Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ σπανίως έδινε συνεντεύξεις και, όταν κάτι τέτοιο γινόταν, το μόνο που προκαλούσε ήταν ερωτήματα. Το δήλωσε άλλωστε ο ίδιος το 1987, όταν ο δημοσιογράφος που του πήρε συνέντευξη για το περιοδικό «Rolling Stone» του είπε ότι, ενώ δημιουργεί έντονα συναισθήματα ως καλλιτέχνης, δεν δίνει εύκολες απαντήσεις ως άνθρωπος. «Είναι γιατί δεν έχω εύκολες απαντήσεις…» του απάντησε ο σκηνοθέτης. Και είχε δίκιο.
Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς από καταβολής κινηματογράφου και ο μοναδικός στην ιστορία του σινεμά του οποίου η ζωή από ένα σημείο και μετά είχε συνδεθεί τόσο πολύ με τόσα αναπάντητα ερωτήματα. Ποιος είναι, γιατί δεν μιλάει ποτέ στον Τύπο, για ποιο λόγο δουλεύει με τόση μυστικότητα, γιατί οι ταινίες του αργούν να ολοκληρωθούν, γιατί δεν βγαίνει ποτέ από το σπίτι του στην Αγγλία; Ποια ήταν όμως η αλήθεια; Μια προσπάθεια σύνοψης της αλήθειας σε ένα μικρό βιογραφικό σημείωμα μας φέρνει μπροστά στα κάτωθι: Γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1928 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης. Ο πατέρας του, φυσικός στο επάγγελμα, τον μύησε στο σκάκι και στη φωτογραφία. Ξεκίνησε ως φωτογράφος του περιοδικού «Look», ενώ πώλησε την πρώτη του φωτογραφία ενώ ήταν ακόμη μαθητής. Ηταν φιλόζωος, με ιδιαίτερη αδυναμία στις γάτες. Η τελευταία φορά που αναγκάστηκε να δώσει λόγο σε «ανώτερό» του ήταν στον «Σπάρτακο», όπου καθήκοντα παραγωγού εκτελούσε ο Κερκ Ντάγκλας. Αυτή υπήρξε η τελευταία εμπειρία του στο Χόλιγουντ. Το 1961 πήγε στην Αγγλία για να γυρίσει τη «Λολίτα» του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ και δεν επέστρεψε ποτέ στην πατρίδα του. Ηταν ο μοναδικός σκηνοθέτης με τον οποίο η εταιρεία του, η Warner Bros, συνεργαζόταν «εν λευκώ» επί χρόνια. Είχε κάθε δικαίωμα σε ό,τι αφορούσε τις ταινίες του. Από το 1970, διά αποκλειστικού συμβολαίου, η Warner τον πλήρωνε απλώς για να σκέφτεται ή να… υπάρχει, πάντως όχι απαραιτήτως για να δημιουργεί. Ηλεγχε καρέ καρέ κάθε κόπια των ταινιών του πριν από τη διανομή στις αίθουσες. Απεχθανόταν τόσο πολύ την πρώτη του ταινία «Fear and desire» (1953) ώστε είχε αποφασίσει να αγοράσει όλες τις κόπιες της για να μην τη δει κανένας. Από το 1979 ζούσε σε έναν πύργο στο Σεντ Ολμπανς, κοντά στα στούντιο Ελστρι. Σπανίως έβγαινε έξω. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Η τελευταία γυναίκα του, η γερμανικής καταγωγής Κριστιάν, είναι ζωγράφος και καθηγήτρια εικαστικών τεχνών. Ηταν το κορίτσι που τραγουδά στον επίλογο των «Σταυρών στο μέτωπο». Απέκτησε τρεις κόρες. Του άρεσε το αμερικανικό ποδόσφαιρο και έβλεπε συχνά αγώνες του σε βιντεοκασέτες που του έστελναν από την Αμερική.
