Εχουμε ελεύθερη βούληση;

Εχουμε ελεύθερη βούληση; Οσο περισσότερα ανακαλύπτουμε για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος τόσο λιγότερος χώρος φαίνεται να απομένει για την προσωπική επιλογή ή ευθύνη PATRICIA CHURCHLAND Το 2003 τα «Αρχεία της Νευρολογίας» δημοσίευσαν μιαν εκπληκτική κλινική μελέτη. Ενας μεσήλικος από τη Βιρτζίνια με άμεμπτο ως τότε παρελθόν άρχισε να συλλέγει πορνογραφικό υλικό και να παρενοχλεί σεξουαλικά

Το 2003 τα «Αρχεία της Νευρολογίας» δημοσίευσαν μιαν εκπληκτική κλινική μελέτη. Ενας μεσήλικος από τη Βιρτζίνια με άμεμπτο ως τότε παρελθόν άρχισε να συλλέγει πορνογραφικό υλικό και να παρενοχλεί σεξουαλικά την οκτάχρονη θετή κόρη του. Η σεξουαλική του συμπεριφορά γινόταν όλο και περισσότερο ψυχαναγκαστική. Τελικά, αφού παραπονέθηκε επανειλημμένως για πονοκεφάλους και ιλίγγους, του έγινε εγκεφαλική τομογραφία. Αυτή έδειξε στη μετωπιαία περιοχή του εγκεφάλου έναν μεγάλο αλλά καλοήθη όγκο, ο οποίος εισχωρούσε στο διάφραγμα και στον υποθάλαμο – περιοχές που είναι γνωστό ότι ρυθμίζουν τη σεξουαλική συμπεριφορά. Μετά την αφαίρεση του όγκου η σεξουαλική συμπεριφορά του επανήλθε στο φυσιολογικό. Μερικούς μήνες μετά, η σεξουαλική του προσήλωση στα μικρά κορίτσια επανεμφανίστηκε και μια νέα τομογραφία αποκάλυψε ότι τμήματα του ιστού που είχαν ξεφύγει από το χειρουργικό νυστέρι είχαν αναπτυχθεί σε έναν ευμεγέθη όγκο. Μια νέα χειρουργική επέμβαση επανέφερε το συμπεριφορικό του προφίλ στο «φυσιολογικό».


Η περίπτωση που προαναφέραμε συγκεκριμενοποιεί το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης. Είχε αυτός ο άνδρας ελεύθερη βούληση; Ηταν υπεύθυνος για τη συμπεριφορά του; Μπορεί ένας όγκος να ιδιοποιηθεί την ελεύθερη βούληση κάποιου;


Με τον όγκο είχε ισχυρές αλλά ατυπικές επιθυμίες: δεν ήταν ο εαυτός του. Παρ’ όλα αυτά η υπόθεση μας θυμίζει ότι οι περισσότεροι ενήλικοι έχουν επίσης ισχυρές, αλλά τυπικές, σεξουαλικές επιθυμίες – επιθυμίες οι οποίες είναι μερικές φορές πιο ισχυρές από την ανάγκη για φαγητό ή τον φόβο του πόνου. Οι σεξουαλικές αυτές επιθυμίες ρυθμίζονται από ορμόνες οι οποίες ενεργούν σε νευρώνες στο διάφραγμα και στις συνδεδεμένες περιοχές του εγκεφάλου. Σε τι διαφέρουν λοιπόν οι φυσιολογικοί άνθρωποι από τον άνδρα της Βιρτζίνια όσον αφορά την ελεύθερη βούληση;


