Η εποχή των παγετώνων αναβάλλεται…

Το διοξείδιο του άνθρακα μας «σώζει» από την επικείμενη επέλαση των πάγων, η υπερθέρμανση όμως είναι εδώ και κάνει αισθητές τις επιπτώσεις της στον πλανήτη

Οι συνέπειες της υπερθέρμανσης είναι, όπως αποδεικνύεται, συχνά απρόσμενες και ενίοτε… σωτήριες, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Το κύμα ψύχους που πάγωσε την Ευρώπη τις προηγούμενες εβδομάδες αποδίδεται από ερευνητές στο λιώσιμο των πάγων της Αρκτικής εξαιτίας του φαινομένου του θερμοκηπίου. Το διοξείδιο του άνθρακα, από την άλλη πλευρά, φαίνεται ότι θα μας κρατήσει στα ζεστά για πολλές ακόμη χιλιάδες χρόνια. Μια ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής έναν έλληνα καθηγητή ανακάλυψε ότι η επόμενη εποχή των παγετώνων κανονικά θα ξεκινούσε ανά πάσα στιγμή από σήμερα και μέσα στα επόμενα 1.500 χρόνια, αλλά αυτό δεν πρόκειται να συμβεί εξαιτίας της υψηλής ατμοσφαιρικής συγκέντρωσης CO2. Το ότι τη γλιτώσαμε δεν σημαίνει βεβαίως ότι όλα είναι ρόδινα ούτε ότι θα πρέπει να «καμαρώνουμε» για τα επίπεδα αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρά μας.

Όταν μιλάμε συνεχώς για το λιώσιμο των πάγων το να σκεφτόμαστε τις εποχές των παγετώνων ακούγεται μάλλον σαν να ανήκει, αν όχι στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, τουλάχιστον σε αυτή των ταινιών κινουμένων σχεδίων. Τα πράγματα δεν είναι όμως τόσο απλά, κυρίως όταν πρόκειται για το κλίμα της Γης, ένα από τα πιο πολύπλοκα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η επιστήμη.

Στη Γη αρέσουν τα «λευκά»

Παγωμένες περίοδοι εναλλάσσονται με θερμότερες εδώ και περίπου τρία εκατομμύρια χρόνια στον πλανήτη. Αντίθετα μάλιστα με ό,τι θα φανταζόταν ίσως κανείς, η Γη έχει περάσει πολύ μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής της σκεπασμένη από πάγους παρά «γυμνή». Αυτό είναι κάτι που οι επιστήμονες πλέον γνωρίζουν σε γενικές γραμμές. Εκείνο το οποίο δεν γνωρίζουν επακριβώς είναι το πότε και το γιατί ξεκινά και τελειώνει η καθεμιά από αυτές τις παγωμένες περιόδους. Η γνώση έχει σημασία όχι μόνο για να ξέρουμε πόσο «θερμό» μέλλον μάς απομένει αλλά και επειδή αυτοί οι εναλλασσόμενοι κύκλοι που φαίνονται να είναι απαραίτητοι για την ισορροπία του πλανήτη μπορούν να φωτίσουν τις παραμέτρους που επιδρούν στο κλίμα του.

Η τελευταία παγετώδης περίοδος έληξε πριν από περίπου 12.000 χρόνια. Από τότε, με την έναρξη του Ολόκαινου, ζούμε σε μια θερμή, μεσοπαγετώδη περίοδο, όπως την ονομάζουν οι επιστήμονες. Αυτή η θερμή – και άκρως ευνοϊκή για την ευημερία μας – ανάπαυλα αναμένεται όμως ότι κάποτε θα τελειώσει. Ο προσδιορισμός αυτού του «κάποτε» είναι κάτι που απασχολεί τους ειδικούς εδώ και καιρό. Υπολογίζοντας, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ότι η τελευταία αντίστοιχη περίοδος που είχε προηγηθεί του Ολόκαινου είχε διαρκέσει 10.000 χρόνια, αμερικανοί επιστήμονες είχαν θεωρήσει ότι η επόμενη εποχή των παγετώνων βρισκόταν προ των πυλών – είχαν μάλιστα ζητήσει από τον πρόεδρο Νίξον να λάβει μέτρα. Ευτυχώς για εμάς άλλες μελέτες μετατόπισαν αυτό το ενδεχόμενο στο απώτερο μέλλον – σε τουλάχιστον 50.000 χρόνια. Αιτία για αυτή την αναβολή ήταν ένας παραμελημένος παράγοντας, η ατμοσφαιρική συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα.