Απέκτησε τον «τίτλο» του περφεξιονιστή, κάτι που μαρτυρούν ακόμη και ηθοποιοί που έχουν δουλέψει κοντά του. Η ηθοποιός Σέλεϊ Ντιβάλ έπαθε νευρικό κλονισμό μετά τα γυρίσματα της «Λάμψης». Οταν στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» ο κεντρικός ήρωας (Μάλκολμ Μακ Ντάουελ) πέφτει από ένα κτίριο με σκοπό να αυτοκτονήσει, ο θεατής βλέπει ό,τι και ο ήρωας κατά τη διάρκεια της πτώσης. Αυτό επιτεύχθηκε με το πέταγμα της κάμερας από το σημείο πτώσης του ηθοποιού. Ο Κιούμπρικ, για να μείνει ικανοποιημένος από το υλικό, αναγκάστηκε να πετάξει τη μηχανή εννέα φορές (την τελευταία φορά ο φακός έσπασε).
Ο ίδιος όμως αρνιόταν τον χαρακτηρισμό «περφεξιονιστής», λέγοντας ότι περιμένει απλώς από τους ηθοποιούς να κάνουν πολύ σωστά τη δουλειά τους. Αρνιόταν άλλωστε πολλές ακόμη φήμες γι’ αυτόν. Οτι φοβάται την ταχύτητα στον δρόμο ενώ ήταν ο ίδιος πιλότος, ότι γυρίζει κάθε σκηνή περίπου 100 φορές ώσπου να καταλήξει, ότι αναγκάζει τον σοφέρ του να οδηγεί με λιγότερο από 50 χιλιόμετρα την ώρα, ότι φορά κράνος μέσα στο αυτοκίνητο, ότι οι τοίχοι του σπιτιού του καλύπτονται από δεκάδες μηχανήματα και κομπιούτερ σαν εκείνα του διαστημόπλοιου στο «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» και ότι μισθώνει ελικόπτερο για να ποτίζει τον κήπο του.
Αν και κανένας δεν αμφισβήτησε τη μαεστρία του, ο Κιούμπρικ συχνά κατηγορήθηκε ως ψυχρός και μισάνθρωπος από την κριτική. Η καταγραφή του παραλογισμού της βίας στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» (1971) προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην εποχή της ταινίας, γεγονός που ανάγκασε τον Κιούμπρικ να αποσύρει την ταινία από κάθε αίθουσα της Αγγλίας, χώρα στην οποία ποτέ δεν προβλήθηκε ξανά – λέγεται ότι άγνωστος τον απείλησε τηλεφωνικώς, λέγοντάς του ότι, αν συνεχιστεί η προβολή της ταινίας, η οικογένεια του Κιούμπρικ θα πάθει όσα έπαθε στην ταινία η οικογένεια των θυμάτων από τον Μάλκολμ Μακ Ντάουελ και την παρέα του. Οι ταινίες του δεν είχαν πάντα εισπρακτική επιτυχία. Μερικές από αυτές όμως αποτελούν από μόνες τους κεφάλαια στην ιστορία του κινηματογράφου. Σημαντικότερη όλων παραμένει η ταινία «2001: Η οδύσσεια του Διαστήματος» (1968), η οποία έθεσε νέους κανόνες στο είδος της επιστημονικής φαντασίας.
Κατά τραγική ειρωνεία, η καριέρα αλλά και η ζωή του έκλεισαν με τα «Μάτια ερμητικά κλειστά», ένα ερωτικό δράμα με τον Τομ Κρουζ και τη Νικόλ Κίντμαν – οι ημέρες γυρισμάτων ξεπέρασαν τις 450. Ο Κιούμπρικ, ο οποίος ενδιαφερόταν πάντα για την απήχηση των ταινιών του, δεν έμαθε ποτέ ότι το τελευταίο αριστούργημά του δίχασε όσο καμιά άλλη ταινία του το κοινό. Πέθανε λίγες ημέρες αφότου είχε παραδώσει την ταινία στη Warner.
