσιο μέλλον τους. Αντιθέτως κάποιες άλλες, πηγαίνοντας «κόντρα» στην παγκόσμια τάση, ενδέχεται να δουν τις θάλασσές τους να κατεβαίνουν χάρη στη βαρύτητα. Μόνο που στην πλειονότητά τους αυτές δεν είναι κατοικημένες…
Τυχεροί και άτυχοι
Τα «τυχερά» σημεία του πλανήτη βρίσκονται κοντά στους δυο πόλους του –στην Αρκτική και στην Ανταρκτική. Εκεί η απαλλαγή από το βάρος των πάγων θα ανυψώσει τον φλοιό και, υπό ορισμένες συνθήκες (και οι δυο μελέτες εξετάζουν ένα «μέσο» και ένα «ακραίο» σενάριο), ενδέχεται να αντισταθμίσει τους άλλους παράγοντες «ανεβάζοντας» τη στεριά προς τα πάνω. Αντιθέτως το πιο «άτυχο» σημείο φαίνεται να είναι οι τροπικές περιοχές, και κυρίως ο Δυτικός Ειρηνικός Ωκεανός. Καθώς βρίσκονται μακριά από τους πόλους, η επίδραση της βαρύτητας στους τροπικούς σχεδόν εξουδετερώνεται. Παράλληλα εκεί συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος των παραπανίσιων νερών από το λιώσιμο των πάγων ενώ η διαστολή των υδάτων από την άνοδο της θερμοκρασίας είναι μεγάλη. Αν και με κάποιες αποκλίσεις, και οι δυο έρευνες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι σε αυτές τις περιοχές η στάθμη της θάλασσας θα ανέβει περισσότερο από οπουδήποτε αλλού ξεπερνώντας τον παγκόσμιο μέσο όρο.

«Στη μελέτη μας αναδεικνύονται κυρίως οι τροπικοί, ιδιαίτερα ο Δυτικός Ειρηνικός και ο Ινδικός Ωκεανός, ως περιοχές όπου οι άνοδος θα είναι μεγαλύτερη ίσως και κατά 20%. Ολοι οι παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν στην άνοδο της θαλάσσιας στάθμης είναι ιδιαίτερα ενεργοί εδώ»
λέει ο κ. Περέτ. «Αντιθέτως στις βόρειες περιοχές βλέπουμε μικρότερη άνοδο». Η Χαβάη, οι Μαλδίβες και πολλά νησιά της περιοχής βρίσκονται στο «κόκκινο» και ενδέχεται να δουν τα νερά τους να ανεβαίνουν από 85 εκατοστά ως και 1,20 μέτρο ως το 2100 με βάση τις σχετικά μετριοπαθείς προβλέψεις για την πορεία της θαλάσσιας στάθμης του πλανήτη. Αρκετά μεγαλύτερη όμως από τον παγκόσμιο μέσο όρο (10% ή και λίγο περισσότερο, δηλαδή 76 εκατοστά και πάνω) προβλέπεται σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ομάδας του PIK να είναι η άνοδος των υδάτων και στο Τόκιο, το Χονγκ Κονγκ, το Κέιπ Τάουν και το Σίδνεϊ (σε αντίθεση με τη γειτονική Μελβούρνη η οποία φαίνεται να ωφελείται από τη βαρύτητα μένοντας κοντά στα επίπεδα που αναμένονται για όλο τον πλανήτη).
