ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΦΑΡΑΚΟΣ

Ο πρώην Γενικός Γραμματέας δίνει τη δική του εκδοχή για τα αίτια του «εμφυλίου της Αριστεράς» ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΦΑΡΑΚΟΣ Ετσι έγινε η διάσπαση του ΚΚΕ Οι συσχετισμοί, τα πρόσωπα, οι συγκρούσεις και τα γεγονότα Κ. ΤΣΑΟΥΣΗΣ Τριάντα χρόνια μετά... Οι πρωταγωνιστές της διάσπασης του ΚΚΕ έχουν αρχίσει ο ένας μετά τον άλλο να αποσύρονται διακριτικά από την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας αλλά και από τα ίδια

Ετσι έγινε η διάσπαση του ΚΚΕ


Τριάντα χρόνια μετά… Οι πρωταγωνιστές της διάσπασης του ΚΚΕ έχουν αρχίσει ο ένας μετά τον άλλο να αποσύρονται διακριτικά από την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας αλλά και από τα ίδια τα κόμματά τους. Η «12η Ολομέλεια» είναι πια μια… μακρινή ιστορία για τους περισσότερους και κυρίως τους νεότερους πολίτες. Δεν παύει πάντως για ορισμένους να θεωρείται στον χώρο της ελληνικής Αριστεράς ένα γεγονός ανάλογο με εκείνο του Σχίσματος της Ορθόδοξης από την Καθολική Εκκλησία, στην περίφημη Σύνοδο της Φεράρα. Αλλωστε περί σχίσματος επρόκειτο για όλους όσοι, εντός των κομματικών τειχών, βίωσαν το γεγονός.


Τριάντα χρόνια μετά… Ενας από τους πρωταγωνιστές της διάσπασης, ο Γρήγορης Φαράκος ­ τότε τακτικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ ­ δίνει τη δική του εκδοχή για όλα όσα συνέβησαν εκείνες τις δέκα δραματικές ημέρες της 12ης Ολομέλειας στους λόφους της ουγγρικής πρωτεύουσας. Για όλα όσα προηγήθηκαν στον στενό πυρήνα της εξόριστης κομματικής ηγεσίας στο Βουκουρέστι και για όλα όσα καθόρισαν την πορεία της ελληνικής Αριστεράς τις επόμενες τρεις δεκαετίες.


«Η ιδεολογικοποίηση των διαφορών», λέει ο πρώην γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, «ήρθε εκ των υστέρων» και επισημαίνει ότι «η παρέμβαση των μηχανισμών του Ρουμανικού ΚΚ και του ΚΚΣΕ και η μεταξύ τους διαπάλη έπαιξαν κρίσιμο και αποφασιστικό ρόλο (…) και στην πορεία των εργασιών της 12ης Ολομέλειας».


Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ Φαράκος μετά από τριάντα χρόνια φέρνει ξανά στη μνήμη του τις σκηνές που εκτυλίχθηκαν κατά τη διάρκεια της «12ης Ολομέλειας».


«Η 12η Ολομέλεια», θυμάται,«έγινε στη Βουδαπέστη, στην περιοχή της Βούδας. Σε μεγάλο κομματικό οίκημα, που χρησιμοποιούνταν για ανάπαυση – περισυλλογή των στελεχών. Το οίκημα ήταν περιφραγμένο, μέσα σε ένα μεγάλο κήπο, με δενδροστοιχίες κλπ. Διέθετε αίθουσες ύπνου, δωμάτια συνάντησης – αναγνωστήρια, τραπεζαρία (το φαγητό παρασκευαζόταν εντός), σαλόνια και, φυσικά, αίθουσα συνεδριάσεων. Οι καθεαυτό εργασίες της Ολομέλειας κράτησαν 10 ημέρες (5 μέχρι 15 Φεβρουαρίου 1968). Πρέπει να υπολογισθεί ότι επί μία εβδομάδα πριν από την έναρξη κατέφθαναν, κατά ομάδες, όσοι πήραν μέρος και ότι δυο – τρεις ημέρες, μετά τη λήξη των εργασιών, διήρκεσε η αναχώρηση των συμμετασχόντων.