Πότε θα έρχονταν οι πάγοι χωρίς εμάς;


Ο κ. Χρόνης Τζεδάκης, καθηγητής της Φυσικής Γεωγραφίας στο University College του Λονδίνου

Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα για την επιστήμη παρέμενε ανοιχτό: πότε θα τελείωνε το Ολόκαινο υπό «φυσιολογικές» συνθήκες, αν δεν είχαμε αυξήσει τόσο το διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα της Γης; Ένας έλληνας παλαιοκλιματολόγος έρχεται να δώσει την απάντηση. Ο κ. Χρόνης Τζεδάκης, καθηγητής της Φυσικής Γεωγραφίας στο University College του Λονδίνου, και οι συνεργάτες του εκτιμούν σε μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στην επιθεώρηση «Nature Geoscience» ότι αν δεν υπήρχε η ανθρώπινη παρέμβαση, η θερμή περίοδος που διανύουμε θα μπορούσε να λήξει ανά πάσα στιγμή μέσα στα επόμενα 1.500 χρόνια.

Με βάση τη θεωρία των παλαιοκλιματικών κύκλων, η οποία βασίζεται στις περιοδικές αλλαγές της εισερχόμενης ηλιακής ακτινοβολίας, οι «παγωμένες» και οι θερμότερες περίοδοι της Γης θα έπρεπε να εναλλάσσονται κάθε περίπου 100.000 χρόνια. Αυτό το «μοτίβο» όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα, δεν ισχύει πάντα. Όσον αφορά τον τερματισμό των παγετωδών περιόδων (και την έναρξη των μεσοπαγετωδών) οι επιστήμονες εντόπισαν έναν δεύτερο παράγοντα επιρροής – μια θετική ανάδραση όπως ονομάζεται: την άνοδο των επιπέδων του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.

Στο τέλος μιας παγετώδους περιόδου η σταδιακή άνοδος της θερμοκρασίας ευνοεί το λιώσιμο των πάγων με αποτέλεσμα να διαταράσσει την ωκεάνια κυκλοφορία και να οδηγεί σε ένα φαινόμενο το οποίο οι ειδικοί αποκαλούν κλιματική ή ωκεάνια τραμπάλα: κατά τη διάρκειά του οι δυο πόλοι της Γης βρίσκονται κλιματικά εκτός φάσης, ο βόρειος ωκεανός γίνεται ψυχρότερος και ο νότιος θερμαίνεται. Αυτό οδηγεί στην απελευθέρωση στην ατμόσφαιρα διοξειδίου του άνθρακα που ήταν δεσμευμένο στον βυθό των ωκεανών το οποίο με τη σειρά του οδηγεί στην άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη.

Σημαντικό το καλοκαίρι

Στον τερματισμό όμως μιας θερμής περιόδου και την έναρξη μιας περιόδου παγετώνων οι παράγοντες δεν φαίνονταν να είναι ακριβώς οι ίδιοι. «Για να μπούμε σε παγετώδη περίοδο το πρώτο πράγμα που χρειάζεται είναι να μειωθεί η θερινή ηλιακή ακτινοβολία» λέει ο κ. Τζεδάκης μιλώντας στο «Βήμα». Η μείωση της ακτινοβολίας, όπως εξηγεί, έχει σημασία κατά τη θερινή περίοδο επειδή έτσι τα χιόνια που έχουν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια του χειμώνα λιώνουν σε μικρότερο βαθμό, με αποτέλεσμα σταδιακά να συσσωρεύονται και να μετατρέπονται σε πάγο. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με το λιώσιμο των πάγων, το διοξείδιο του άνθρακα δεν έμοιαζε ωστόσο ως πρόσφατα να παίζει ιδιαίτερο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. «Εχουμε ορισμένες περιόδους στις οποίες η πτώση της θερινής ακτινοβολίας είναι τόσο μεγάλη ώστε αρχίζει να σχηματίζεται πάγος χωρίς να υπάρχει αλλαγή στο διοξείδιο του άνθρακα» επισημαίνει ο ειδικός.

