Ελληνοτουρκική μουσική γέφυρα

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Ελληνοτουρκική μουσική γέφυρα Ο Χιζίρ Αγάς με το «ταμπούρ», ένα από τα παραδοσιακά τουρκικά μουσικά όργανα του 18ου αιώνα Σε καιρούς δύσκολους, όπως οι σημερινοί, κάποιοι διακηρύσσουν ότι «η μουσική ενώνει». Την Ελλάδα και την Τουρκία ενώνουν δεσμοί πολιτισμού πολύ ισχυροί. Οπως χαρακτηριστικά γράφει η Ελλη Αλεξίου σε ένα από τα διηγήματά της, υπήρξαν

	Ελληνοτουρκική μουσική γέφυρα


Ο Χιζίρ Αγάς με


το «ταμπούρ», ένα από τα παραδοσιακά τουρκικά μουσικά όργανα


του 18ου αιώνα


Σε καιρούς δύσκολους, όπως οι σημερινοί, κάποιοι διακηρύσσουν ότι «η μουσική ενώνει». Την Ελλάδα και την Τουρκία ενώνουν δεσμοί πολιτισμού πολύ ισχυροί. Οπως χαρακτηριστικά γράφει η Ελλη Αλεξίου σε ένα από τα διηγήματά της, υπήρξαν περίοδοι όπου οι δύο λαοί «ήτανε σα δυο φυτά διαφορετικά που τα σπέρνεις στην ίδια γλάστρα και μ’ όλο που νιώθουνε να ‘ναι ξένα, όπως πλέκονται κάτω απ’ τη γη οι ρίζες τους και πάνω απ’ το χώμα τα κλαδιά τους. Κι άμα τραβήξεις να ξεριζώσεις το ‘να, ακολουθεί και τ’ άλλο!..».


Ευκαιρία για να σταθούμε ξανά σε αυτή την κοινή παράδοση των δύο λαών, τη μουσική παράδοση, μας δίνει η συναυλία – αφιέρωμα στην ελληνοτουρκική προσέγγιση με αφετηρία συγγενικά μουσικά ακούσματα που υπάρχουν και στους δύο λαούς, που θα γίνει στο Ηρώδειο στις 23 του μηνός


Οι μαρτυρίες για την κοινή μουσική παράδοση προέρχονται και από τις δύο πλευρές. Οπως επισημαίνει ο κ. Λάμπρος Λιάβας, επίκουρος καθηγητής Μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής του Μουσείου Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων, «η μουσικολογική έρευνα (Χρύσανθος, Σίμων Καράς κ.ά.) τονίζει την άμεση σχέση και αντιστοιχία ανάμεσα στους “ήχους” – κλίμακες της βυζαντινής μουσικής και στα αραβοπερσικά και τουρκικά μακάμια. Ακόμη στις μέρες μας οι πρακτικοί λαϊκοί οργανοπαίκτες χρησιμοποιούν όρους όπως ραστ, χουσεϊνί, νιχαβέντ κ.ά. για τους παραδοσιακούς “δρόμους” – κλίμακες του δημοτικού τραγουδιού μας».


Στα μουσικά καφενεία της Σμύρνης και της Πόλης αλλά και αργότερα στις ΗΠΑ ­ αναφέρει ο κ. Λιάβας ­, στον Πόντο και στην Καππαδοκία, στην Κρήτη και στη Λέσβο έλληνες και τούρκοι μουσικοί (αλλά και αρμένιοι και εβραίοι και τσιγγάνοι που διατρέχουν την Ανατολή και τα Βαλκάνια) ανταλλάσσουν σκοπούς και χορούς μέσα από κοινούς καημούς και πάθη. «Αρκετοί είναι οι κοινοί χορευτικοί ρυθμοί, όπως τα 9/4 του ζεϊμπέκικου και τα 9/8 του καρσιλαμά (ρυθμοί που συναντάμε ήδη από την αρχαιότητα στην ποίηση της Σαπφούς και διατρέχουν ως τις μέρες μας την Αιολία και την Ιωνία)», λέει ο κ. Λιάβας. «Κοινά επίσης και πολλά μουσικά όργανα και τεχνικές παιξίματος (“α λα τούρκα”, “α λα φράγκα»), όπως το κακονάκι, το ούτι, ο ταμπουράς, το σαντούρι, η πολίτικη λύρα, ο κεμεντζές. Ενώ οι παλιοί δίσκοι των 78 στροφών με έλληνες και τούρκους δεξιοτέχνες, τραγουδιστές του αμανέ και πρώιμους ρεμπέτες δείχνουν τις αναλογίες στο ύφος και τις αμοιβαίες ανταλλαγές ανάμεσα στις δύο μουσικές παραδόσεις στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».


