Η άλλη δημοσιογραφία

Η άλλη δημοσιογραφία Τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και οι αυξημένες απαιτήσεις ενός νέου είδους κοινού, που θέλει γρήγορη, έγκυρη, σαφή και κυρίως «έξυπνη» πληροφόρηση ΗΛΙΑΣ ΒΕΡΓΙΤΣΗΣ Θα μπορούσε να ειπωθεί ­ με αρκετή δόση ιστορικής αυθαιρεσίας, είναι αλήθεια ­ ότι ο Θουκυδίδης υπήρξε ο πρώτος δημοσιογράφος της Ιστορίας, διότι κατέγραψε γεγονότα απογυμνωμένα από τα

Η άλλη δημοσιογραφία


Θα μπορούσε να ειπωθεί ­ με αρκετή δόση ιστορικής αυθαιρεσίας, είναι αλήθεια ­ ότι ο Θουκυδίδης υπήρξε ο πρώτος δημοσιογράφος της Ιστορίας, διότι κατέγραψε γεγονότα απογυμνωμένα από τα μυθολογικά τους στοιχεία, σε μια γλώσσα λαϊκή και κατανοητή από όλους. Το «δημοσιογραφικό» στοιχείο των κειμένων του Θουκυδίδη εντοπίζεται στην ενδελεχή επεξεργασία της «είδησης» ως κεντρομόλου στοιχείου των ακριβολόγων περιγραφών του.


Στους 26 αιώνες που μεσολάβησαν από τότε η είδηση πλέον μεταδίδεται σε κλάσματα του δευτερολέπτου και τα περιθώρια για ταυτόχρονη ανάλυσή της ολοένα στενεύουν. Τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης αναζητούν νέες διεξόδους μπροστά στις αυξημένες απαιτήσεις ενός νέου είδους κοινού, που απαιτεί γρήγορη, έγκυρη, σαφή και κυρίως «έξυπνη» ενημέρωση. Μπορεί άραγε το Διαδίκτυο ­ αν και βρίσκεται ακόμη στην εφηβική ηλικία ­ να εκφράσει το εξελισσόμενο αυτό αίτημα; Τι είναι τελικά αυτό που διαφοροποιεί σήμερα τα ιντερνετικά μέσα ενημέρωσης από τα παραδοσιακά;


Το πρώτο στοιχείο είναι το κοινό τους. Γνωρίζουμε, λίγο ως πολύ, το target group των εφημερίδων, της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου: το σύνολο του πληθυσμού στον χώρο εμβέλειάς τους, ο οποίος κατά κύριο λόγο περιορίζεται εντός εθνικών συνόρων. Στην περίπτωση των διαδικτυακών μέσων τα πράγματα είναι διαφορετικά: καταναλωτές του προϊόντος είναι αναγκαστικά όσοι διαθέτουν την τεχνική δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτό. Δεύτερο στοιχείο διαφοροποίησης είναι το προφίλ του μέσου «αναγνώστη». Το προφίλ του αναγνώστη εφημερίδας διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από αυτό του ακροατή ραδιοφώνου και του τηλεθεατή, αλλά στη σκληρή ουσία του πράγματος υπάρχει ένα ενοποιητικό χαρακτηριστικό: η μαζικότητα. Και τα τρία παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης απευθύνονται σε όλους. Από τη νοικοκυρά, τον οδηγό ταξί, τον δημόσιο υπάλληλο ως τον πανεπιστημιακό λειτουργό, τον φοιτητή και τον συνταξιούχο. Ολοι είναι δυνάμει «πελάτες». Στο Διαδίκτυο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τα ιντερνετικά μέσα ενημέρωσης απευθύνονται ­ ακόμη ­ σε μια «ελίτ» πολιτών. Πρόκειται για ανθρώπους 20-40 ετών, μέσου ως ανώτερου βιοτικού επιπέδου, συνήθως μορφωμένους και πολύγλωσσους. Για τον λόγο αυτόν το κοινό των διαδικτυακών μέσων είναι πιο απαιτητικό και πιο ενημερωμένο.