Το μέλλον της Ανατολικής Ακτής
Ενα από τα σημεία στα οποία οι προβλέψεις των δυο ομάδων διαφοροποιούνται είναι η Νέα Υόρκη και η «γειτονιά» της. Η Ανατολική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών θεωρείται εδώ και καιρό από τους ειδικούς ότι θα πληγεί περισσότερο από την άνοδο της θαλάσσιας στάθμης επειδή βρίσκεται σε χαμηλότερο από το κανονικό υψόμετρο. Ο κ. Μπάμπερ και οι συνεργάτες του επιβεβαιώνουν αυτή την πρόβλεψη βρίσκοντας ότι το Μαϊάμι και η Νέα Υόρκη θα έχουν άνοδο μεγαλύτερη από τον μέσο όρο καθώς η όποια βαρυτική επίδραση δεν «μετράει» απέναντι σε άλλους παράγοντες που δρουν στην περιοχή. Ο κ. Περέτ και οι συνάδελφοί του από την άλλη πλευρά βλέπουν το διαγραφόμενο «μελανό» μέλλον της αμερικανικής μεγαλούπολης κατά τι πιο ρόδινο. Θεωρούν ότι η βαρύτητα θα παίξει κάποιον ρόλο και ότι, αν και πάλι η άνοδος των νεοϋορκέζικων υδάτων θα είναι αρκετά μεγαλύτερη από τον μέσο όρο, οι τιμές της θα κυμανθούν λίγο πιο κάτω από εκείνες που προέβλεπαν οι πιο δυσοίωνες πρόσφατες μελέτες. «Η Ανατολική Ακτή, επειδή βρίσκεται κοντά στο Ρεύμα του Κόλπου, έχει χαμηλότερη στάθμη από το συνηθισμένο, γιατί το ρεύμα δημιουργεί κλίση και είναι στην αριστερή πλευρά του» εξηγεί ο κ. Περέτ. «Με την κλιματική αλλαγή το Ρεύμα του Κόλπου αναμένεται να επιβραδυνθεί με αποτέλεσμα η επιφάνεια της θάλασσας να αλλάξει λίγο κλίση, αντισταθμίζοντας σε έναν βαθμό την άνοδο από τους άλλους παράγοντες».
Η Ευρώπη σε πλεονεκτική θέση
Στην Ευρώπη είμαστε μάλλον λίγο πιο τυχεροί αφού η γειτνίασή μας με την Αρκτική μάς προφυλάσσει αρκετά. Τα ευρωπαϊκά νερά θα ανέβουν μεν, αλλά λιγότερο από τον μέσο όρο, ιδιαίτερα στις βορειοδυτικές ακτές της ηπερίου, όπως π.χ. στη Βρετανία και στη Γαλλία. Οπως μας εξήγησαν και οι δύο επιστήμονες οι μελέτες του είδους δεν έχουν το απαιτούμενο επίπεδο ανάλυσης ώστε να μπορούν να κάνουν προβλέψεις ειδικά για τη Μεσόγειο, όπου επιπλέον οι συνθήκες είναι εξαιρετικά ιδιαίτερες. Ο κ. Μπάμπερ και οι συνεργάτες του εξέτασαν όμως κάποιες πόλεις, ανάμεσα σε αυτές και τη Βενετία. Οπως είδαν, αν και η ήδη δοκιμαζόμενη πόλη φαίνεται να απειλείται με μια από τις υψηλότερες τιμές στην Ευρώπη, η άνοδος της θαλάσσιας στάθμης της θα είναι αρκετά μικρότερη από τον μέσο όρο. «Στο μετριοπαθές σενάριό μας ο παγκόσμιος μέσος όρος ανόδου της στάθμης από το λιώσιμο των πάγων –μόνο από το λιώσιμο των πάγων και όχι από τη θερμική διαστολή των υδάτων –θα είναι περίπου 25 εκατοστά» λέει. «Για τη Βενετία η άνοδος αυτή είναι στα 18 εκατοστά».
Μεθοδολογική πρόοδος
Πόσο «σίγουρες» είναι αυτές οι προβλέψεις; Οι ειδικοί θεωρούν ότι τα αποτελέσματά τους παρέχουν μια αρκετά «σθεναρή» βάση της εικόνας που θα πρέπει να αναμένουμε στο μέλλον. «Πιστεύω ότι εφόσον το μοτίβο της τήξης των πάγων στην Αρκτική και την Ανταρκτική συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο τότε τα μοτίβα μας δεν θα αλλάξουν» λέει ο κ. Μπάμπερ. «Μπορεί να ανέβουν ή να κατέβουν κάποια εκατοστά αν ο όγκος των πάγων που λιώνουν αυξηθεί ή μειωθεί, αλλά αυτό θα γίνει ομοιόμορφα, το μοτίβο θα παραμείνει το ίδιο. Η άποψή μου είναι πάντως ότι ο ρυθμός με τον οποίο λιώνουν οι πάγοι θα εξακολουθήσει να επιταχύνεται στο μέλλον, οπωσδήποτε στην Αρκτική όπου θα έχουμε μαζική απώλεια. Για την Ανταρκτική, δεν ξέρω. Είναι πολύ δύσκολο να πούμε τι θα γίνει».