* Συγγενικό κλίμα


Οπως ο Ζαχαρίας (κορυφαίος έλληνας συνθέτης στην Πόλη του 18ου αιώνα) έψελνε στην εκκλησία και τραγουδούσε στο παλάτι του Σουλτάνου, συμπληρώνει ο κ. Λιάβας, έτσι και ο Κώστας Νούρος, το «αηδόνι της Σμύρνης», έψελνε στην εκκλησία των Ταξιαρχών και τραγουδούσε παθητικούς αμανέδες σε όλα τα «μελέτια» (φυλές) που συνέρρεαν στα μουσικά καφενεία.


Αναφερόμενος στις κοινές παραδόσεις της ελληνικής και της τουρκικής μουσικής ο κ. Θωμάς Κοροβίνης, φιλόλογος, λογοτέχνης, συνθέτης και για χρόνια εκπαιδευτικός στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο Κωνσταντινουπόλεως, αφηγητής στη συναυλία του Ηρωδείου, λέει: «Σε γενικές γραμμές η μουσική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι άμεσος κληρονόμος της αραβοπερσικής και σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό της βυζαντινής μουσικής. Για περισσότερο από τέσσερις αιώνες ο δανεισμός και οι επιδράσεις ποικίλων μουσικών και καλλιτεχνικών χαρακτηριστικών ανάμεσα ιδίως στη λεγομένη “κλασική οθωμανική μουσική” και στην ελληνορθόδοξη εκκλησιαστική (εσωτερική) αλλά και στην κοσμική (εξωτερική) μουσική παράδοση των Ρωμιών της αυτοκρατορίας, προπαντός από την πλευρά των Οθωμανών, διαμορφώνουν ένα συγγενικό μουσικό και τραγουδιστικό κλίμα και μια ατμόσφαιρα μουσικών αλληλεμπνεύσεων. Η συστηματική και σοβαρή έρευνα αυτού του θέματος θα αξιολογούσε τόσο τις μοιραίες και τις εκλεκτικές συγγένειες όσο και τις ειδοποιούς διαφορές των δύο μουσικών κόσμων».


Οι Φαναριώτες με την ανάπτυξη και τη διάδοση μέσω της διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής ­ επισημαίνει ο κ. Κοροβίνης ­ τροφοδότησαν την υπό διαμόρφωση μετά την Αλωση «τουρκική κλασική μουσική» με το δημιουργικό και πρωτότυπο έργο μουσικών προσωπικοτήτων πρώτης γραμμής (Πετράκης, Δημήτριος Καντεμήρης, Ζαχαρίας κ.ά.). Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε ως τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα αφού θεωρείται ότι έλληνες καλλιτέχνες όπως, π.χ., οι αδελφοί Γιώργος και Αλέκος Μπατζανός, ο Αντώνης Κυριαζής και η γνωστή αοιδός Ευθαλία σημάδεψαν με την παρουσία τους το τέλος της ακμής της μουσικής αυτής της κατηγορίας. «Στο μεταξύ η διδασκαλία της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής στα ελληνικά σχολεία της οθωμανικής επικρατείας, ιδίως της Πόλης και της Σμύρνης, εξασφαλίζει κατά κάποιον τρόπο τη διάδοσή της σε μια σεβαστή μερίδα του τουρκικού λαού. Από την άλλη πλευρά, οι κατά πλειοψηφία αγράμματοι τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι Ρωμιοί της Ανατολής και κυρίως οι Καππαδόκες συντελούν με τον τρόπο τους στη συντήρηση μιας ιδιόμορφης ελληνορθόδοξης λαϊκής μουσικής παράδοσης με προσμείξεις τουρκικών στοιχείων».