Η νευροεπιστήμη και η συμπεριφορική βιολογία γενικότερα αποκαλύπτουν βαθμιαία τους μηχανισμούς που μας κάνουν αυτό που είμαστε: πώς παίρνουμε αποφάσεις και ελέγχουμε τις ορμές μας, πώς τα γονίδιά μας διαμορφώνουν τις κοινωνικές επιθυμίες μας και πώς το σύστημα ανταμοιβής μας προσαρμόζεται ώστε να αντιδρά σε ικανοποιητικές εμπειρίες. Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι ο σύνδεσμος μητέρας – απογόνου στα θηλαστικά ρυθμίζεται από το πεπτίδιο της οξυτοκίνης, το οποίο απελευθερώνεται στον εγκέφαλο της μητέρας και του παιδιού κατά τη διάρκεια του θηλασμού και της ανταλλαγής χαδιών. Η οξυτοκίνη προσδένεται στους νευρώνες και τα μονοπάτια της ανταμοιβής καταγράφουν και ενισχύουν την αντίδραση. Η αφοσίωση των θηλυκών στον σύντροφό τους ρυθμίζεται επίσης από την οξυτοκίνη και των αρσενικών από ένα παρόμοιο πεπτίδιο, τη βασοπρεσίνη. Στα θηλαστικά εκτός από τον άνθρωπο η πυκνότητα των περιοχών πρόσδεσης των πεπτιδίων στον εγκέφαλο προλέγει αν το είδος είναι μονογαμικό ή πολυγαμικό. Οι αρσενικοί μίκρωτες των αγρών, οι οποίοι έχουν πολλές περιοχές πρόσδεσης της βασοπρεσίνης στον εγκέφαλό τους, είναι μονογαμικοί, ενώ οι μίκρωτες των δασών, οι οποίοι έχουν λίγες, είναι πολυγαμικοί. Τι καθορίζει την πυκνότητα των περιοχών πρόσδεσης; Τα γονίδια. Αναγνωρίζοντας τις επιδράσεις της πολιτισμικής πολυπλοκότητας, κάτι παρόμοιο ισχύει μάλλον και για τους ανθρώπους.


Καθώς η νευροεπιστήμη αποκαλύπτει αυτούς και άλλους μηχανισμούς που ρυθμίζουν τις επιλογές και την κοινωνική μας συμπεριφορά, δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε αν κανείς μας πραγματικά επιλέγει κάτι (βλ. και το «Είναι το Σύμπαν ντετερμινιστικό;»). Ο βαθύς προβληματισμός γύρω από την υπευθυνότητα είναι αναπόφευκτος, στο πλαίσιο όχι μόνο της Ποινικής Δικαιοσύνης αλλά και των καθημερινών συναλλαγών της ζωής. Πιστεύω ότι η έννοια της ελεύθερης βούλησης, έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε παραδοσιακά, χρήζει εκσυγχρονισμού. Επειδή δε πρόκειται για μια έννοια ιδιαίτερα σημαντική για την κοινωνία, κάθε εκσυγχρονισμός που θα την κάνει να συμφωνεί με όσα γνωρίζουμε για το νευρικό σύστημα πρέπει επίσης να αντανακλά και την κοινωνική ανάγκη μας για μια λειτουργική έννοια της υπευθυνότητας.


Σκεφθείτε τι εννοούμε με τον όρο «ελεύθερη βούληση». Οπως συμβαίνει με όλες τις έννοιες, μαθαίνουμε το νόημά της από παραδείγματα. Μαθαίνουμε τι να θεωρούμε δίκαιο, κακόβουλο ή εκούσιο από ξεκάθαρα παραδείγματα ανθρώπων που κάνουν πράγματα τα οποία είναι δίκαια, κακόβουλα ή εκούσια. Κατά συνέπεια, τείνουμε να συμφωνούμε ότι η επιλογή του Τσάμπερλεν για κατευνασμό του Χίτλερ ήταν μια ελεύθερη, παρ’ ότι μη σοφή, επιλογή. Το αντίβαρο δίδεται με αντίθετες περιπτώσεις-πράξεις που εμφανώς δεν έχουν επιλεγεί ελεύθερα: ένας άνδρας που ονειρεύεται ότι στραγγαλίζει τη σύζυγό του, ένα νήπιο που βρέχει το παντελόνι του, το ξάφνιασμά μας όταν ακούμε μια βροντή, μια διά της βίας ομολογία. Από τέτοιου είδους πρωτότυπα οι εγκέφαλοι κατορθώνουν να εξάγουν ένα αρκετά κοινό νόημα ώστε να μπορούμε να μιλάμε για την ελεύθερη βούληση σε ένα ανεκτά καλό επίπεδο.