Σήμερα βρισκόμαστε σε περίοδο μειωμένης ηλιακής ακτινοβολίας – συγκεκριμένα μόλις περάσαμε το μίνιμουμ και μπήκαμε σε αυξητική πορεία. Η μείωση αυτή όμως, εξαιτίας της παρούσας τροχιάς της Γης, είναι πάρα πολύ μικρή, από τις μικρότερες που έχουν παρατηρηθεί εδώ και ένα εκατομμύριο χρόνια. «Αν το διοξείδιο του άνθρακα ανέβει σε εποχή που η ηλιακή ακτινοβολία πέφτει – και αυτό είναι κάτι που το ξέραμε και πριν, δεν το είπαμε εμείς – τότε για να μπει κανείς σε παγετώδη περίοδο η ακτινοβολία πρέπει να μειωθεί ακόμη περισσότερο, λειτουργεί σαν αρνητική ανάδραση για να αντισταθμιστεί η άνοδος του CO εξηγεί ο καθηγητής.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η είσοδός μας στην επόμενη παγετώδη περίοδο φαινόταν αμφίβολη. Μήπως όμως, αν τα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα ήταν διαφορετικά, αυτή θα μπορούσε πραγματικά να επέλθει; Διάφορα μοντέλα αποπειράθηκαν να διερευνήσουν το ζήτημα. Οι απαντήσεις των προσομοιώσεων παρουσίαζαν όμως μεγάλες αποκλίσεις με αποτέλεσμα να επικρατεί διχογνωμία. Για τον λόγο αυτό ο κ. Τζεδάκης και οι συνεργάτες του αποφάσισαν να ακολουθήσουν διαφορετική οδό. «Είπαμε ωραία τα μοντέλα – κανένας από εμάς δεν κάνει μοντέλα -, εμείς θα το κοιτάξουμε εμπειρικά» μας λέει.

Αν ζούσαμε στο Στάδιο 19…

Ο τρόπος που επέλεξαν ήταν να αναζητήσουν στο παρελθόν μια εποχή που να μοιάζει με τη δική μας και να δουν τι είχε συμβεί σε αυτήν. Αν και καμία περίοδος δεν αποτελεί το «ακριβές αντίτυπο» κάποιας άλλης, μια τέτοια διερεύνηση μπορεί να δώσει αναλογικά κάποιες διαφωτιστικές απαντήσεις. Η ιδέα, όπως διευκρινίζει ο καθηγητής, δεν είναι καινούργια. Στο παρελθόν όμως δεν είχε αποδώσει, ίσως επειδή δεν είχε εντοπιστεί η κατάλληλη εποχή. Εξετάζοντας διάφορες περιόδους, οι επιστήμονες κατέληξαν τελικά στο Στάδιο Θαλάσσιων Ισοτόπων 19c, μια μεσοπαγετώδη περίοδο που τοποθετείται πριν από 800.000 χρόνια. «Αυτό μοιάζει πάρα πολύ με το δικό μας, το Στάδιο 1» λέει ο κ. Τζεδάκης. «Δηλαδή αν θέλετε, η καινοτομία στη μελέτη μας ήταν αυτή, ότι εντοπίσαμε το Στάδιο 19».

Αν και οι ερευνητές κατόρθωσαν να εντοπίσουν την κατάλληλη εποχή, στη συνέχεια αντιμετώπισαν ένα βασικό πρόβλημα, το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν χρονικά τη στιγμή κατά την οποία άρχισε ο σχηματισμός του πάγου σηματοδοτώντας την είσοδο στην επόμενη παγετώδη περίοδο, το Στάδιο 18. Ένας καθοριστικός παράγοντας που σκέφτηκαν αρχικά να εξετάσουν ήταν η θερμοκρασία του νερού. «Από ορισμένα πιο σύγχρονα στάδια που εξετάσαμε, πριν από 150.000 χρόνια δηλαδή, ξέρουμε ότι πρώτα αλλάζει η θερμοκρασία του ωκεανού και μετά αρχίζει και γίνεται πάγος» εξηγεί ο κ. Τζεδάκης. Αυτό όμως δεν συμβαίνει πάντα με τον ίδιο τρόπο και έτσι η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν φαινόταν να οδηγεί πουθενά. «Τότε» λέει ο ερευνητής «μου ήρθε μια ιδέα. Κολυμπούσα στη Μυτιλήνη και καθώς ενώ έκανε ζέστη το νερό ήταν πολύ κρύο είπα “την ξέρω την απάντηση, ξέρω πώς μπορούμε να την έχουμε”. Ήταν η τραμπάλα».