* Χασάπικος – ζεϊμπέκικος


Η λαϊκή μουσική και τα τραγούδια των Ασίκηδων της οθωμανικής Ανατολής δεν περιέχουν στοιχεία προερχόμενα από την ελληνική μουσική παράδοση αλλά εκφράζουν μια πορεία σχετικά παράλληλη με το δημοτικό τραγούδι του ελληνικού λαού με αρκετές ομοιότητες ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο των τραγουδιών. Ο χασάπικος, ο βυζαντινός χορός των μακελάρηδων της Κωνσταντινούπολης, όπως εξηγεί ο κ. Κοροβίνης, διαδίδεται στα αστικά κέντρα και θεωρείται ένας από τους δημοφιλέστερους λαϊκούς χορούς της Τουρκίας, ενώ παράλληλα η «υιοθέτησή» του από μέρους κυρίως των ρεμπέτηδων στην Ελλάδα τον επιβάλλει ως κλασικό πλέον λαϊκό χορό. Η μουσική και ο χορός των Ζεϊμπέκηδων των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας διαδίδονται μέσω των Ζεϊμπέκηδων και των Εφέδων. Ο ζεϊμπέκικος καθιερώνεται ως ένας από τους σπουδαιότερους λαϊκούς χορούς, ενώ στην Ελλάδα διαδίδεται και επιβάλλεται ως ο κατ’ εξοχήν ελληνικός λαϊκός ανδρικός χορός.


«Οι δεκαετίες του ’40, του ’50 και του ’60 χαρακτηρίζονται από το φαινόμενο της έξαρσης του ανατολίτικου τραγουδιού και στις δύο χώρες, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα η βαθμιαία αμερικανοποίηση της μουσικοκαλλιτεχνικής ζωής και η επιβολή του ηλεκτρικού ήχου οδηγούν το λαϊκό τραγούδι στη νοθεία και στη φθορά τόσο στην Ελλάδα όσο σε μεγαλύτερο βαθμό και στην Τουρκία», λέει ο κ. ΚοροβίνηςΩ και καταλήγει: «Η δεκαετία του ’60 σημαδεύεται από συστηματικά δάνεια και καπήλευση τουρκικών λαϊκών μοτίβων και τραγουδιών από μέρους ελλήνων μουσικών, ενώ στη σύγχρονη μουσική σκηνή της Τουρκίας παρουσιάζεται το φαινόμενο οι συνθέτες της γειτονικής χώρας να δανείζονται ελληνικά ελαφρολαϊκά σουξέ και να θησαυρίζουν».


Το πρώτο μέρος της συναυλίας, που έγινε αφορμή να ανιχνεύσουμε κοινές μουσικές παραδόσεις, είναι αφιερωμένο σε έργα ελλήνων συνθετών της Πόλης που θα ερμηνεύσουν μαζί έλληνες και τούρκοι δεξιοτέχνες. Ανάμεσα στα κομμάτια που θα παρουσιαστούν είναι μικρασιατικοί σκοποί, κοινοί στην παράδοση Ελλήνων και Τούρκων, καθώς και έργα ελλήνων συνθετών που επηρέασαν άμεσα την πορεία της οθωμανικής έντεχνης μουσικής (της «κλασικής» μουσικής της Πόλης). Από τους επιφανέστερους ο Πρίγκιπας Δημήτριος Καντεμήρης (1673-1727), γιος του Βοεβόδα της Μολδαβίας που μορφώθηκε στο Φανάρι, γνωστός συνθέτης αλλά και θεωρητικός που εκπόνησε δικό του σύστημα μουσικής γραφής. Επίσης ο περίφημος Ζαχαρίας (; – 1740) μαθητής του Δανιήλ Πρωτοψάλτη στην εκκλησιαστική μουσική αλλά και τραγουδιστής στο παλάτι του Σουλτάνου. Στην ίδια συναυλία θα ακουστούν σπουδαίοι μουσικοί και συνθέτες του αιώνα μας, όπως ο Νικολάκης, ο Αντώνης Κυριαζής και ο Αλέκος Μπατζανός, που έπαιζαν με τις ορχήστρες τους στα καφενεία και στα εστιατόρια του Γαλατά.


