Ο σκηνοθέτης Τσαρλς Λότον

ταινία Ο σκηνοθέτης Τσαρλς Λότον Μετά από σαράντα τρία χρόνια επαναπροβάλλεται «Η νύχτα του κυνηγού» ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ Επτά χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Τσαρλς Λότον, μετά από παροτρύνσεις του παραγωγού του Πολ Γκρέγκορι, αποφασίζει να σκηνοθετήσει για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή του μια «μοιραία» ταινία. Είναι «Η νύχτα του κυνηγού» («The night of the hunter»,

Ο σκηνοθέτης Τσαρλς Λότον


Επτά χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Τσαρλς Λότον, μετά από παροτρύνσεις του παραγωγού του Πολ Γκρέγκορι, αποφασίζει να σκηνοθετήσει για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή του μια «μοιραία» ταινία. Είναι «Η νύχτα του κυνηγού» («The night of the hunter», 1955) που προκαλεί αμηχανία στους κριτικούς, δεν κόβει εισιτήρια στα στα ταμεία και τελικά εξαφανίζεται. Μετά από σαράντα τρία χρόνια η ταινία επανεμφανίζεται στο αθηναϊκό κοινό με φρέσκια κόπια. Ηδη όμως προ πολλού η αξία της αναγνωρίστηκε. Μοιάζει με κατάρα: σχεδόν πάντα τα έργα μεγάλων καλλιτεχνών επανεκτιμώνται μετά τον θάνατο των δημιουργών τους.


Το 1954 ο σεναριογράφος της «Βασίλισσας της Αφρικής» Τζέιμς Αγκί έχει τελειώσει το γράψιμο ενός σεναρίου που βασίζεται σε μυθιστόρημα του David Crubb και ο παραγωγός Πολ Γκρέγκορι προσπαθεί να πείσει τον «φίλο» του Τσαρλς Λότον (που στη συνέχεια, αφού τον «ξεζούμισε», τον εγκατέλειψε) να το σκηνοθετήσει. Εκείνος διστάζει. Ηδη έχει αποσυρθεί από την κινηματογραφική περιπέτειά του και έχει αφοσιωθεί στο θέατρο, ανακαλύπτοντας μάλιστα νέους ταλαντούχους ηθοποιούς όπως η Βανέσα Ρέντργρεϊβ, ο Αλμπερτ Φίνεϊ και ο Ιαν Χολμ. Στο τέλος όμως πείθεται ­ εξαιτίας της «νοσηρής» ίντριγκας και του ύφους αυτού του… παραμυθιού. Ενας ιεροκήρυκας, ο Χάρι Πάουελ, περιφέρεται από κωμόπολη σε κωμόπολη την εποχή του αμερικανικού οικονομικού κραχ και μαχαιρώνει «ματσωμένες», αφελείς χήρες. Τυχαία συλλαμβάνεται για την κλοπή ενός αυτοκινήτου και στη φυλακή γνωρίζεται με έναν κρατούμενο που έχει κλείσει ραντεβού με την αγχόνη. Στην απελπισία του ο φτωχός μελλοθάνατος λήστεψε από μια τράπεζα 10.000 δολάρια, σκότωσε δύο ανθρώπους, πρόφτασε να πάει σπίτι του και προτού συλληφθεί έκρυψε τη λεία σε κάποιο μέρος που μόνο τα δύο παιδιά του ξέρουν.


Ο Κυανοπώγων – ιεροκήρυκας, κάτοχος του φοβερού αυτού μυστικού, καταφθάνει στο σπίτι των παιδιών, παγιδεύει τη χήρα, ξεγελάει τους θρησκόληπτους, ευυπόληπτους νοικοκυραίους του «χωριού» και εφορμά επί των παιδιών. Στα δάχτυλα των δυο χεριών του επίγειου αυτού Σατανά είναι γραμμένες δύο λέξεις. Στο αριστερό χέρι «Μίσος» και στο δεξί «Αγάπη». Η αιώνια πάλη του Καλού και του Κακού. Ο Λότον όμως «παίζει» με τις μεταμφιέσεις των δύο αυτών δυνάμεων. Η πλειονότητα του «ποιμνίου» της Εκκλησίας αποτελείται από αφελείς θρησκόληπτους που ακολουθούν τα ράσα και όχι τον αληθινό παπά. Ο νόμος είναι απών, οι γυναίκες είναι «ανόητες» και το βασικό πρόβλημα του ψευτο-ιεροκήρυκα είναι το βαθύτερο μίσος που τρέφει για τις γυναίκες. Τις θεωρεί ζωντανή ενσάρκωση του Διαβόλου. Ολες, μα όλες είναι… πόρνες.