Αλλοι ωστόσο εστιάζουν στις ασάφειες που παραμένουν. «Οι δουλειές αυτές είναι πολύ ενδιαφέρουσες και αποτελούν σημαντικά βήματα, όμως η δική μου προσωπική άποψη είναι ότι εξακολουθούν να υπάρχουν πολύ σημαντικές αβεβαιότητες και δεν νομίζω ότι το αρνείται κανένας αυτό, σε όλα τα επίπεδα» λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο Μιχάλης Τσίμπλης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, ο οποίος δεν συμμετείχε σε καμία από τις δυο πρόσφατες δημοσιεύσεις. «Το γεγονός ότι φθάνουμε σε ένα σημείο όπου μπορούμε να συνδέσουμε τη φυσική ωκεανογραφία με τη γεωλογία και με τη γεωφυσική, και να βάλουμε ορισμένα πράγματα μαζί αποτελεί οπωσδήποτε μεθοδολογική πρόοδο».

Πώς θα προβλέψουμε τη στάθμη στη Μεσόγειο;
Η μεθοδολογική πρόοδος όμως, αν και σημαντική, κατά την άποψη του έλληνα επιστήμονα, που είναι ειδικός στη μελέτη της θαλάσσιας στάθμης της Μεσογείου, δεν είναι αρκετή. Αυτό γιατί οι τοπικές προβλέψεις απαιτούν συνυπολογισμό και των μεταβολών των τοπικών συνθηκών –των αλλαγών δηλαδή που σημειώνονται τοπικά στη μετεωρολογία, στην ωκεάνια κυκλοφορία καθώς και στη θερμοκρασία και στην αλατότητα των νερών. «Θέλει ένα επιπλέον βήμα, και αυτό το επιπλέον βήμα είναι το τοπικό» υπογραμμίζει. «Το πώς θα μπορέσουν αυτά τα αποτελέσματα να συνδεθούν, να εφαρμοστούν και να επεκταθούν τοπικά, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Μεσόγειος, η Βαλτική ή η Καραϊβική, οι οποίες έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και η ανταλλαγή τους με τον ανοιχτό ωκεανό είναι περιορισμένη από στενά».
Παράλληλα τελευταίες μελέτες φαίνεται να διαπιστώνουν ότι ο ρυθμός ανόδου της παγκόσμιας θαλάσσιας στάθμης εμφανίζεται μειωμένος τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. «Τα μοντέλα δείχνουν σαφέστατα μια διαφορετική πρόβλεψη και η Μετεωρολογική Υπηρεσία εδώ, στην Αγγλία, έκανε αλλαγή στην πρόβλεψή της για την επόμενη δεκαετία μειώνοντας τον ρυθμό της αύξησης από τους 0,4 στους 0,3 βαθμούς» μας λέει ο κ. Τσίμπλης. «Γενικά αυτή η δεκαετία είναι πιο ήπια, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η άνοδος έχει σταματήσει, ότι δεν υπάρχει το φαινόμενο. Σημαίνει απλώς ότι πιθανότατα στην προηγούμενη δεκαετία είχαμε μια δεκαετή μεταβλητότητα που το ενίσχυσε ή, το ανάποδο, αυτή τη δεκαετία θα έχουμε μια δεκαετή μεταβλητότητα η οποία το έχει μειώσει. Δεν το ξέρουμε αυτό ακόμη».

Θα πρέπει να κλείσουμε το Γιβραλτάρ;

Μια λύση που προτείνεται για να σωθεί η Μεσόγειος είναι να «κλείσουμε» τον πορθμό του Γιβραλτάρ κατά το πρότυπο της διώρυγας του Σουέζ

Οι αβεβαιότητες και οι διαφωνίες των επιστημόνων είναι πολλές, όπως όμως και αν έχει, οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν τεράστιες κατοικημένες περιοχές του πλανήτη στην περίπτωση που ακόμη και οι μετριοπαθέστερες –και πόσω μάλλον οι πιο δυσοίωνες –προβλέψεις βγουν αληθινές είναι πολύ σημαντικοί για να αγνοηθούν. Οι περισσότεροι επιστήμονες συστήνουν τη λήψη μέτρων προστασίας, αυτό όμως γίνεται «αποστασιοποιημένα», χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις, με μια κατά κάποιον τρόπο μετάθεση της ευθύνης στις κυβερνήσεις και στις αρχές της κάθε περιοχής. Ο κ. Τσίμπλης θεωρεί ωστόσο ότι το ζήτημα θα πρέπει πλέον να αρχίσει να εξετάζεται σοβαρά και με τη συνεργασία όλων.