* Πέρα από


εθνότητες



Από τους κορυφαίους έλληνες συνθέτες της Πόλης τον 17ο και τον 18ο αι. ο Ζαχαρίας (αριστερά) και ο Πρίγκιπας Δημήτριος Καντεμήρης που εκπόνησε δικό του σύστημα μουσικής γραφής


Ο τούρκος μουσικολόγος Bulent Aksoy στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε προσφάτως με τίτλο «Η συμβολή των περιφερειακών μουσικών παραδόσεων στην κλασική οθωμανική μουσική» σημειώνει: «Τον 9ο αιώνα το κέντρο της βυζαντινής λειτουργικής μουσικής μετακινήθηκε από τη Συρία και την Παλαιστίνη στην Κωνσταντινούπολη. Η Πόλη κράτησε τον κυρίαρχο ρόλο της ως το τέλος του 15ου αιώνα, το βυζαντινό μέλος δομήθηκε και πέρασε στη σημειογραφία αυτή την περίοδο. Με την κατάκτηση, μουσικοί από όλες τις εθνικές ομάδες που λειτουργούσαν στην εκκλησία, στη συναγωγή και στις λαϊκές παραδόσεις βρέθηκαν να συνυπάρχουν δίπλα δίπλα. Ετσι η “οθωμανική” μουσική αναδείχθηκε πάνω και πέρα από τοπικές, εθνικές και θρησκευτικές συμβάσεις».


Ο κορυφαίος τούρκος δεξιοτέχνης στην πολίτικη λύρα Ihsan Orgen συμπληρώνει: «Η Μεσόγειος, το Αιγαίο και η Μαύρη Θάλασσα έχουν δημιουργήσει μια πολιτιστική ταυτότητα που αντέχει μέσα στους αιώνες. Κοινότητες ανθρώπων με θρησκευτικές και γλωσσικές διαφορές δημιούργησαν μαζί τον πλούτο της λαϊκής τους παράδοσης και βίωσαν τις ίδιες αισθητικές συγκινήσεις. Από τους χορούς ώς τις συνήθειες του τραπεζιού, τα προϊόντα των πολιτισμών τους ήταν συγγενή. Αναμφίβολα η μουσική έχει τον πρωταρχικό ρόλο στην απόδοση των ανθρώπινων συναισθημάτων και ευαισθησιών. Οι λαοί για τους οποίους μιλάμε ανέπτυξαν αυτή την πολύ σημαντική καλλιτεχνική έκφραση με την ιδιαιτερότητα, ο καθένας, του συστήματος λόγου και ρυθμώνΩ με μια μουσική δομή όμως που εκφράζει τον κοινό συγκινησιακό παλμό ανθρώπων που ανήκουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο και έχουν κοινές πολιτισμικές καταβολές. Πάνω σ’ αυτή τη βάση διαμορφώθηκε ένας κλασικός μουσικός πολιτισμός που έχει τις ρίζες του στην ψυχή του λαού. Καλλιτέχνες όλων των κοινοτήτων πρόσφεραν έργο σ’ αυτή τη θαυμάσια μουσική με ισάξιο ενθουσιασμό και γούστο υπερβαίνοντας θρησκευτικές, γλωσσικές και φυλετικές διαφορές».


* Βυζαντινή


επίδραση


Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας θα παρουσιαστεί η τελετουργία των περίφημων περιστρεφόμενων δερβίσηδων της αδελφότητας Μεβλεβί. Ως προς τη φιλοσοφία, είναι γνωστές οι νεοπλατωνικές καταβολές των Μεβλεβί και του ιδρυτή της αδελφότητας Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί (13ος αι.). Ο Βλαδίμηρος Μιρμίρογλου στο βιβλίο του για τους δερβίσηδες αναφέρει πολλά στοιχεία και για τις σχέσεις του μεβλεβισμού με τον χριστιανισμό την εποχή των Σελτζούκων και αργότερα.