Εκτός από τις πρωτότυπες περιπτώσεις υπάρχουν και υποκείμενες περιπτώσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από αμφισημία, βασανιστική πολυπλοκότητα και πολιτισμικές διαφορές. Εδώ η υπόσταση κάθε πράξης – ελεύθερα επιλεγμένη ή μη – δεν έχει ξεκάθαρη απάντηση, και τέτοιες περιπτώσεις φθάνουν συχνά στα δικαστήρια. Η Αντρεα Γέιτς, μητέρα από το Τέξας η οποία έπνιξε τα πέντε παιδιά της στην μπανιέρα, ήταν αδιαμφισβήτητα ψυχωσική, παρ’ ότι οι πράξεις της ήταν μεθοδικές και αποφασιστικές, αντίθετα με τις σπασμωδικές κινήσεις κάποιου ο οποίος υφίσταται μια επιληπτική κρίση. Καταλάβαινε ότι οι πράξεις της ήταν παράνομες και τηλεφώνησε στην Αστυνομία για να το πει. Τέτοιου είδους περιπτώσεις, οι οποίες βρίσκονται έξω από τον κοινό πνευματικό μας ορίζοντα, διχάζουν την κοινή γνώμη. Με τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε σήμερα την ελεύθερη βούληση ίσως να μην υπάρχει σωστή απάντηση σχετικά με το αν την άσκησε ή όχι.


Μια αυστηρή φιλοσοφική παράδοση υποστηρίζει ότι καμία επιλογή δεν είναι ελεύθερη, εκτός αν είναι αναίτια – αν δηλαδή η «θέληση» ασκείται ανεξάρτητα από κάθε αιτιώδη επιρροή, σε ένα αιτιώδες κενό. Με κάποιον ανεξήγητο τρόπο η θέληση – κάτι το οποίο υποτίθεται ότι βρίσκεται μακριά από τη βασιζόμενη στον εγκέφαλο αιτιότητα – κάνει μια αβίαστη επιλογή. Το πρόβλημα είναι ότι οι επιλογές γίνονται από εγκεφάλους και οι εγκέφαλοι λειτουργούν αιτιωδώς· περνούν δηλαδή από τη μία κατάσταση στην άλλη ως αποτέλεσμα προγενέστερων συνθηκών. Επιπλέον, παρ’ ότι οι εγκέφαλοι παίρνουν αποφάσεις, δεν υπάρχει διακεκριμένη εγκεφαλική δομή ή δίκτυο νευρώνων το οποίο να χαρακτηρίζεται ως «θέληση», ούτε επίσης μια δομή νευρώνων η οποία να λειτουργεί σε αιτιώδες κενό. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι μια φιλοσοφία αφιερωμένη στην αναίτια επιλογή είναι εξίσου εξωπραγματική όσο μια φιλοσοφία αφιερωμένη σε μια επίπεδη Γη.


Για να αρχίσουμε να εκσυγχρονίζουμε τις ιδέες μας για την ελεύθερη βούληση προτείνω κατ’ αρχήν να μετατοπίσουμε τη συζήτηση από την παράξενη μεταφυσική του αιτιώδους κενού στη νευροβιολογία του αυτοελέγχου. Η φύση του αυτοελέγχου και οι τρόποι με τους οποίους αυτός μπορεί να υποχωρήσει ίσως αποτελούν μια περισσότερο γόνιμη οδό για να κατανοήσουμε περιπτώσεις όπως αυτή του άνδρα από τη Βιρτζίνια και της Αντρεα Γέιτς απ’ ό,τι το να προσπαθήσουμε να επιβάλουμε το ζήτημα της «ελεύθερης ή μη επιλογής».