Ποια είναι τα μέτρα που θα μπορούσε να λάβει κανείς; Οι «κλασικές» επιλογές δεν φαίνονται να είναι πολλές ούτε ανώδυνες και έχουν κυρίως τοπικό χαρακτήρα. Μια αποτελεσματική λύση που θα μπορούσε να σώσει μεγάλα λιμάνια αλλά δεν είναι πάντα εφαρμόσιμη π.χ. σε μικρά νησιά είναι η κατασκευή φραγμάτων και άλλων αντιπλημμυρικών έργων. Ενα άλλο, επαχθές μεν αλλά σωτήριο ενδεχόμενο, είναι η μετατόπιση των πόλεων. Υπάρχουν όμως και άλλες, μεγαλύτερης κλίμακας προτάσεις. «Για μένα είναι προφανές ότι αν μιλάμε για ενάμισι με δύο μέτρα αλλαγή της παγκόσμιας στάθμης αξίζει τον κόπο κάποιος να συζητήσει πολύ πιο δραστικές καταστάσεις, δηλαδή το κλείσιμο των περιφερειακών θαλασσών που προτείνεται από ορισμένους ειδικούς» λέει ο κ. Τσίμπλης.
Προκειμένου να υιοθετηθεί μια τέτοια πρόταση, όπως τονίζει, θα πρέπει βεβαίως να αξιολογηθούν το κόστος της σε σχέση με το κόστος των επί μέρους μέτρων προστασίας καθώς και οι επιδράσεις της στο θαλάσσιο περιβάλλον. «Αν κλείσουμε δηλαδή το Γιβραλτάρ και το κάνουμε όπως είναι το Σουέζ θα πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα καταστρέψουμε περιβαλλοντικά ούτε οικονομικά τη Μεσόγειο» υπογραμμίζει ο ειδικός. «Θα πρέπει επίσης να λύσουμε και τα πολιτικά μας προβλήματα, διότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν στρατιωτικά και άλλα συμφέροντα, και να ξεκαθαρίσουμε πώς θα γίνει η διακυβέρνηση των στενών».
Κάτι τέτοιο δεν ακούγεται βεβαίως καθόλου εύκολο, ίσως όμως βρεθούμε αναγκασμένοι από τις καταστάσεις για δραστικές αποφάσεις. «Και θα βρεθούμε, αν μιλάμε για έναν ορίζοντα εκατονταετίας και για μεγάλες καταστροφές» εκτιμά ο επιστήμονας. Αυτό γιατί, όπως εξηγεί, όλες οι μεσογειακές πόλεις έχουν χτιστεί σε σχετικά σταθερή θαλάσσια στάθμη και, με εξαίρεση τη Βόρεια Αδριατική, δεν βρίσκονται σε περιοχές όπου σημειώνονται υψηλές παλίρροιες ώστε να υπάρχουν ήδη θεσμοθετημένα μέτρα προστασίας ή όρια ασφαλείας όπως συμβαίνει στη Βόρεια Ευρώπη. «Υποχρεωτικά είμαστε πιο ευάλωτοι. Δηλαδή μισό μέτρο ανόδου της θαλάσσιας στάθμης στη Μεσόγειο σημαίνει σε κάποιες περιοχές ότι ορισμένα λιμάνια δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ότι θα υπάρχουν πλημμύρες πιο συχνά και ένα σωρό άλλα προβλήματα» τονίζει.
Για τον λόγο αυτόν θα πρέπει ίσως να αρχίσουμε να βλέπουμε από τώρα το ζήτημα εξετάζοντας τα διάφορα ενδεχόμενα. «Αν συμφέρει απλώς να κάνουμε γενική ανύψωση ή να προστατεύσουμε ορισμένες περιοχές και να αφήσουμε άλλες στην τύχη τους ή αν είναι προτιμότερο να πάμε σε κάτι πολύ πιο δραστικό, σε διαχείριση της Μεσογείου συνολικά σαν λεκάνη από όλα τα μεσογειακά αλλά και τα άλλα κράτη –γιατί δεν περνάνε μόνο τα μεσογειακά κράτη από τη Μεσόγειο, περνάνε και άλλα μεγάλα κράτη, έχουν εμπόριο κ.λπ. -, κάποια στιγμή αυτό θα πρέπει να τεθεί στο τραπέζι και να συζητηθεί» λέει ο κ. Τσίμπλης. «Κατά τη γνώμη μου, δεν νομίζω ότι μπορεί να το αγνοήσει κανένας σαν λύση, ειδικά αν μιλάμε για πολύ μεγάλες αλλαγές της θαλάσσιας στάθμης».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.