Οι διαφορές όμως γίνονται σαφέστερες σε ό,τι αφορά την αμεσότητα και τη διεισδυτικότητα της είδησης. Ο Τύπος ­ είναι σαφές ­ ενημερώνει για τα γεγονότα με μια καθυστέρηση τουλάχιστον έξι ωρών, δίνοντας όμως τη δυνατότητα στον αναγνώστη να εμβαθύνει στην είδηση, προσφέροντας την ανάλυσή της σε έναν πεπερασμένο χώρο χαρτιού. Το ραδιόφωνο είναι ευέλικτο και ενημερώνει άμεσα για γεγονότα που μόλις συνέβησαν, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα να τα συνδέσει με τα προηγούμενα που οδήγησαν σε αυτά και χωρίς να δίνει στον ακροατή μια σφαιρική εικόνα της κατάστασης, όπως θα έκανε μια εφημερίδα. Η δε τηλεόραση είναι άμεση όσο και το ραδιόφωνο αλλά παραμένει δέσμια της εικόνας, δηλαδή του εντυπωσιασμού: γεγονότα με καλή εικόνα γίνονται βασικές και ουσιαστικές ειδήσεις. Ειδήσεις χωρίς εικόνα «θάβονται» σε μερικά δευτερόλεπτα στο τέλος των δελτίων.


Το Internet είναι το μοναδικό μέσο που λειτουργεί με όλα τα πλεονεκτήματα των υπολοίπων και με τα επιπλέον που του δίνουν τα τεχνικά χαρακτηριστικά του. Ο αναγνώστης ενημερώνεται άμεσα ­ μέσα σε ελάχιστα λεπτά ­ για την είδηση που αυτός επιθυμεί, πληροφορείται για προηγούμενα γεγονότα, έχει στη διάθεσή του απεριόριστο οπτικοακουστικό υλικό, αναλύσεις από άπειρες πηγές, αρθρογραφία και, κυρίως, όλα αυτά παραμένουν στη διάθεσή του θεωρητικά για πάντα, αποθηκευμένα κάπου στο Διαδίκτυο.


Τέταρτη ειδοποιός διαφορά του ιντερνετικού μέσου ενημέρωσης από τα παραδοσιακά είναι ότι τεχνικά είναι δυνατή η μέτρηση της αναγνωσιμότητας συγκεκριμένων ειδήσεων. Αυτό είναι αδύνατον να το γνωρίζουμε στην έντυπη δημοσιογραφία. Κανένας, για παράδειγμα, δεν θα μάθει ποτέ πόσοι άνθρωποι διάβασαν αυτές ακριβώς τις γραμμές την ημέρα της δημοσίευσης του σχετικού άρθρου στο «Βήμα». Κανένας δεν μπορεί να μετρήσει αν οι δηλώσεις Ροκόφυλλου, οι οποίες αιτιολογούσαν την επίσκεψή του στη συνάντηση της Minoan Lines, είχαν μεγαλύτερη ακροαματικότητα από την είδηση περί ανάληψης της υπεράσπισης της εταιρείας από τον βουλευτή του ΠαΣοΚ, όπως μεταδόθηκε στο ραδιόφωνο του Alpha. Κανένας δεν μπορεί να υπολογίσει πόσοι ακριβώς τηλεθεατές είδαν τον Πρωθυπουργό να μιλάει για το Γιουγκοσλαβικό στην ΚΕ του ΠαΣοΚ ή πόσοι τον είδαν να εκτοξεύει τα βέλη του κατά των εσωκομματικών του αντιπάλων στο Mega.


Στον ιντερνετικό Τύπο όμως όλα αυτά είναι μετρήσιμα. Γνωρίζουμε με ακρίβεια ότι στις 20 Σεπτεμβρίου, τη στιγμή που το news.in. gr έδινε on line την είδηση περί ανακοίνωσης των βάσεων εισαγωγής σε ΤΕΙ και ΑΕΙ, 27.969 αναγνώστες γίνονταν συνειδητοί δέκτες καθώς έκαναν «κλικ» πάνω στον τίτλο του σχετικού άρθρου. Οκτώ ημέρες αργότερα, όταν ο Κώστας Κεντέρης έκανε ακόμη τον γύρο του θριάμβου στο στάδιο του Σίδνεϊ, 15.167 «αναγνώστες» επέλεγαν τη συγκεκριμένη είδηση για να ενημερωθούν από το news.in.gr.


Η γνώση αυτή είναι σημαντική και πολύτιμη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να καθοδηγεί το περιεχόμενο της ειδησεογραφίας. Είναι σαφές ότι οι 90.000 επισκέψεις που δέχτηκε η αρθρογραφία του news.in. gr σχετικά με το ναυάγιο του «Εξπρές Σάμινα» στις 27 Σεπτεμβρίου προδίδουν την ασυγκρίτως μεγαλύτερη βαρύτητα της είδησης αυτής σε σχέση με την είδηση ότι «οι 15 υπουργοί Πολιτισμού της ΕΕ διαφωνούν για τη χρηματοδότηση του προγράμματος προώθησης του ευρωπαϊκού κινηματογράφου», η οποία βγήκε στον «αέρα» την ίδια ημέρα δεχόμενη λιγότερες από 400 επισκέψεις. Αλλά αυτό πώς ερμηνεύεται; Μήπως ότι ειδήσεις όπως η δεύτερη πρέπει να «θυσιάζονται» μπροστά στη σημασία ειδήσεων όπως η πρώτη; Κάτι τέτοιο συμβαίνει στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης λόγω έλλειψης χώρου, χρόνου ή απλώς λόγω διαφορετικής αντίληψης περί δημοσιογραφίας.