* Η επίμαχη απαρτία


Με πρόταση του Πολιτικού Γραφείου η 12η Ολομέλεια διεξήχθη ως «ευρεία». Πήραν δηλαδή μέρος, εκτός από τους συνήθως συμμετέχοντες ­ τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής καθώς και τα μέλη της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής (ΚΕΕ) ­, και «42 στελέχη που είχαν αναδειχθεί στις καθοδηγήσεις των οργανώσεων του ΚΚΕ στις σοσιαλιστικές χώρες, από τις οργανώσεις της Δυτικής Ευρώπης και των ναυτεργατών και στελέχη που δουλεύουν στο μηχανισμό της ΚΕ». Αυτοί είχαν δικαίωμα λόγου, όχι ψήφου. Ετσι, καταγράφονται στην αρχή της συνεδρίασης: 20 τακτικά μέλη, 14 αναπληρωματικά, τρία της ΚΕΕ και τα 42 στελέχη από τις οργανώσεις. Παρακολουθούν επίσης τις εργασίες, ως πρακτικογράφοι, άλλα δύο στελέχη».


Η «αριθμολογία» γύρω από το περίφημο θέμα της απαρτίας ­ προκειμένου να υπάρξει πλειοψηφία μεταξύ των μελών της ΚΕ για να περάσουν οι διαγραφές και οι καθαιρέσεις των διαφωνούντων ­ έπαιρνε και έδινε τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ο Γρήγορης Φαράκος δίνει τη δική του εκδοχή:


«Σύμφωνα με το καταστατικό και την καθιερωμένη κομματική διαδικασία, αποφασιστική είναι η ψήφος των τακτικών μελών. Ψηφίζουν επίσης τα αναπληρωματικά μέλη και τα μέλη της ΚΕΕ, αλλά η ψήφος τους έχει χαρακτήρα συμβουλευτικό. Επομένως, η απαρτία υπολογίζεται από τη συμμετοχή των τακτικών μελών, εκείνων που είναι δυνατό να συμμετέχουν, χωρίς, δηλαδή, να υπολογίζονται όσα μέλη βρίσκονται σε φυλακές ή εξορίες. Στις μετά το 8ο Συνέδριο ολομέλειες η απαρτία εξασφαλιζόταν με τη συμμετοχή των 21 μελών από το εξωτερικό (γιατί από τα άλλα 23 του εσωτερικού τα πέντε ήσαν στη φυλακή). Μετά τις προσλήψεις όμως που έγιναν στην 8η Ολομέλεια και την αποφυλάκιση μελών της ΚΕ τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ετσι, στην 9η Ολομέλεια τέθηκε το πρόβλημα και αποφασίστηκε να συζητηθεί στην επόμενη ολομέλεια. Στη 10η Ολομέλεια (Δεκέμβρης 1966 ­ Γενάρης 1967) το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με τη συμμετοχή μελών από το εσωτερικό. Η δικτατορία «έλυσε» το πρόβλημα με τις νέες συλλήψεις μελών της ΚΕ. Ωστόσο στην 11η Ολομέλεια, που έγινε αμέσως μετά τη δικτατορία, τον Ιούνη του 1967, αποφασίστηκε να γίνει αφού κάποια μέλη της ΚΕ έρθουν από το εσωτερικό.


Στην έναρξη των εργασιών της 12ης Ολομέλειας, μετά τη «μάχη θέσεων» γύρω από την εκλογή του Προεδρείου, μπήκε το ζήτημα του ερχομού μελών από το εσωτερικό και αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός περί τον Κολιγιάννη ότι αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει. Δεν τέθηκε όμως ανοικτά, από την αρχή, θέμα απαρτίας. Αλλωστε, τυπικά, υπήρχε στην αρχή απαρτία, αφού από τα 29 τακτικά, που ήσαν ελεύθερα, συμμετείχαν 20. Στην πορεία, όταν αποχώρησαν όσοι διαφώνησαν, δεν υπήρχε ούτε τυπικά απαρτία (από τους 29, συμμετείχαν 13 και ο ένας, μάλιστα, απ’ αυτούς κατεψήφιζε).


Το μέλος της ΚΕ που παρ’ ότι συμμετείχε καταψήφισε τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας δεν ήταν άλλος από τον Πέτρο Ρούσο, ένα από τα πιο ιστορικά στελέχη του ΚΚΕ.