Ο Λότον δεν παίζει σε αυτή την ταινία και γι’ αυτό λέγεται ότι η εξαιρετική αυτοσαρκαστική ερμηνεία του… Σατανά Ρόμπερτ Μϊτσαμ οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην καθοδήγηση του σκηνοθέτη. Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να αποσπάσει από τον «μονοκόμματο» Μίτσαμ μια πολυεπίπεδη ερμηνεία, αντάξια ενός… Λότον!


Λίγο πριν από τον πόλεμο το «National Board of Review» γράφει ότι «ο Τσαρλς Λότον είναι ο μοναδικός ολοκληρωτικός ηθοποιός της εποχής μας» και ότι «ουδείς άλλος τον πλησιάζει σε κοντινή απόσταση»! Αν και μεγάλωσε μέσα σε οικογένεια ξενοδόχων της περιοχής του Γιορκσάιρ, ακολουθεί θίασο ερασιτεχνών και στη συνέχεια γράφεται στη θρυλική Rada. Προτού κλείσει τα τριάντα (γεννήθηκε το 1899), είναι καθιερωμένος στο θέατρο, κάνει τις πρώτες του ταινίες και παντρεύεται την ηθοποιό Ελσα Λάντσεστερ η οποία για το μόνο πράγμα που έγινε γνωστή είναι για το βιβλίο της «Ο Τσαρλς Λότον και εγώ» (ο συγγραφέας Ντέιβιντ Σίπμαν, βιογράφος σταρ του κινηματογράφου, βεβαιώνει ότι ο Λότον παντρεύτηκε αν και ήταν ομοφυλόφιλος).


Μέσα σε διάστημα δέκα χρόνων, στη δεκαετία του ’30, ο ευτραφής Αγγλος σαρώνει όλους τους «αντιπάλους» του. Η γκάμα των ρόλων που παίζει είναι… απεριόριστη: Νέρων, ΚΟυασιμόδος, Ηρακλής Πουαρό, Κλαύδιος, κάπτερ Μπλάιθ,(«Ανταρσία στο Μπάουντι»), Ερρίκος Η’ (κερδίζει Οσκαρ). Αν δεν του άρεσε ο ρόλος, τον «μασούσε σαν μαστίχα» και τον «έφτυνε», χωρίς να νοιάζεται για τον σκηνοθέτη. Η σατανική συμπεριφορά του προκαλεί τα νεύρα των παραγωγών, αλλά το κοινό «ψηφίζει» Λότον. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ταινίες της μισής 30χρονης καριέρας του βρέθηκαν στη λίστα του Top 10. Στη δεκαετία του ’50 ο «Αμερικανός» Λότον (έχει ήδη πάρει την υπηκοότητα) επιστρέφει στα πάτρια εδάφη και ασχολείται κυρίως με το θέατρο. Το Χόλιγουντ τον… ξεχνάει, αλλά εκείνος εξακολουθεί να διαπρέπει. Το 1960 παίζει στον αριστουργηματικό «Σπάρτακο» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και το 1962, τη χρονιά του τέλους, για τελευταία φορά εμφανίζεται στο φιλμ του Οτο Πρέμινγκερ «Θύελλα στην Ουάσιγκτον» («Advise and consent») παίζοντας τον ρόλο ενός γελοίου γερουσιαστή του Νότου. Κερδίζει μόνο 100.000 δολάρια για αμοιβή, οι κριτικοί τον υμνούν, αλλά στην απονομή των Οσκαρ δεν αναφέρουν καν το όνομά του. Αλλά εκείνος δεν τους… άκουσε γιατί ήδη ήταν μακριά από το… αγριεμένο πλήθος


* «Η νύχτα του κυνηγού» θα προβάλλεται από την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου σε αθηναϊκές αίθουσες.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version