Η ωκεάνια τραμπάλα και το τρενάκι του CO2

Όπως εξηγεί, η ωκεάνια τραμπάλα δεν μπορεί να επέλθει αν δεν υπάρχουν παγόβουνα και από τη στιγμή που υπάρχουν παγόβουνα, υπάρχουν και παγετώνες. «Βρίσκοντας το αποτύπωμα που θα έδειχνε ότι ξεκίνησε η ωκεάνια τραμπάλα, θα ξέραμε ότι υπάρχουν και πάγοι, άρα η παγετώδης περίοδος έχει ξεκινήσει» λέει. Με βάση τα ευρήματα των ερευνητών η αναλογία υπαγορεύει ότι όντως το Ολόκαινο μάλλον θα έπρεπε να βαδίζει προς το τέλος του δίνοντας τη θέση του στην επόμενη, παγετώδη πλέον περίοδο. «Μόνο όμως αν το διοξείδιο του άνθρακα έπεφτε στα 240 ppmv» υπογραμμίζει ο ερευνητής.

Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν πρόκειται να συμβεί εφόσον τον τελευταίο ενάμιση αιώνα η συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα του πλανήτη ακολουθεί μια ξέφρενη ανοδική πορεία φθάνοντας από τα 280 ppmv πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση στα 380 και πλέον ppmv σήμερα. «Με τα προβιομηχανικά επίπεδα το σύστημα ίσως όδευε προς μια παγετώδη περίοδο» λέει. «Με τα σημερινά όμως ξέρουμε ότι τουλάχιστον για τα επόμενα 50.000 χρόνια αυτό δεν πρόκειται να γίνει, ακόμη και αν σταματούσαμε τις εκπομπές του αερίου σήμερα».

Σε τι διαφέρει η «ανθρωπογενής» περίοδος

Γιατί μας ενδιαφέρει τόσο να γνωρίζουμε πότε ακριβώς θα αρχίσει η επόμενη παγετώδης περίοδος, ιδιαίτερα αν αυτό τελικά φαίνεται να μετατοπίζεται σε ένα τόσο μακρινό μέλλον; «Είναι ένα κομμάτι του παζλ που συνιστά η θεωρία των κλιματικών αλλαγών» απαντά ο κ. Τζεδάκης. «Μας ενδιαφέρει να μάθουμε πώς λειτουργεί το σύστημα». Τα κενά που έχει η επιστήμη είναι ακόμη πολλά και οι εμπειρίες του παρελθόντος, όσο μακρινές και αν είναι, προσφέρουν πολύτιμες ενδείξεις. «Ολες αυτές οι μεσοπαγετώδεις περίοδοι είναι σαν φυσικά πειράματα, στα οποία λίγο αλλάζεις την ακτινοβολία, λίγο αλλάζεις το διοξείδιο του άνθρακα, λίγο αλλάζεις το πόσος πάγος έχει μείνει και βλέπεις τι συμβαίνει» λέει ο ερευνητής. «Κανένα δεν είναι το ίδιο ακριβώς, έχεις όμως μια σειρά από πειράματα με τα οποία συμπληρώνεις την εικόνα που έχεις για το φάσμα της κατάστασης της Γης».

Το όσο το δυνατόν πληρέστερο «γέμισμα» αυτής της εικόνας αποτελεί πλέον επιτακτική ανάγκη, εφόσον οι συνθήκες που έχουμε δημιουργήσει στον πλανήτη είναι πρωτοφανείς στην πανάρχαια ιστορία του. «Καμία από αυτές τις περιόδους δεν αποτελεί αναλογική περίοδο με τη μέλλουσα κλιματική αλλαγή, την ανθρωπογενή» επισημαίνει ο κ. Τζεδάκης. «Γιατί ποτέ δεν ανεβάσαμε το διοξείδιο του άνθρακα τόσο γρήγορα – 100 ppmv σε 150 χρόνια δεν έχει ξανασυμβεί, Κάποιοι γεωλόγοι λένε ότι συνέβη πριν από 50 εκατομμύρια χρόνια, εγώ όμως δεν έχω δει στις χρονολογήσεις κάτι τέτοιο για να το πιστέψω».