Ο αυτοέλεγχος μπορεί να έχει πολλούς βαθμούς, αποχρώσεις και είδη. Εχουμε ελάχιστο άμεσο έλεγχο σε αυτόνομες λειτουργίες όπως η αρτηριακή πίεση, ο παλμός της καρδιάς και η πέψη, αλλά απείρως μεγαλύτερο έλεγχο στη συμπεριφορά που οργανώνεται από τον φλοιό του εγκεφάλου. Ο αυτοέλεγχος ρυθμίζεται από μονοπάτια στον προμετωπιαίο φλοιό, τα οποία διαμορφώνονται από δομές που ρυθμίζουν τις συγκινήσεις και τις ορμές, και ωριμάζει με την ανάπτυξη του οργανισμού. Το άτομο μαθαίνει να καταστέλλει τις ορμές της αυτοματαίωσης, όπως το να δαγκώνει τη μητέρα αντί να θηλάζει, να πιάνει ένα κάρβουνο όταν είναι αναμμένο ή να μαζεύει μέλι όταν οι μέλισσες είναι εχθρικές. Οποιος καεί στον χυλό φυσάει και το γιαούρτι. Πολλές πλευρές του αυτοελέγχου γίνονται αυτόματες με τον ίδιο τρόπο που παγιώνονται οι συνήθειες, και έτσι ένα νήπιο είναι λιγότερο πιθανό να έχει βρεγμένο παντελόνι έξι μήνες μετά τη σχετική εκπαίδευση παρά ύστερα από μία εβδομάδα.


Αντίθετα με την ελεύθερη βούληση, ο αυτοέλεγχος είναι μια έννοια την οποία μπορούμε – και αυτό είναι χρήσιμο – να εφαρμόσουμε σε άλλα ζώα. Αυτό οφείλεται στην τεράστια ομοιότητα που έχουν οι εγκεφαλικές δομές σε όλα τα θηλαστικά. Το γεγονός ότι έχουμε μεγαλύτερο προμετωπιαίο φλοιό μάλλον σημαίνει ότι έχουμε περισσότερους νευρώνες που μας επιτρέπουν να ασκούμε μεγαλύτερο αυτοέλεγχο από αυτόν που επιδεικνύουν οι μπαμπουίνοι ή οι χιμπαντζήδες. Μέσω της εκπαίδευσης ο σκύλος μου έχει μάθει να κάθεται ήσυχος όταν ο σκίουρος της περιοχής χτυπάει το τζάμι ζητώντας φιστίκια, ένας πεινασμένος χιμπαντζής θα απλώσει το χέρι του να πάρει μια μπανάνα μόνον όταν ξέρει ότι ο αρχηγός της ομάδας δεν μπορεί να τον δει, αλλά θα καταστείλει την επιθυμία σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του για να αποφύγει τις Σειρήνες και οι πίθηκοι δεν θα ακολουθήσουν μια σύντομη οδό προκειμένου να αποφύγουν έναν πειρασμό που γνωρίζουν ότι θα τους βάλει σε μπελάδες. Ο προμετωπιαίος φλοιός χρησιμοποιεί τη γνώση για τον ενστικτώδη έλεγχο.


Ο αυτοέλεγχος μας επιτρέπει επίσης να κατανοούμε δύσκολες καταστάσεις στις οποίες η ελεύθερη βούληση δεν μας βοηθά. Ο αυτοέλεγχος μπορεί να είναι μειωμένος σε ανθρώπους με τραύματα ή όγκους στον εγκέφαλο. Είναι επίσης μειωμένος κατά τη διάρκεια μιας επιληπτικής κρίσης, κατά τη μέθη ή υπό την επήρεια νάρκωσης. Αλλα είδη συνδρόμων που μπορεί να εξασθενίσουν τον αυτοέλεγχο είναι η ιδιοψυχαναγκαστική διαταραχή, στην οποία ο ασθενής δεν μπορεί να αντισταθεί στο να επαναλαμβάνει αιωνίως κάποια πράξη που έχει κόστος για αυτόν, όπως το πλύσιμο των χεριών, και η σοβαρή μορφή του συνδρόμου του Τουρέτ, όπου το άτομο είναι σχεδόν αδύνατον να καταπνίξει συγκεκριμένες κινήσεις τικ.