Στην πλευρά των μελών της Κεντρικής Επιτροπής που ψήφισαν τις αποφάσεις βρέθηκαν, εκτός από τον τότε γραμματέα του κόμματος Κώστα Κολιγιάννη, οι: Πολυχρόνης Βάης, Κώστας Γάτζιος, Απόστολος Γκρόζος, Νίκος Καλούδης, Μήτσος Κωτούζας, Παναγιώτης Μαυρομάτης, Λεωνίδας Στρίγκος, Γεράσιμος Στεφανάτος, Κώστας Τσολάκης, Παναγιώτης Υφαντής και Γρηγόρης Φαράκος. Στην αντίπερα όχθη στάθηκαν, εκτός από τον Πέτρο Ρούσο, οι: Δημήτρης Βατουσιανός, Πάνος Δημητρίου, Βασίλης Ζάχος, Ζήσης Ζωγράφος, Σταύρος Καράς, Θάνασης Καρτσούνης, Δημήτρης Παρτσαλίδης και Λεωνίδας Τζεφρώνης.


Με τους «12» της αμφιλεγόμενης πλειοψηφίας συντάχθηκαν και επτά από τα αναπληρωματικά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής που είχαν συμβουλευτική ψήφο, ενώ με τους διαφωνούντες «πέρασαν» επίσης επτά αναπληρωματικά μέλη της ΚΕ καθώς και τα τρία μέλη της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής».


* Ο ρόλος των «αδελφών» κομμάτων


«Η πλειοψηφία των «12», στην τελική φάση των εργασιών της 12ης Ολομέλειας, προχωρεί και σε οργανωτικά μέτρα που ενισχύουν τη θέση της. Ετσι τρεις από τα νομιμόφρονα προς την ηγεσία αναπληρωματικά μέλη της ΚΕ γίνονται τακτικά, οι: Στάθης Καραγιώργης, Ευριπίδης Παπαζαχαρίου και Χρήστος Νικολάου, ενώ άλλα τρία στελέχη του ΚΚΕ προσλαμβάνονται αυτομάτως ­ «κοπτάτσια» το έλεγαν τότε ­ ως τακτικά μέλη της ΚΕ, οι: Μανόλης Πυθαρούλης, Στρατής Τσαμπής και Βασίλης Βενετσανόπουλος. Επιπλέον προσλαμβάνονται εφτά νέα αναπληρωματικά μέλη, οι: Γιάννης Ράφτης, Θανάσης Χατζάρας, Αντώνης Καλαμπόγιας, Θράσος Σαρρής, Αλέκος Λιακόπουλος, Γιώργος Κυριαζής και Τάκης Μαμάτσης.


Οι συσχετισμοί έχουν πλέον αλλάξει άρδην και η διάσπαση είναι μια απτή πραγματικότητα που περνάει σχεδόν αμέσως στα μέλη της ΚΕ που βρίσκονται στην Ελλάδα και δεν έχουν συλληφθεί από τη χούντα. Η μεγάλη πλειονότητά τους περνά με την πλευρά των διαφωνούντων, όπως ο Μπάμπης Δρακόπουλος, ο Αντώνης Μπριλλάκης, ο Τάκης Μπενάς, ο Νίκος Καράς, ο Φώκος Βέττας και η Καίτη Ζεύγου, ενώ με τη 12η Ολομέλεια συντάσσονται τα λιγότερα μέλη της ΚΕ, όπως η Λούλα Λογαρά. Από τους «καταλόγους» των «υπερασπιστών» και των «διαφωνούντων» απουσιάζουν τα ονόματα των μετέπειτα πρωταγωνιστών όπως του Χαρίλαου Φλωράκη ή του Λεωνίδα Κύρκου. Ο λόγος είναι απλός: και οι δύο βρίσκονταν εκείνη την ώρα κρατούμενοι στις φυλακές. Ανεξαρτήτως αυτού του γεγονότος και οι δύο από την πρώτη ώρα της διάσπασης πήραν θέση και διάλεξαν πλευρά. Η ιστορία όμως δεν κρίθηκε στον συσχετισμό και στην κατανομή των ηγετικών ή των υψηλόβαθμων στελεχών αλλά στο επίπεδο των μεσαίων στελεχών, των απλών μελών και των οπαδών του ΚΚΕ».