Ο καβγάς για τις αναδράσεις

Ακριβώς η απουσία προηγούμενου και η έλλειψη πολλών στοιχείων είναι οι δυο βασικοί παράγοντες που τροφοδοτούν την «κλιματική» διαφωνία που παρατηρείται σήμερα ανάμεσα στους ειδικούς. Ένα κεντρικό σημείο τριβής, όπως επισημαίνει ο κ. Τζεδάκης, είναι το πόσο σημαντικές είναι οι αναδράσεις που εμπλέκονται στην κλιματική αλλαγή. «Όταν η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή λέει ότι η θερμοκρασία θα ανέβει 3 βαθμούς ως απόκριση στον διπλασιασμό της συγκέντρωσης του CO2, για τον 1,2 βαθμό δεν υπάρχει καμία συζήτηση, είναι απόρροια της εξισορρόπησης της πλανητικής ενέργειας. Η υπόλοιπη αύξηση κατά 1,8 βαθμούς όμως προέρχεται από αναδράσεις. Και εκεί υπάρχει μεγάλη συζήτηση» εξηγεί. Στις αναδράσεις αυτές συγκαταλέγονται παράγοντες, όπως το λιώσιμο των πάγων και η μεταβολή της ανακλαστικότητας (albedo) της Γης, οι υδρατμοί του νερού κ.ο.κ. «Η επιτροπή δεν περιλαμβάνει στις προβολές για τα επόμενα 100 χρόνια τις βραδείες αναδράσεις, όπως το λιώσιμο των πάγων, γιατί αυτές θέλουν 1.000 χρόνια» λέει ο ειδικός. «Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα, θα είναι 1.000 χρόνια.

Παρά την τεράστια πολυπλοκότητα του κλιματικού συστήματος του πλανήτη και την ύπαρξη πολλών ερωτηματικών, οι ειδικοί μπορούν πάντως να έχουν μια αρκετά καθαρή εικόνα για τις μελλοντικές εξελίξεις. «Αν ξεκινήσουμε με τις βασικές αρχές ξέρουμε ότι τα πράγματα πάνε προς τα εκεί» καταλήγει ο καθηγητής. «Είμαστε σχεδόν 90% σίγουροι ότι δεν έχουμε χάσει κάποια τεράστια αρνητική ανάδραση. Αν υπήρχε, θα την είχαν βρει, γιατί την ψάχνουν συνέχεια. Όποιος βρει κάποια αρνητική ανάδραση στην πλανητική υπερθέρμανση θα πάρει το Νομπέλ. Συνεπώς ξέρουμε πού θα πάνε τα πράγματα. Το θέμα είναι πόσο γρήγορα θα πάνε».

ΑΧΡΗΣΤΗ ΓΝΩΣΗ

Πώς είναι να ζει κανείς στους παγετώνες;

Μια παγετώδης περίοδος δεν επέρχεται απότομα – δεν βλέπουμε δηλαδή τον πλανήτη να γίνεται λευκός από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι πάγοι αρχίζουν να επεκτείνονται σταδιακά – υπερβολικά σταδιακά, θα έλεγε κανείς, εφόσον για να φθάσουν στο μάξιμουμ, όπως το αποκαλούν οι επιστήμονες, χρειάζονται περίπου 80.000 χρόνια. Η επέκταση παρατηρείται κυρίως στο βόρειο ημισφαίριο. Σύμφωνα με τα μοντέλα, αρχίζει σιγά-σιγά από την Αρκτική – από τον Καναδά και τη Γροιλανδία – ώσπου τελικά ψηλά βουνά από πάγο φθάνουν να καλύπτουν τη Βόρεια Αμερική ως τον 40ό παράλληλο (Νέα Υόρκη) και την Ευρώπη ως τον 52ο με 54ο παράλληλο (βόρειες περιοχές της Γερμανίας, της Πολωνίας και της Ολλανδίας). Η Σιβηρία λόγω των βουνών που περιορίζουν την υγρασία δεν καλύπτεται από πάγους, αλλά το έδαφός της παγώνει – γίνεται permafrost «λιώνοντας» μόνο σε ύψος 30 εκατοστών το καλοκαίρι. Το έδαφος παγώνει και στη Δυτική Ευρώπη ως τον 47ο παράλληλο, περίπου στο γεωγραφικό πλάτος του Μπορντό στη Γαλλία. Στην Ελλάδα έχουμε παγετώνες στον Όλυμπο και στην Πίνδο, οι οποίοι όμως δεν καλύπτουν ολόκληρη την οροσειρά.