Πώς επιτυγχάνουν τα δίκτυα των νευρώνων τα αποτελέσματα τα οποία αποκαλούμε αυτοέλεγχο και τι είναι διαφορετικό στον εγκέφαλο όταν οι λειτουργίες του αυτοελέγχου είναι μειωμένες; Παρ’ ότι ελάχιστα είναι ως τώρα γνωστά για την ακριβή φύση αυτών των μηχανισμών, κάποιες πληροφορίες από πειράματα έχουν αρχίσει να έρχονται από πολλές κατευθύνσεις: από τις ιδιότητες των νευρώνων που είναι ευαίσθητοι στην ανταμοιβή και στην τιμωρία, από τον τρόπο πρόκλησης των αντιδράσεων στον φόβο από τους νευρώνες στην αμυγδαλή και από τα προφίλ της αντίδρασης των νευρώνων της «απόφασης» σε περιοχές του βρεγματικού φλοιού όταν το ζώο κάνει μια επιλογή αφού συσσωρεύσει στοιχεία. Οι πιο ριψοκίνδυνες αλλά περισσότερο επωφελείς διερευνητικές αποφάσεις μάλλον εξαρτώνται έντονα από τον προμετωπιαίο πόλο του φλοιού, ενώ οι πιο ασφαλείς αλλά λιγότερο επωφελείς αποφάσεις εξαρτώνται περισσότερο από τις μεσοκοιλιακές προμετωπιαίες περιοχές. Αυτού του είδους οι ανακαλύψεις υπόσχονται ότι κάποτε θα κατανοήσουμε, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, το νευροβιολογικό προφίλ ενός εγκεφάλου με φυσιολογικά επίπεδα ελέγχου και τις διαφορές του από έναν εγκέφαλο ο οποίος έχει μειωμένο έλεγχο.


Τι είναι όμως το «αυτό» στον αυτοέλεγχο; Τι είμαι εγώ; Στην ουσία ο εαυτός είναι μια κατασκευή του εγκεφάλου, ένα πραγματικό αλλά εξαρτώμενο από τον εγκέφαλο οργανωτικό δίκτυο για την παρακολούθηση των καταστάσεων του οργανισμού, τη θέση προτεραιοτήτων και, μέσα στον ίδιο τον εγκέφαλο, τον διαχωρισμό ανάμεσα στον εσωτερικό κόσμο και τον έξω κόσμο. Στη λειτουργικότητά του, είναι περίπου σαν ένα πρόγραμμα γενικής χρήσης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μας, μόνο που έχει εξελιχθεί ώστε να αναπτύσσεται.


Οι σύνθετοι εγκέφαλοι είναι ικανοί σε τέτοια πράγματα – στη δημιουργία υψηλού επιπέδου νευρωνικών προτύπων για την κατανόηση του κόσμου. Μας λείπει μια λέξη η οποία να περιγράφει αυτή τη λειτουργία, τα περιστατικά όμως αφθονούν. Ενα απλούστερο παράδειγμα είναι η φυσιολογική τρισδιάστατη οπτική αντίληψή μας. Εδώ ένα δίκτυο νευρώνων στον οπτικό φλοιό συγκρίνει τα πλευρικά, δισδιάστατα δεδομένα που λαμβάνει από το κάθε μάτι. Η σύγκριση χρησιμοποιείται για τη δημιουργία της εικόνας ενός τρισδιάστατου κόσμου. Ετσι κυριολεκτικά βλέπουμε – και όχι απλώς συνάγουμε – πραγματικό βάθος.


Ο εγκέφαλος κατασκευάζει μια σειρά από νευροεργαλεία κατανόησης του κόσμου: ένα είναι το μέλλον, ένα είναι το παρελθόν και ένα είναι ο εαυτός. Σημαίνει αυτό ότι ο εαυτός μου δεν είναι πραγματικός; Αντιθέτως, είναι τόσο πραγματικός όσο και ο τρισδιάστατος κόσμος που βλέπουμε, ή το μέλλον για το οποίο προετοιμαζόμαστε ή το παρελθόν το οποίο θυμόμαστε. Είναι ένα εργαλείο συντονισμένο, σε διαφορετικούς βαθμούς, στην πραγματικότητα εγκεφάλου και κόσμου. Οπως συμβαίνει με άλλα εργαλεία, μπορεί να μη λειτουργεί σωστά, όπως για παράδειγμα στη σχιζοφρένεια.