Ο Γρηγόρης Φαράκος ξαναγυρίζει τη σκέψη του στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και δίνει τη δική του εκδοχή για την προϊστορία της διάσπασης:


«Διαφοροποιήσεις στους κόλπους της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ είχαν παρατηρηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και, στην πορεία, αυτές διευρύνονταν και βάθαιναν. Ησαν αποτέλεσμα των μεγάλων αλλαγών που σημειώνονταν στον κόσμο, των συζητήσεων που γίνονταν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, των αλλαγών που είχαν επέλθει στην εσωτερική πολιτική κατάσταση. Αναφέρονταν, στην αρχή, σε ζητήματα τακτικής στη δράση του ΚΚΕ: στάση του ως προς την «Ενωση Κέντρου», χαρακτήρας κινητοποιήσεων (όπως στην κηδεία Γρηγόρη Λαμπράκη) κλπ. Επεκτάθηκαν, σε συνέχεια, πιο οξυμένες, στα οργανωτικά ζητήματα: μεταφορά κέντρου βάρους καθοδήγησης στο εσωτερικό, πάλη για νομιμοποίηση του ΚΚΕ, χαρακτήρας της ΕΔΑ, δημιουργία νέου κόμματος, διάλυση παράνομων κομματικών οργανώσεων κλπ. Επαιρναν, τελικά, όλα αυτά και γενικότερο ιδεολογικό χρώμα, διευρυνόμενα και προς θέματα πολιτιστικά ή στάσης απέναντι στην ΕΣΣΔ και την κρατική εξωτερική της πολιτική (εξέγερση στην Ουγγαρία, στην Πολωνία, γεγονότα στην Τσεχοσλοβακία) ή αναφοράς στο μαρξισμό – λενινισμό (μεταρρυθμίσεις, επανάσταση, δικτατορία του προλεταριάτου) και το διεθνισμό κλπ.


Παρ’ ολ’ αυτά, η συνειδητοποίηση του τέτοιου χαρακτήρα των διαφοροποιήσεων γινόταν από λίγα μόνον ­ κι αυτό σταδιακά και όχι σε όλα τα θέματα ­ στελέχη. Ενδιαφέρον έχει ότι οι διαφοροποιήσεις εκφράστηκαν, πρώτα και κατά κύριο λόγο, από στελέχη του εξωτερικού. Καθυστερημένα αυτές, αν και στο βαθμό που υπήρχαν, διατυπώθηκαν από στελέχη του εσωτερικού, κυρίως, νομίζω, από δισταγμό, για να μην κατηγορηθούν ότι στρέφονται κατά της ηγεσίας του ΚΚΕ στο εξωτερικό».


* Τα προεόρτια της σύγκρουσης


«Η μεγάλη μάζα μελών και στελεχών που διαφοροποιούνταν επηρεαζόταν από τη δράση των μηχανισμών των «αδελφών» κομμάτων, κυρίως του Ρουμανικού ΚΚ και του ΚΚΣΕ (πολύ χαρακτηριστικές, απ’ αυτή την άποψη, είναι οι περιπτώσεις των γεγονότων στην Τασκένδη, 1955-56, και κάποιες καταστάσεις διώξεων στελεχών στη Ρουμανία).


Η παρέμβαση των μηχανισμών του Ρουμανικού ΚΚ και του ΚΚΣΕ και της μεταξύ τους διαπάλης έπαιξε κρίσιμο και αποφασιστικό ρόλο ­ χωρίς μάλιστα τα περισσότερα στελέχη που πρωτοστατούσαν και στις περισσότερες περιπτώσεις να το συνειδητοποιούν ­ και στην πορεία των εργασιών της 12ης Ολομέλειας και, βέβαια, και κατοπινά. Σε μεγάλο βαθμό, επομένως, και για τους περισσότερους, η ιδεολογικοποίηση των διαφορών ήρθε εκ των υστέρων. Αλλωστε αυτό μας έχει συμβεί συχνά στο κομμουνιστικό κίνημα, και όχι μόνον εξαιτίας της παρέμβασης των μηχανισμών. Συμβαίνει και σήμερα στο αριστερό κίνημα, ακόμα και σε θέματα μελέτης της ιστορίας του».


