H πεζογραφία του δέκατου ένατου αιώνα

H πεζογραφία του δέκατου ένατου αιώνα * Οι σχέσεις των γενεών στην πεζογραφία ήταν περισσότερο σχέσεις ρήξης παρά συνέχειας ή μαθητείας Δ. ΤΖΙΟΒΑΣ Τα τελευταία είκοσι χρόνια υπήρξε ένα αυξημένο εκδοτικό και φιλολογικό ενδιαφέρον για την πεζογραφία του προπερασμένου αιώνα. Ξεχασμένα μυθιστορήματα τυπώθηκαν και ανατυπώθηκαν δύο και τρεις φορές, διηγήματα συγκεντρώθηκαν σε νέες εκδόσεις, άρθρα και βιβλία

Τα τελευταία είκοσι χρόνια υπήρξε ένα αυξημένο εκδοτικό και φιλολογικό ενδιαφέρον για την πεζογραφία του προπερασμένου αιώνα. Ξεχασμένα μυθιστορήματα τυπώθηκαν και ανατυπώθηκαν δύο και τρεις φορές, διηγήματα συγκεντρώθηκαν σε νέες εκδόσεις, άρθρα και βιβλία γράφτηκαν από νεότερους ή παλαιότερους μελετητές και συνέδρια διοργανώθηκαν με θέμα την πεζογραφία του 19ου αιώνα. Πώς προέκυψε όμως αυτό το ενδιαφέρον; Αν θα θέλαμε να δούμε τη στροφή του ενδιαφέροντος προς την πεζογραφία του δέκατου ένατου αιώνα σε ευρύτερα συμφραζόμενα θα έλεγα ότι οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους.


1. Παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια τις ανθρωπιστικές επιστήμες να επηρεάζονται ολοένα και περισσότερο από τις πολιτισμικές σπουδές και από αυτή την τάση δεν είναι εύκολο να ξεφύγει ούτε η μελέτη της ελληνικής λογοτεχνίας. Αν δούμε προσεκτικά τις πρόσφατες μελέτες για την πεζογραφία του 19ου αιώνα, θα λέγαμε ότι μπορούν να ενταχθούν συνολικά στην κατηγορία των διεπιστημονικών πολιτισμικών σπουδών. Θίγουν, για παράδειγμα, ζητήματα παραγωγής και διακίνησης του βιβλίου, λαϊκού γούστου και μεταφραστικών τάσεων, κοινωνικής διαστρωμάτωσης του αναγνωστικού κοινού με έμφαση στις εμπορικές πρωτεύουσες του Ελληνισμού (Σμύρνη, Κων/λη, Ερμούπολη), την επαγγελματική δραστηριότητα των συγγραφέων ή τον πολιτικό ρόλο της πεζογραφίας, τον ρόλο του Τύπου και της Διασποράς, την απήχηση λογοτεχνικών ειδών και ρευμάτων αλλά και της αποικιοκρατικής νοοτροπίας και των προβληματισμών της βικτωριανής εποχής. Μέσα από κοινωνιολογικές, πολιτικές, λογοτεχνικές, μεταφραστικές ή δημογραφικές επισημάνσεις αναδεικνύεται σε εμβρυϊκή μορφή μια τάση πολιτισμικής (και όχι αμιγώς αισθητικής ή φιλολογικής) μελέτης της λογοτεχνίας και ως προς αυτό προσφέρεται ιδιαίτερα ο 19ος αιώνας. Αν οι μελετητές είναι διστακτικοί να επιχειρήσουν πολιτισμικές προσεγγίσεις στο σύγχρονο λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό γίγνεσθαι, αισθάνονται ίσως πιο άνετα να επιχειρήσουν κάτι τέτοιο σε μια εποχή που παρουσιάζει κάποιες αναλογίες με τη σημερινή.