Ουσιαστικά τα υψηλού επιπέδου εργαλεία όπως αυτό μας επιτρέπουν να κάνουμε τα εκπληκτικά πράγματα που κάνουμε εμείς οι άνθρωποι, μεταξύ αυτών και το να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας ως εαυτό. Ευτελιζόμαστε από αυτή την επιστημονική γνώση; Νομίζω πως όχι. Η αυτοεκτίμηση και η αυτοαξία είναι απόλυτα συμβατές με τη συνειδητοποίηση ότι ο εγκέφαλος μας κάνει αυτό που είμαστε. Οσο για την αυτοεκτίμηση, γνωρίζουμε ότι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις επιτυχημένες κοινωνικές διαντιδράσεις: από τον σεβασμό, την αγάπη, την επίτευξη, αλλά και από την ιδιοσυγκρασία, τις ορμόνες και τη σεροτονίνη. Η ομορφιά, η πολυπλοκότητα και η εξελιγμένη μορφή της νευροβιολογικής μηχανής που με κάνει «εμένα» είναι πολύ πιο συναρπαστική και εμπνέει απείρως μεγαλύτερο δέος από τη φιλοσοφική σύλληψη της χωρίς εγκέφαλο ψυχής η οποία με κάποιον τρόπο, παρά τους νόμους της φυσικής, ασκεί την ελεύθερη βούλησή της σε ένα αιτιώδες κενό. Ο καθένας μας είναι ένα έργο τέχνης, φιλοτεχνημένο πρώτα από την εξέλιξη και ύστερα από την εμπειρία μας στον κόσμο. Με την εμπειρία και τη σκέψη η κοινωνική αντίληψη του καθενός ωριμάζει και το ίδιο συμβαίνει και στην αυτονομία. Ο Αριστοτέλης το αποκαλούσε αυτό σοφία.


Ευθύνεται τελικά κανείς ποτέ για οτιδήποτε; Η δημόσια ζωή μας απαιτεί κάτι τέτοιο. Η ουσία του θέματος είναι η εξής: είμαστε κοινωνικά ζώα και η ικανότητά μας να ακμάσουμε εξαρτάται από τη συμπεριφορά των άλλων. Βιολογικά ρεαλιστικά μοντέλα δείχνουν πώς τα χαρακτηριστικά της συνεργασίας και της κοινωνικής τάξης μπορούν να διαδοθούν μέσα σε έναν πληθυσμό, πώς οι ηθικές αρετές μπορούν να αποτελούν όφελος, η εξαπάτηση να επιφέρει κόστος και η τιμωρία των κοινωνικά επικίνδυνων να αποτελεί αναγκαιότητα.


Από την εξελικτική οπτική γωνία η τιμωρία δικαιολογείται από την αξία που όλα τα άτομα αποδίδουν στην κοινωνική τους ζωή και τα όρια στη συμπεριφορά που απαιτούνται για να διατηρηθεί αυτή η αξία. Το ζήτημα του ικανού ελέγχου ανακύπτει όταν, δεδομένου ενός κοινωνικού κακού, πρέπει να καθορίσουμε αν η τιμωρία είναι κατάλληλη. Ενα μέρος της πολιτισμικής εξέλιξης συνίσταται στην εξεύρεση περισσότερο κατάλληλων και αποτελεσματικών τρόπων για τον περιορισμό της βίαιης ή τής με άλλους τρόπους αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Αρα ναι, πρέπει να θεωρούμε τα άτομα υπεύθυνα για τις πράξεις τους.


Η κυρία Πατρίσια Τσέρτσλαντ είναι καθηγήτρια της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.