«Τα περισσότερα ηγετικά στελέχη στην Ελλάδα γνώριζαν, σε μεγάλο βαθμό, τις διεργασίες αυτές, που είχαν ξεκινήσει πριν μερικά χρόνια. Πολλοί που, για κάποιο δικό τους λόγο ή με υπόδειξη της ηγεσίας, ταξίδευαν στο εξωτερικό συναντιόνταν με μέλη ή εκπροσώπους του Πολιτικού Γραφείου και ενημερώνονταν για όλες ή τις περισσότερες από τις εξελίξεις που συντελούνταν στους κόλπους της ηγεσίας. Οι διαφορές απόψεων, μάλιστα, είχαν μεταφερθεί και στο εσωτερικό και συζητηθεί στα πλαίσια των εκεί μελών της. Πέρα από αυτό, στη 10η Ολομέλεια (Δεκέμβρης 1966 ­ Γενάρης 1967), όπου η όξυνση των διαφορών έφθασε σε ακραίο σημείο και προτάθηκαν διαγραφές, οι οποίες μόλις την τελευταία στιγμή αποφεύχθηκαν, συμμετείχαν και μερικά μέλη της ΚΕ από την Ελλάδα. Και η όλη κατάσταση που διαμορφώθηκε στη 10η Ολομέλεια και οι εξελίξεις σ’ αυτήν, οι αποφάσεις της συζητήθηκαν, κατοπινά, και στο εσωτερικό. Βέβαια, λόγω της κήρυξης, στο μεταξύ, της δικτατορίας και της σχετικά «ομαλής» διεξαγωγής της 11ης Ολομέλειας, μπορεί να δημιουργήθηκαν ελπίδες ­ ως ένα βαθμό δικαιολογημένες ­ ότι η πορεία προς παραπέρα όξυνση και διάσπαση θα αναστελλόταν. Ταυτόχρονα όμως, έχοντας γνωρίσει προηγούμενα αρκετά καλά το βάθος και την έκταση των διαφωνιών, έπρεπε ίσως να κατανοείται πως επρόκειτο για αυταπάτες.


Ωστόσο είναι γεγονός ότι για τη συγκεκριμένη προετοιμασία της 12ης Ολομέλειας, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1967, δεν είχαν ενημερωθεί τα στελέχη στο εσωτερικό. Απλώς, γνωρίζοντας την κρίσιμη κατάσταση, που έτσι κι αλλιώς υπήρχε, κατέβαλαν προσπάθειες να βγουν έξω κάποια ηγετικά στελέχη (Δρακόπουλος, Μπριλλάκης), εκτός των άλλων, και για να προλάβουν, με παρέμβασή τους, την πορεία προς τη διάσπαση. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε δυνατό. Αλλωστε και ο Κολιγιάννης επέσπευσε τη σύγκληση της 12ης Ολομέλειας, ακριβώς για να αποφύγει την παρουσία στελεχών από το εσωτερικό».


Ο Γρηγόρης Φαράκος δίνει τη δική του εκδοχή για το ποια ήταν τα κριτήρια με τα οποία τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ επέλεξαν το ένα ή το άλλο στρατόπεδο: «Στη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων της εσωκομματικής πάλης είχε, σε αρκετό βαθμό, προχωρήσει η «διάβρωση» των διαφωνιών και στο ευρύτερο κομματικό σώμα. Με βάση την παραδεδεγμένη κομματική νοοτροπία και λογική, την επί πολλά χρόνια ή δεκαετίες «διαπαιδαγώγησή» τους, τα μέλη είχαν συνηθίσει να αντιμάχονται, κάθε φορά, τις όποιες διαφορετικές απόψεις που, με ανοικτό και κατηγορηματικό τρόπο, αντιπαρατίθενται στις επίσημες θέσεις της ηγεσίας. Και ως αποφασιστικό κριτήριο για να καταλήξουν ότι μία θέση παίρνει το «χρίσμα» της «επίσημης», είχαν, εκ παραδόσεως και πεποιθήσεως, πάντοτε τις τοποθετήσεις του ΚΚΣΕ, της σοβιετικής ηγεσίας.


Προς τα εκεί, σε περιόδους κρίσεων και δικών τους δισταγμών, πάντοτε «έτειναν ους». Φυσικά, για τον καθένα μπορεί να μετρούσαν και άλλα κριτήρια, που είχαν σχέση με τους δικούς του προβληματισμούς ή τις συνθήκες που βρισκόταν και αγωνιζόταν. Αυτό όμως ήταν το κύριο. Και μάλιστα, σ’ εκείνες τις συνθήκες, που είχε επιβληθεί η δικτατορία και ο καθένας αισθανόταν πιο έντονα την ανάγκη ύπαρξης όσο είναι δυνατό πιο αξιόμαχου κόμματος που θα οργάνωνε την πάλη εναντίον της, το κριτήριο αυτό αποκτούσε στη σκέψη τους μεγαλύτερη σημασία.