Στον μουσικό τομέα, ο μουσικολόγος κ. Γιάννης Ζάννος (που έχει κάνει διδακτορική διατριβή για τη σχέση ανάμεσα στους βυζαντινούς ήχους και στις ανατολίτικες κλίμακες – μακάμια) επισημαίνει ότι έχουμε ήδη από την εποχή των Σελτζούκων ενδείξεις για τις αμοιβαίες επιρροές Περσών και Βυζαντινών. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι ευρισκόμενοι ανάμεσα σε Πέρσες και Βυζαντινούς ήταν φυσικό να απορροφήσουν στοιχεία και από τους δύο. «Ετσι εξαρχής η μουσική των Μεβλεβί συγγενεύει με τη βυζαντινή μουσική. Κατά τους χρόνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα δύο συγγενή μουσικά είδη δεν έπαψαν να επηρεάζουν και να εμπλουτίζουν το ένα το άλλο. Συγκεκριμένες αναφορές έχουμε σχετικά με δύο πολύ σημαντικούς συνθέτες του 18ου αιώνα, τον Ζαχαρία και τον λαμπαδάριο Πέτρο Πελοποννήσιο. Ο Ζαχαρίας ήταν τραγουδιστής στο παλάτι, συγχρόνως και φίλος του Δανιήλ Πρωτοψάλτη. Συνέθεσε καλλιφωνικούς ειρμούς, περισσότερο όμως είναι γνωστός για τις κοσμικές συνθέσεις του, που θεωρούνται αριστουργήματα. Σε ανέκδοτη βιογραφία του ο Ραούφ Γεκτά Μπέι (1871 – 1935) γράφει ότι ο Ζαχαρίας έψαλλε και σε τακέδες (μοναστήρια) των Μεβλεβί. Ο Πέτρος Πελοποννήσιος διετέλεσε μεγάλος συνθέτης, διαμορφωτής του ρεπερτορίου και μεταρρυθμιστής βυζαντινής γραφής πριν από τον Χρύσανθο. Επιπλέον είναι γνώστης και της τουρκικής κοσμικής μουσικής, έπαιζε δε το ταμπούρ. Κατά τον μουσικό – ιστορικό Γεώργιο Ι. Παπαδόπουλο, τόσο αγαπητός ήταν στους Μελβεβί ώστε αυτοί συνόδευσαν την κηδεία του με μουσική και πριν από την ταφή του έθεσαν στα χέρια του ένα νέι».


Στη συναυλία του Ηρωδείου την εντυπωσιακή τελετουργία των περιστρεφόμενων δερβίσηδων θα παρουσιάσει η 20μελής ομάδα μουσικών, ψαλτών και χορευτών του Suleyman Erguner από την Κωνσταντινούπολη. Πριν από ένδεκα χρόνια, το 1985, στο πλαίσιο των Διεθνών Ημερών Μουσικής είχαμε δει για πρώτη φορά στο κινηματοθέατρο «Παλλάς» την ομάδα των περιστρεφόμενων δερβίσηδων του Ικονίου, οι οποίοι είχαν αφήσει εξαιρετικές εντυπώσεις στο κοινό. Οτι η μουσική αυτή βραδιά συμπίπτει με την επομένη των εκλογών δεν φοβίζει τους διοργανωτές της. Οπως λέει ο κ. Λιάβας που έχει την επιμέλεια της εκδήλωσης, «το θεωρούμε και μια συμβολική σύμπτωση. Ας θεωρηθεί ότι και εδώ είναι ένα νέο ξεκίνημα, μια έκκληση για προσέγγιση και πολιτισμικές ανταλλαγές ανάμεσα στους δύο λαούς».


* Η συναυλία στο Ηρώδειο θα γίνει τη Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου στις 9 μ.μ. Θα παρουσιαστούν έλληνες συνθέτες της Πόλης από τον 17ο ως τον 20ό αιώνακαι η τελετουργία των περιστρεφόμενων δερβίσηδων Μεβλεβί.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version