Η μέση θερμοκρασία μειώνεται κατά πέντε με έξι βαθμούς, το κλίμα γίνεται πολύ ξηρό, υπάρχει πολύς αέρας και σκόνη, ενώ η στάθμη της θάλασσας πέφτει κατά 130 μέτρα. Στη Μεσόγειο οι αλλαγές δεν είναι τόσο δραματικές όσο σε άλλες, πιο ρηχές θάλασσες. Στο Αιγαίο κάποια νησιά ενώνονται – η Νάξος με τα γειτονικά νησιά, η Λέσβος με τη Μικρά Ασία -, άλλα όμως, όπως η Κρήτη, δεν επηρεάζονται. Η μισή Αδριατική, στο βόρειο τμήμα της, μετατρέπεται σε ξηρά.

ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ

Γιατί η υπερθέρμανση έφερε… κρύο;

Σε πείσμα των αρνητών της κλιματικής αλλαγής οι συνέπειες της υπερθέρμανσης όχι μόνο γίνονται πλέον αισθητές στον πλανήτη αλλά έχουν αρχίσει και να επιβεβαιώνονται από τις επιστημονικές μελέτες.

Μια τέτοια επιβεβαίωση «πλήττει» τις τελευταίες εβδομάδες την Ευρώπη. Το κύμα ψύχους που σαρώνει το μεγαλύτερο μέρος του δυτικού τμήματος της ηπείρου μας οφείλεται, σύμφωνα με τους ειδικούς, στο λιώσιμο των πάγων στην Αρκτική και συγκεκριμένα στις θάλασσες Μπάρεντς και Κάρα. Οπως είχαν προβλέψει μοντέλα που είχαν παρουσιαστεί τα προηγούμενα χρόνια από επιστήμονες του Ινστιτούτου Ερευνών των Επιπτώσεων στο Κλίμα του Πότσδαμ και του Ινστιτούτου Αλφρεντ Βένεγκερ, τα ακάλυπτα πλέον από πάγο νερά απελευθερώνουν θερμότητα η οποία επηρεάζει τα βαρομετρικά και τα πρότυπα των ανέμων στέλνοντας κυριολεκτικά πολικό αέρα προς τις νοτιότερες και δυτικότερες ευρωπαϊκές περιοχές.

Επίσης την προηγούμενη εβδομάδα ερευνητές παρουσίασαν τον πρώτο συνολικό «χάρτη» της κατάστασης των παγετώνων της Γης μαζί με μια πραγματική εκτίμηση της ανόδου της στάθμης της θάλασσας που έχει προκαλέσει το λιώσιμό τους. Αναλύοντας τα δεδομένα των δορυφόρων του πειράματος GRACE (Gravity Recovery and Climate Experiment) της NASA και του Αεροδιαστημικού Κέντρου της Γερμανίας, ερευνητές του Πανεπιστημίου του Κολοράντο στο Μπόλντερ υπολόγισαν ότι περισσότερα από 150 δισ. τόνοι νερού εισρέουν κάθε χρόνο στους ωκεανούς από το λιώσιμο των πάγων ανεβάζοντας τη στάθμη της θάλασσας κατά περίπου ενάμισι χιλιοστό ανά έτος – συνολικά 12 χιλιοστά από το 2003 ως το 2010.

Σύμφωνα με τις αναλύσεις, περισσότερα από 1.000 κυβικά μίλια (4.168 κυβικά χλμ.) πάγου έχουν εξαφανιστεί από τον γήινο χάρτη μέσα σε αυτή την επταετία. Η απώλειά τους παράγει ετησίως περίπου 148 δισ. τόνους λιωμένου πάγου, στους οποίους, όπως τονίζεται, πρέπει να προστεθούν άλλοι 80 δισ. τόνοι από τα μεμονωμένα παγόβουνα των πολικών περιοχών τα οποία δεν «συλλαμβάνονται» με ακρίβεια από τους δορυφόρους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως μας εξηγεί και ο κ. Χρόνης Τζεδάκης, καθηγητής του University College, ο οποίος δεν μετείχε στις συγκεκριμένες μελέτες, η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή του ΟΗΕ στις προβολές της που προβλέπουν άνοδο της στάθμης της θάλασσας κατά 18-59 εκατοστά ως το τέλος του 21ου αιώνα δεν περιλαμβάνει τη «βραδεία ανάδραση» που προκαλείται από το λιώσιμο των πάγων.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.