Το εκτόπισμα ενός συγγραφέα στην εποχή του δύσκολα μπορεί να εκτιμηθεί καθώς οι ιστορίες λογοτεχνίας συγκρατούν προπαντός το έργο, και αυτό σταθμισμένο με μεταγενέστερα αισθητικά κριτήρια. Επιφανείς φυσιογνωμίες με κύρος και έντονη παρουσία στα κοινά άλλοτε συμβαίνει μόλις και να μνημονεύονται όταν η γραφή τους κρίνεται παρωχημένη. Αυτή μάλλον θα ήταν η περίπτωση και του Διονυσίου Ρώμα, αν δεν τύγχανε Ζακύνθιος. Η πεισματική θα λέγαμε προσήλωση των Επτανησίων και ιδιαίτερα των Ζακυνθίων στην πνευματική κληρονομιά τους διασώζει πολλές γηγενείς προσωπικότητες στις διαστάσεις που αυτές είχαν για τους συγκαιρινούς τους. Αν και εκ πρώτης όψεως τα κίνητρα των ζακύνθιων μελετητών φαίνονται στενά τοπικά, τελικά η συνεισφορά τους αποβαίνει πολύτιμη σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό επίπεδο.
Μετά τα τρία αφιερώματα στον Ρώμα του ζακυνθινού περιοδικού «Επτανησιακά Φύλλα», με τελευταίο το καλοκαίρι του 2001 για τα 20 χρόνια από τον θάνατό του, ένα βιβλίο αφιερωμένο αποκλειστικά στα θεατρικά έργα του που σήμερα πια δεν παρουσιάζονται δείχνει πιθανώς υπερβολικό. Οταν, λ.χ., στο πρόσφατο δίτομο έργο του Θ. Γραμματά Το ελληνικό θέατρο στον 20ό αιώνα (εκδόσεις Εξάντας) υπάρχουν ελάχιστες επί τροχάδην αναφορές στο θέατρο του Ρώμα ως παράδειγμα επαρχιακής ηθογραφίας. Και όμως το βιβλίο κατορθώνει να αναδείξει εκείνα τα χαρακτηριστικά που μια αθροιστική ιστορία αφανίζει· τον Ρώμα ως χαρισματική προσωπικότητα του Μεσοπολέμου και το θέατρό του ως ιδιάζουσα συνιστώσα της νεοελληνικής ηθογραφίας.
Ως γνωστόν ο Ρώμας ανέπτυξε πολύπλευρη θεατρική δραστηριότητα, από τη συγγραφή ραδιοφωνικών σκετς ως την εκπόνηση θεατρικών μεταφράσεων και κριτικών – για να μην αναφερθούμε στις ποικίλες διευθυντικές θέσεις που κατέλαβε. Ωστόσο η δραματουργική παραγωγή του περιορίζεται σε μόλις πέντε έργα, από τα οποία τα τέσσερα μόνο παραστάθηκαν: «Ζακυνθινή σερενάτα», «Τρεις κόσμοι», «Ζαμπελάκι» και «Ο Καζανόβας στην Κέρκυρα». Με αυτά τα τέσσερα έργα καταπιάνεται και ο Δ. Ν. Μουσμούτης στο βιβλίο του. Μετά την εισαγωγή σε αυτόνομα κεφάλαια, δίνεται το ιστορικό συγγραφής του κάθε έργου, αναπτύσσεται η υπόθεση με ενδελεχείς υποσελίδιες σημειώσεις (που συχνά απλώνονται σε ολοσέλιδα σχόλια) για τα υπαρκτά πρόσωπα και τα πραγματικά συμβάντα που ενέπνευσαν τον συγγραφέα και στη συνέχεια παρατίθενται ως δείγμα γραφής ορισμένες επίλεκτες σκηνές του έργου. Μέσα από αυτά τα δεδομένα προβάλλει ο δραματουργός Ρώμας ζηλωτής της επτανησιακής παράδοσης και ιστορίας, κυρίως νοσταλγός των περασμένων τρόπων διαβίωσης, που ζητεί να αποδώσει το κλίμα του τόπου σε παλαιότερους καιρούς και να σκιαγραφήσει ορισμένους χαρακτηριστικούς τύπους που άφησαν εποχή. Καλός γνώστης της ξένης δραματουργίας, επιδιώκει να την παντρέψει με το ζακυνθινό θέατρο, από το λαϊκό και τον «Χάση» του Δημητρίου Γουζέλη ως τη δραματουργία του Αντώνη Μάτεση ή και του Ξενόπουλου.
Ωστόσο ο μελετητής γνωρίζει ότι σημαντικότερα από τα ίδια τα θεατρικά έργα στάθηκε το ανέβασμά τους, γι’ αυτό και αναφέρεται διεξοδικά σε όλες τις παραστάσεις των έργων καταγράφοντας τους συντελεστές και παραθέτοντας πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Αν οι παραστάσεις των έργων του Ρώμα καταγράφηκαν ως θεατρικές επιτυχίες, αυτό οφείλεται ως ένα βαθμό και στα μεγάλα αναστήματα της υποκριτικής που υποδύθηκαν ορισμένους ρόλους. Κατ’ αρχήν και τα τέσσερα έργα πρωτοανεβάστηκαν στο Βασιλικό, κατόπιν Εθνικό, Θέατρο, όπου και γνώρισαν τις αρτιότερες παραστάσεις τους. Τη λαμπρότερη πορεία είχε το πρώτο έργο, η «Ζακυνθινή σερενάτα», και ας είναι γραμμένο σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο. Το πρώτο ανέβασμα στις 13 Απριλίου 1938 ήταν και η πρώτη σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη, σε απευθείας ανάθεση από τον διευθυντή τότε του Βασιλικού Κωστή Μπαστιά, ενώ η διανομή φαίνεται καταπληκτική: Παξινού, Μανωλίδου, Μιράντα Μυράτ, Νίκος Δενδραμής, Μήτσος Μυράτ κ.ά. Εν μέσω αυτών και η Ελένη Παπαδάκη στον «ρολάκο» μιας ιταλίδας πριμαντόνας, που ως φαίνεται έκλεψε την παράσταση: «Το προσωπικό χειροκρότημα που αποσπούσε… τράνταζε κυριολεκτικά τη σάλα…». Αντίστοιχα στο δεύτερο έργο, «Τρεις κόσμοι», που πρωτοπαραστάθηκε στις 9 Μαΐου 1951, με μια πλειάδα καλών ηθοποιών (Γιώργος Παππάς, Κατσέλη, Γιώργος Γληνός, Καλλέργης, Διαμαντίδου κ.ά.), στην ιστορία του θεάτρου έμεινε η ερμηνεία του παπα-Κουτούζη από τον Αιμίλιο Βεάκη, που στάθηκε και ο τελευταίος ρόλος του.
Τέλος, συμβάλλοντας ο Δ. Ν. Μουσμούτης σε μια ιστορία της κριτικής που θα αργήσει πολύ να γραφεί, παραθέτει το πανόραμα της κριτικής υποδοχής των έργων· αυτούσια τα κείμενα με τους επαίνους και τις ενστάσεις τους, όπου διακρίνεται η ευθυκρισία ή και η εμπάθεια ενός κριτικού, στοιχειοθετώντας τη συμβολή του. Παρ’ όλο που οι κριτικοί στον καιρό τους απολαμβάνουν ένα κάποιο κύρος, τελικά απομένουν στα ψιλά της ιστορίας και αν. Γι’ αυτό και μακάρι να είχαμε παρόμοιες αποδελτιώσεις του Τύπου και για τα πεζογραφικά έργα.