Ετσι, από τη στιγμή που ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της Μόσχας ανοικτά και σε καθημερινή σχεδόν βάση έπαιρνε θέση υπέρ των αποφάσεων της 12ης Ολομέλειας, στη συνείδηση της μεγάλης μάζας των απλών μελών και των στελεχών τα διλήμματα εύρισκαν, σχετικά εύκολα, απάντηση. Μπορεί επίσης να προστεθεί ότι στις τοποθετήσεις των κομμουνιστών, που ζούσαν στις ανατολικές χώρες, έναν ορισμένο ρόλο έπαιξαν και η ιδιαίτερη στάση των εκεί «αδελφών» κομμάτων ή οι εξελίξεις που εκείνη την περίοδο σημειώνονταν σ’ αυτές τις χώρες. Ετσι, για παράδειγμα, στη Ρουμανία, η εκδηλωμένη τότε αντίθεση της ηγεσίας του Ρουμάνικου ΚΚ προς το ΚΚΣΕ, που διοχετευόταν, μέσω και της παρέμβασης του μηχανισμού του, στους εκεί έλληνες πρόσφυγες, και στην Τσεχοσλοβακία, η πορεία ­ που είχε ήδη αρχίσει ­ προς την «Ανοιξη της Πράγας», επηρέασαν τις τοποθετήσεις των εκεί κομμουνιστών, με αποτέλεσμα ένας μεγαλύτερος, απ’ ό, τι σε άλλες περιπτώσεις, αριθμός τους να ταχθεί με τους διαφωνούντες, κατά της 12ης Ολομέλειας».


* Η Αριστερά και το ΠαΣοΚ


Ο πρώην γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ επιχειρεί έναν μίνι απολογισμό της πορείας που ακολούθησε το κίνημα της Αριστεράς ­ μπολιασμένο από τις συνέπειες της διάσπασης του 1968 ­ τα τελευταία τριάντα χρόνια στη χώρα μας: «Τα τελευταία χρόνια, έχω επανειλημμένα επιχειρήσει να απαντήσω στα παραπάνω ερωτήματα κι έχω, επ’ αυτών, αρκετά γράψει ή μιλήσει. Παρ’ όλ’ αυτά, μπορούν να προστεθούν, πολύ σύντομα κι επιγραμματικά, κάποιες ακόμα σκέψεις.


Η διάσπαση και όσα την ακολούθησαν έπαιξαν, αναμφισβήτητα, πολύ σημαντικό ρόλο προς μια αρνητική πορεία του αριστερού κινήματος στα τελευταία τριάντα χρόνια: Η Αριστερά δεν κατάφερε, στη δικτατορία και κατοπινά στη μεταπολίτευση, να γίνει αποφασιστικός παράγοντας των εξελίξεων, όπως οι συνθήκες επέβαλλαν και, σε μεγάλο βαθμό, επέτρεπαν. Ως πολιτική δύναμη, συρρικνώθηκε, πέρα απ’ όσο η πολιτική συγκυρία, πιθανόν, προδιέγραφε. Σε ένα τέτοιο πολιτικό σκηνικό, η ηγεσία του Πασόκ μπόρεσε να «παίξει» ­ ομολογουμένως «έξυπνα» από τη μεριά της ­ με πολύ αποτελεσματικό τρόπο, να προσεταιριστεί το μεγαλύτερο μέρος των αριστερών πολιτών, να γίνει ο εκφραστής των πόθων ευρύτερων μαζών της ελληνικής κοινωνίας προς μια ριζική αλλαγή της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, να πετύχει, τελικά, και την άνοδό της στην εξουσία.


Και βέβαια, ακριβώς γιατί το Πασόκ ενήργησε, σε μεγάλο βαθμό, ως «υποκατάστατο» και οι διακηρύξεις του διαμορφώθηκαν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, εκ «δανεισμού», ήταν ένας πρόσθετος λόγος που αυτό κατέληξε στη σημερινή μορφή κι οι ιδέες του παραμορφώθηκαν. Εξ αντιθέτου, λοιπόν, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι και γι’ αυτή την εξέλιξη θα έπρεπε να αναζητηθεί ένα μέρος της ευθύνης στην Αριστερά, επειδή δεν κατάφερε αυτή να ανταποκριθεί στον ιστορικό της ρόλο, πολύ περισσότερο που και κατοπινά θεώρησε υποχρέωσή της ­ ως μη ώφειλε ­ να ετεροκαθορίζει, ως προς το Πασόκ, τη στάση της.


Μια χαρακτηριστική για την ελληνική Αριστερά αδυναμία, η έλλειψη κουλτούρας του διαλόγου, πήρε τις πιο παράλογες μορφές, έφτασε στο απόγειό της. Αυτός ήταν και ένας βασικός λόγος που και όσα ­ με βάση τη σκέψη «ουδέν κακόν αμιγές καλού» ­ θετικά στοιχεία μπορούσαν να υπάρξουν, ατόνησαν ή απέδωσαν ελάχιστα. Ετσι, για παράδειγμα: Οι νέες ιδέες που, στην πορεία της εσωτερικής στο αριστερό κίνημα διαπάλης, ακούστηκαν δεν βρήκαν πλατιά απήχηση στους φύσει και θέσει αριστερούς πολίτες.