2. Οι λογοτεχνικές εξελίξεις στον δέκατο ένατο αιώνα όντως μοιάζουν με τις σημερινές. Θέματα όπως η σχέση ποίησης και πεζογραφίας, ποια από τις δύο έχει το προβάδισμα ως πιο σοβαρή πνευματική δραστηριότητα και ποια διολισθαίνει προς την παραλογοτεχνία και την προσέλκυση μαζικότερου κοινού προέκυψαν κατά κάποιον τρόπο και στις ημέρες μας καθώς η πεζογραφία εκτοπίζει την ποίηση και κερδίζει τους αναγνώστες της από ένα διευρυμένο πεδίο. Αν η ποίηση ήταν για τους λίγους και τους λογίους και η πεζογραφία για τους πολλούς στα μέσα του 19ου αιώνα, μήπως κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα; Αραγε στις αντιθέσεις οθνείου και εθνικού, κοσμοπολίτικου και εγχώριου, οι οποίες καθόριζαν το λογοτεχνικό γίγνεσθαι τον προπερασμένο αιώνα, η εποχή μας αναγνωρίζει σημερινές καίριες αντιθέσεις ή αντιπαραθέσεις; Τα αφηγηματικά κείμενα που ήρθαν στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια μπορεί όλα τους να μην είναι αξιόλογα ή να μη διαβάζονται απνευστί, καλλιεργούν όμως την αίσθηση μιας πεζογραφικής παράδοσης που συνομιλεί με την Ευρώπη και την Ανατολή, εισάγει νέα ρεύματα και λογοτεχνικά είδη. Εν ολίγοις πρόκειται για μια παράδοση που δεν είναι εθνικά εσωστρεφής ή περίκλειστη αλλά ανοιχτή, μια εικόνα που προσπαθεί να φιλοτεχνήσει και για τον εαυτό της η πεζογραφία σήμερα.


3. Αντίθετα με την ποίηση, οι σχέσεις των γενεών στην πεζογραφία ήταν περισσότερο σχέσεις ρήξης παρά συνέχειας ή μαθητείας. Η γενιά του ’30 καταδίκασε την προηγούμενη πεζογραφική παραγωγή και ιδιαίτερα την ηθογραφική, υποσχόμενη μια νέα αρχή, ενώ οι μεταπολεμικοί πεζογράφοι με τη σειρά τους αντιπαθούσαν τους αβροδίαιτους μεσοπολεμικούς, εκφράζοντας έντονα τη διάθεσή τους να διαφοροποιηθούν. Αν οι μεταπολεμικοί ποιητές συνδιαλέγονται με τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη ή τον Σεφέρη, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους πεζογράφους. Οι μόνοι πεζογράφοι που τις τελευταίες δεκαετίες αντιμετωπίζονται κατά κάποιον τρόπο ως πρόγονοι είναι αυτοί του δέκατου ένατου αιώνα (Ροΐδης, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης). Αρκετοί παλαιότεροι και νεότεροι πεζογράφοι γράφουν μελέτες για τον Παπαδιαμάντη, τον Καρκαβίτσα, τον Βιζυηνό ή τη Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι (Κοτζιάς, Μηλιώνης, Παπαδημητρακόπουλος κ.ά.) ή με τα αφηγηματικά τους κείμενα συνομιλούν με συγγραφείς του 19ου αιώνα (ο Φάις με τον Βιζυηνό, ο Καλοκύρης, ο Ραπτόπουλος και η Μιχαλοπούλου με τον Ροΐδη κ.ά.).


Η πεζογραφία του προπερασμένου αιώνα φαίνεται να εξασφαλίζει τους ελλείποντες δεσμούς στην ελληνική πεζογραφία και ως εκ τούτου χρήζει αποκατάστασης και προσοχής. Από την καταδίκη της ηθογραφίας ως «ειδυλλιακού βαυκαλήματος» περνούμε σε μια πιο υποψιασμένη και πιο πολιτική ανάγνωση όλης της πεζογραφίας του 19ου αιώνα καθώς γίνεται αισθητή η ανάγκη να διερευνηθεί το ευρύτερο αφηγηματικό πλαίσιο που παρήγαγε το βαρύ πυροβολικό της (Ροΐδης, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης) ώστε να μη μοιάζουν μεμονωμένες περιπτώσεις. Περισσότερο από κάθε άλλη εποχή η πεζογραφία του 19ου αιώνα λειτουργεί παραδειγματικά για τη σύγχρονη πεζογραφία γιατί ακριβώς θέτει επίκαιρα διλήμματα: πολιτισμικά, αισθητικά, γλωσσικά και πολιτικά. Πάνω από όλα όμως μας ωθεί να αναρωτηθούμε αν μια σύγχρονη πεζογραφία μπορεί να αποκτήσει οντότητα δίχως να επινοήσει μια παράδοση με την οποία να συνδιαλέγεται γόνιμα και να είναι σε θέση να την αναθεωρεί.


Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.