Στο Internet δεν συμβαίνει ή τουλάχιστον δεν πρέπει να συμβαίνει. Η είδηση δεν μπορεί να χάνει την ιδιότητά της ως τέτοια, επειδή μπορεί να ενδιαφέρει περιορισμένο αριθμό χρηστών ή επειδή δεν είναι αρκετά θεαματική ή εντυπωσιακή ώστε να προσελκύσει το ενδιαφέρον του «αναγνώστη». Ακόμη και αν πέντε μόλις «αναγνώστες» επέλεξαν την είδηση, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει χώρος για ποιότητα και γι’ αυτό ο ιντερνετικός δημοσιογράφος δεν μπορεί, και δεν πρέπει, να γίνεται δέσμιος των αριθμών.


Οπως σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, έτσι και στο Διαδίκτυο υπάρχουν κανόνες που πρέπει να τηρούνται και κυρίως αυτοί οι κανόνες δεν πρέπει να συγχέονται με τους αντίστοιχους των άλλων ΜΜΕ. Εξαιτίας του αμφίδρομου χαρακτήρα του Μέσου, η είδηση δεν μπορεί να είναι ανακριβής χάριν της ταχύτητας. Δεν μπορεί να εμπεριέχει γλωσσικούς ακροβατισμούς. Δεν μπορεί να βασίζεται στον εντυπωσιασμό. Δεν μπορεί να είναι ελλιπής σε στοιχεία. Δεν μπορεί να επιβάλλει άποψη στον χρήστη. Αν το ιντερνετικό μέσο ενημέρωσης παραβιάζει όλα αυτά τα «δεν», τότε παύει να είναι γνήσιο. Κινδυνεύει να γίνει εφημερίδα, ραδιόφωνο ή τηλεόραση, που απλώς μεταδίδεται μέσα από το Διαδίκτυο. Και τότε το συγκεκριμένο κοινό του ­ αυτό το απαιτητικό και ενημερωμένο κοινό ­ το απορρίπτει αργά ή γρήγορα.


Χάριν αυτών των «δεν» δίκτυα όπως το CNN interactive και το BBC online κατάφεραν να επικρατήσουν στη διεθνή αγορά. Και τα δύο αυτά ιντερνετικά μέσα ενημέρωσης «απλώνουν» τις ειδήσεις τους με τρόπο εντελώς διαφορετικό από αυτόν που χρησιμοποιούν οι αντίστοιχες τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές υπηρεσίες των ίδιων οργανισμών.


Σε εθνικό επίπεδο αξίζει να δει κανείς το παράδειγμα των διαδικτυακών εκδόσεων δύο μεγάλων ισπανικών εφημερίδων («El Pais» και «El Mundo»). Και οι δύο χρησιμοποιούν μεγάλο μέρος της έντυπης ύλης τους στην πρωινή έκδοση του δικτυακού τους τόπου. Οι δημοσιογράφοι όμως που εργάζονται στο Internet δεν είναι οι ίδιοι με αυτούς που απασχολούνται στις εφημερίδες, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα συνέφερε οικονομικά και τα δύο αντίπαλα Μέσα. Η πρωινή είδηση της εφημερίδας μετεξελίσσεται κατά τη διάρκεια της ημέρας ανάλογα με τη ροή των γεγονότων και ως το βράδυ η ύλη του Διαδικτύου είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν που υπήρχε στην ηλεκτρονική έκδοση του εντύπου. Οι ειδήσεις διαφέρουν τόσο σε περιεχόμενο και ύφος όσο και σε τίτλους και φωτογραφικό υλικό. Παράλληλα η ηλεκτρονική μορφή της είδησης είναι πληρέστερη και εμπλουτισμένη από πλειάδα σχετικών δικτυακών τόπων και σχετική αρθρογραφία.