Οι τάσεις ανανέωσης στο κομμουνιστικό κίνημα, που ήταν επόμενο να παρουσιαστούν και, πραγματικά, άρχισαν να φουντώνουν στη δεκαετία του 1980, συνθλίβονταν, για μεγάλο διάστημα, στη μέγγενη της οξύτατης σύγκρουσης. Και, πάνω απ’ όλα, η αντικειμενική ανάγκη της δημιουργίας ενός πολιτικού συνασπισμού των δυνάμεων της Αριστεράς χρειάστηκε να υπερπηδήσει πολλά εμπόδια μέχρι να εκφραστεί, καθυστέρησε σημαντικά να πάρει μια συγκεκριμένη μορφή, μόλις το 1988 – 1989».


Οι 10 ημέρες της Βούδας



ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ, 15 Φεβρουαρίου 1968. Ογδόντα περίπου στελέχη του ΚΚΕ ­ μεταξύ των οποίων 34 τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ­ ετοιμάζονται να αποχαιρετήσουν τους λόφους της Βούδας και το συγκρότημα επαύλεων, παραχωρημένο από το Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα, μετά από δέκα ολόκληρες ημέρες συνεδριάσεων. Η «12η ευρεία ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ» έχει ολοκληρώσει τις εργασίες της και η «Πράγα» της ελληνικής Αριστεράς ­ επτά μήνες πριν από την εμφάνιση καν των σοβιετικών τανκς στην τσεχοσλοβακική πρωτεύουσα ­ είναι ήδη μια πραγματικότητα.


Ο κύριος όγκος των στελεχών είχε προορισμό του το Βουκουρέστι, την έδρα της εξόριστης ηγεσίας και των μηχανισμών της. Μικρότερες αριθμητικά ομάδες, κυρίως επιλεγμένοι εκπρόσωποι των οργανώσεων πολιτικών προσφύγων, θα διασκορπιζόταν στις χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού και στις εσχατιές της Σοβιετικής Ενωσης που είχαν βρει καταφύγιο μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού και τη λήξη του εμφυλίου πολέμου. Τέλος, τον δρόμο της επιστροφής ετοιμάζονταν να πάρουν και οι λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, εκπρόσωποι των χιλιάδων οργανωμένων κομμουνιστών στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης.


Για παράδειγμα, ο Θεόδωρος Πάγκαλος και η Ελένη Μπιμπίκου θα γύριζαν στο Παρίσι, ο Γιώργος Βασιλειάδης και ο Κώστας Βουλγαρόπουλος στη Γερμανία ­ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για την ακρίβεια ­ και ο Μπάμπης Καλατζής θα έκανε το μεγαλύτερο ταξίδι για να φθάσει στη Σουηδία.


Κανείς από τους ογδόντα και πλέον συμμετέχοντες ­ αν συμπεριλάβουμε και τους πρακτικογράφους της Ολομέλειας ­ δεν θα γύριζε στην Ελλάδα. Αλλωστε και κανείς δεν ήρθε, με ευθύνη της εξόριστης κομματικής ηγεσίας, από την Ελλάδα που περνούσε τη δεύτερη χρονιά στον «γύψο» των «συνταγματαρχών».


Και οι ογδόντα ξέρουν τι έχει συμβεί. Ετσι κι αλλιώς γνωρίζουν καλά ότι αποχαιρετώντας τη Βουδαπέστη αποχαιρετούν μαζί και την κοινή συντροφική ζωή. Καταλαβαίνουν, δίχως και να το πολυπιστεύουν, ότι οι δρόμοι τους, αμέσως μετά την επιστροφή στις «δεύτερες πατρίδες», θα είναι χωριστοί: όσοι ψήφισαν ή αποδέχθηκαν τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας θα βρεθούν από τη μια μεριά και οι υπόλοιποι, οι διαφωνούντες, από την άλλη.


