Η αποδοχή της παρανοµίας

Ποιοι κατασπατάλησαν τα δηµόσια έσοδα και τα κοινοτικά κονδύλια και µας οδήγησαν στο αφανιστικό δηµόσιο χρέος; Μερικοί από αυτούς που «τα έφαγαν», αλλά ουδείς το συζητεί, αποκαλύπτονται στο άρθρο µου της 24.12.2000. Εγραφα: «Διερωτώµαι: Ο πολυάνθρωπος στρατός του Δηµοσίου δεν διαθέτει νοµικούς ικανούς να µελετούν τη νοµοθεσία και να εισηγούνται µέτρα ως λύσεις νοµικά ευσταθούσες, ώστε η χώρα µας να µην εισπράττει τη µία µετά την άλλη τις καταδίκες από τα διεθνή δικαστικά...

Ποιοι κατασπατάλησαν τα δηµόσια έσοδα και τα κοινοτικά κονδύλια και µας οδήγησαν στο αφανιστικό δηµόσιο χρέος; Μερικοί από αυτούς που «τα έφαγαν», αλλά ουδείς το συζητεί, αποκαλύπτονται στο άρθρο µου της 24.12.2000. Εγραφα:

«Διερωτώµαι: Ο πολυάνθρωπος στρατός του Δηµοσίου δεν διαθέτει νοµικούς ικανούς να µελετούν τη νοµοθεσία και να εισηγούνται µέτρα ως λύσεις νοµικά ευσταθούσες, ώστε η χώρα µας να µην εισπράττει τη µία µετά την άλλη τις καταδίκες από τα διεθνή δικαστικά όργανα, οι οποίες εκτός από τον διεθνή διασυρµό έχουν και βαρύτατες οικονοµικές συνέπειες τις οποίες πληρώνει ο ανεκτικός ελληνικός λαός; Ή µήπως επικρατεί η νοοτροπία του νταή, που χαρακτηρίζει τον εν γένει δηµόσιο βίο µας, πολύ περισσότερο αφού το νταηλίκι το πληρώνουν άλλοι, που ανοήτως χειροκροτούν κιόλας;

Προ ετών ρώτησα τον τότε αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου πότε επιτέλους θα δικασθούν οι βαµβακοπαραγωγοί, οι εκκοκκιστές βάµβακος και οι συνεργοί τους γεωπόνοι, που εισέπραξαν παράνοµες επιδοτήσεις για ανύπαρκτη βαµβακοπαραγωγή. Και πήρα την εξής απάντηση: “Μα για να γίνει µια τέτοια δίκη θα χρειαζόταν ο Θεσσαλικός κάµπος ώστε να χωρέσει τους χιλιάδες παρανοµήσαντες και τους άλλους τόσες χιλιάδες δικαστές, δικηγόρους, µάρτυρες, φρουρούς κτλ.”. Το ότι η παρανοµία έχει αναχθεί σε δηµοκρατική κατάκτηση (ενώ στην πραγµατικότητα συνεπάγεται κατάλυση της δηµοκρατίας) µπορεί να ικανοποιεί τα απωθηµένα τού άλλοτε ραγιά, όµως αυτό έχει οδυνηρές οικονοµικές συνέπειες τις οποίες επιµελώς συγκαλύπτουν οι υπεύθυνοι και οι γλοιώδεις συνήγοροί τους. Διότι και αυτή η ιστορία της βασιλικής περιουσίας, άσχετα προς τον ορθώς αποβληθέντα θεσµό, είναι απότοκη επιπολαιότητας περί το νοµοθετείν αλλά και την υπεράσπισή της, όταν οδηγείται ενώπιον της Δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων διαπίστωσε ανεπίτρεπτες παρανοµίες (δήµευση περιουσίας δεν επιτρέπεται σε καµία περίπτωση, άλλωστε ούτε στους χουντικούς επεβλήθη). Ετσι ενώ κληθήκαµε εµείς οι φορολογούµενοι, και όχι οι παρανοµήσαντες κυβερνήτες µας, να πληρώσουµε δεκάδες δισεκατοµµύρια δραχµές, να που προ ηµερών προέκυψε και νέο παλούκι από τις παράνοµες επιδοτήσεις των γεωργικών συνεταιρισµών, για τις οποίες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ζητούν να επιστρέψουν οι παρανόµως χρηµατοδοτηθέντες 260 δισ. δρχ.,

αλλιώς νέα βαρύτατα πρόστιµα θα επακολουθήσουν που θα πληρώσουµε και πάλι όλοι οι έλληνες φορολογούµενοι. Και αυτό επειδή οι κυβερνήσεις παρανοµούν τόσο κουτά ώστε όταν παραπεµφθούν στην κοινοτική Δικαιοσύνη δεν είναι σε θέση να υπερασπισθούν το “δίκιο” τους, καθώς µάλιστα χρησιµοποιούν νοµικούς συµβούλους που είτε δεν γνωρίζουν επαρκώς νοµικά ή αποδέχονται να υποστηρίζουν χαµένες υποθέσεις προς χάριν της παχυλής δικηγορικής αµοιβής τους, που επίσης πληρώνουµε εµείς οι αφελείς φορολογούµενοι.

Πού θα πάει λοιπόν αυτή η ιστορία των παρανοµιών της ελληνικής πολιτείας και των χασοδικών υπερασπιστών της; Και τι θα γίνει αν και η διακριτικά σιωπώσα Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίσει να επικαλεσθεί τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου, που της επιδίκασαν αποζηµιώσεις κάποιων τρισεκατοµµυρίων δραχµών (σωστά διαβάσατε) για την παράνοµη δήµευση της περιουσίας των µοναστηριών από τον γι’ αυτό θαυµαζόµενο µακαρίτη Αντώνη Τρίτση;».

Αυτά, µεταξύ άλλων, έγραφα πριν από έντεκα χρόνια. Αλλά οι Ελληνες ποτέ δεν τα έµαθαν, καθώς «ενηµερώνονται» σχεδόν µόνο από την αποβλακωτική τηλεόραση. Και αυτή η επιλεκτική πληροφόρηση που καταντά παραπληροφόρηση συνεχίζεται. Μόλις προ ηµερών στη συνάντηση υπουργού Οικονοµικών και Ιεράς Συνόδου, όπου οι «προοδευτικές» δυνάµεις προσδοκούσαν ότι θα προέκυπτε πρόσθετη φορολόγηση της Εκκλησίας, κατάργηση της µισθοδοσίας του κλήρου από το ∆ηµόσιο και άλλα ανάλογα, το αποτέλεσµα υπήρξε το ακριβώς αντίθετο.

Ηταν αρκετό να υπενθυµίσει ο Αρχιεπίσκοπος ότι η Εκκλησία απέφυγε ως τώρα να απαιτήσει την προαναφερθείσα αποζηµίωση που επεδίκασε το ∆ιεθνές ∆ικαστήριο ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου, ως δικαιούται. Και οι παλικαρισµοί ξεχάστηκαν.

jmarinos@tovima.gr

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.