Στην Ελλάδα το μοντέλο αυτό ακολουθήθηκε από το ειδησεογραφικό τμήμα του δικτυακού τόπου www.in. gr και, όπως αποδείχθηκε, το αποτέλεσμα ήταν επιτυχές. Η δημοσιογραφική ομάδα του news.in. gr εργάζεται αποκλειστικά στον ιντερνετικό τομέα και τα άτομα που την απαρτίζουν εξελίσσονται σε δημοσιογράφους τού αύριο ή αλλιώς «δημοσιογράφους-ορχήστρα». Αποκτούν ευρύτατη τεχνική κατάρτιση και γνώση της τεχνολογίας, προσόντα που δεν απαιτούνται σε κανένα από τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Κυρίως υιοθετούν μια «ιντερνετική κουλτούρα» που απορρίπτει τον λαϊκισμό, την αυτοπροβολή, την ευνοιοκρατία και άλλες παιδικές ασθένειες του παραδοσιακού δημοσιογραφικού χώρου.


Αυτή η «ιντερνετική κουλτούρα» ουσιαστικά είναι που επιβάλλει το ίδιο το Μέσο αλλά και οι άνθρωποι που το χρησιμοποιούν. Αργά ή γρήγορα ο ίδιος ο χώρος του Διαδικτύου αποβάλλει αυτούς που δεν σέβονται την αρχή αυτή και επιβραβεύει όσους την υιοθετούν.


Αυτό τώρα… Γιατί κανένας δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον της ιντερνετικής δημοσιογραφίας σε έναν κόσμο που αλλάζει τεχνολογικά με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Αυτό που είναι προβλέψιμο είναι ότι ο παραδοσιακός Τύπος φθίνει όλο και περισσότερο, χωρίς να μπορεί να πει κανείς με σιγουριά πού θα σταματήσει η καθοδική πορεία. Οι «New York Times» είχαν προβλέψει πάντως ότι το 2020 θα είναι το έτος θανάτου των εφημερίδων στην Αμερική, λόγω της θεαματικής ανάπτυξης των διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης. Οσο και αν φαίνεται υπερβολική αυτή η πρόβλεψη, οι πάντες τη λαμβάνουν υπόψη και κυρίως οι ίδιες οι εφημερίδες.


Οι περισσότερες ­ αν όχι όλες ­ αμερικανικές εφημερίδες σήμερα έχουν επενδύσει αρκετά εκατομμύρια δολάρια στην ανάπτυξη των διαδικτυακών τους υπηρεσιών, χωρίς να υπολογίζουν τις προειδοποιήσεις των παραδοσιακών περί μείωσης των πωλήσεων. Και αυτό γιατί αντιλαμβάνονται πως όταν έρθει η ώρα της κρίσεως θα επιβιώσουν όσοι είναι πανέτοιμοι. Αρκεί μια απλή ολιγόλεπτη επίσκεψη στους δικτυακούς τόπους των «New York Times», του «Washington Post» ή της «Wall Street Journal» για να διαβάσει κανείς όλη την ύλη των συγκεκριμένων εφημερίδων τη στιγμή που κυκλοφορούν στα κιόσκια των ΗΠΑ και να ενημερωθεί για τις τελευταίες εξελίξεις σε ειδήσεις που ακόμη δεν έχουν τυπωθεί στο χαρτί.


Στον Καναδά δύο τοπικής εμβέλειας εφημερίδες αποφάσισαν να διακόψουν την έντυπη έκδοσή τους και να στραφούν αποκλειστικά στην ηλεκτρονική. Σήμερα το γεγονός αυτό δεν προκαλεί μεγάλη έκπληξη, όπως πιθανότατα θα συνέβαινε πριν από πέντε χρόνια.


Στην Ελλάδα κάτι αρχίζει να κινείται στον χώρο. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τους 50 πρώτους σε επισκεψιμότητα δικτυακούς τόπους στη χώρα μας οι 15 είναι ειδησεογραφικοί και κατέχουν το 62% του συνόλου της κίνησης, ποσοστό που αντιπροσωπεύει περίπου 71 εκατομμύρια θεάσεις ιστοσελίδων μόνο τον περασμένο Σεπτέμβριο. Οι αριθμοί αυτοί είναι τουλάχιστον τριπλάσιοι από τους αντίστοιχους της περασμένης χρονιάς και το σίγουρο είναι ότι το 2001 θα υπερπολλαπλασιαστούν με ρυθμούς αντίστοιχους με αυτούς της διείσδυσης του Internet στη χώρα μας. Δεν έχουμε λοιπόν δίκιο να μιλάμε για επανάσταση στον χώρο της διαδικτυακής δημοσιογραφίας;


Ο κ. Ηλίας Βεργίτσης είναι αρχισυντάκτης στο ειδησεογραφικό τμήμα της δικτυακής πύλης in.gr

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version