Και οι «μεν» και οι «δε» συνειδητοποιούν ότι η διάσπαση του ΚΚΕ είναι γεγονός όταν τα ξημερώματα της 17ης Φεβρουαρίου, δύο μόλις ημέρες μετά το τέλος της Ολομέλειας, ακούγεται από τη «Φωνή της Αλήθειας» ­ τον κομματικό ραδιοσταθμό που είχε την έδρα του στο Βουκουρέστι ­ το «ανοικτό γράμμα» των Δημήτρη Παρτσαλίδη, Ζήση Ζωγράφου και Πάνου Δημητρίου, με το οποίο καταγγέλλουν τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας και επιρρίπτουν όλες τις ευθύνες για τη διάσπαση του κόμματος στον τότε γενικό γραμματέα Κώστα Κολιγιάννη που στηριγμένος σε μια αμφιλεγόμενη πλειοψηφία «τριών ψήφων» ­ δώδεκα υπέρ έναντι εννέα κατά ­ προχώρησε στη λήψη «οργανωτικών μέτρων» (καθαιρέσεις κλπ.) που χώριζε το «κόμμα σε δύο κομμάτια». Ο Κώστας Κολιγιάννης με την ψήφο 12 τακτικών μελών της Κεντρικής Επιτροπής (μεταξύ των οποίων και ο Γρηγόρης Φαράκος) καθαίρεσε από μέλη του Πολιτικού Γραφείου τους Δ. Παρτσαλίδη, Ζ. Ζωγράφο και Π. Δημητρίου και απομόνωσε από κάθε κομματική δουλειά άλλα τέσσερα στελέχη, τρία τακτικά μέλη και ένα αναπληρωματικό μέλος της Κ.Ε. (Λεωνίδας Τζεφρώνης, Σταύρος Καράς, Δημήτρης Βατουσιανός και Μιχάλης Τσάντης).


Οι καθαιρέσεις και τα άλλα «οργανωτικά μέτρα» ήταν το ποτήρι που ξεχείλισε. Η δημοσιοποίηση, μέσω ερτζιανών κυμάτων, της ανοικτής διαφωνίας σχεδόν του 50% των στελεχών που έλαβαν μέρος στη 12η Ολομέλεια ήταν η πράξη που ολοκλήρωσε τη διάσπαση. Την επομένη, κιόλας, το τμήμα της ηγεσίας που ακολουθούσε τον Κώστα Κολιγιάννη έθεσε σε λειτουργία έναν δεύτερο, εφεδρικό, ραδιοσταθμό που υπήρχε κάπου στην Ανατολική Γερμανία. Κίνηση μάλλον περιττή γιατί ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της Μόσχας είχε ήδη από την πρώτη στιγμή αναλάβει δράση. Οι Σοβιετικοί και ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ είχαν κάνει την επιλογή τους. Αλλωστε οι διαφωνούντες, εκτός από διασπαστές και φραξιονιστές, είχαν μέσα σε λίγα μόλις εικοσιτετράωρα μεταβληθεί σε αντισοβιετικούς. Τελεία και παύλα. Τα υπόλοιπα ήταν λεπτομέρειες. Οι διαφωνούντες θα βρουν προσωρινά «φιλόξενη στέγη» στη Ρουμανία του Νικολάε Τσαουσέσκου που έχει λόγους να αντιμάχεται την εξωτερική πολιτική της Μόσχας και για όσο διαρκεί η «Ανοιξη της Πράγας» στην Τσεχοσλοβακία. Στη συνέχεια το καθοδηγητικό κέντρο θα μεταφερθεί στη Ρώμη, πλησίον του ευρωκομμουνιστικού Ιταλικού Κ.Κ.), όταν οι διαφωνούντες συγκροτούν το δικό τους ιδιαίτερο κόμμα, το ΚΚΕ εσωτερικού.


Το κλίμα της Βουδαπέστης μεταφέρεται στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης από τους τρεις της πενταμελούς ομάδας των προσκεκλημένων (Θ. Πάγκαλος, Γ. Βασιλειάδης και Μπ. Καλατζής) που τάσσονται από την αρχή με την πλευρά των διαφωνούντων. Αλλωστε πριν από το τέλος Φεβρουαρίου η Επιτροπή της ΕΔΑ Δυτικής Ευρώπης (μέλη της οποίας ήταν μεταξύ άλλων ο Δημήτρης Δεσποτίδης, ο Μάρκος Δραγούμης, ο Φίλιππος Ηλιού, ο Γιώργος Κατηφόρης, ο Πέτρος Κουναλάκης και ο Τάσος Τρίκκας) με ανακοίνωσή της θεωρεί ότι η 12η Ολομέλεια αποτελεί «πρόκληση προς τη δημοκρατική ευαισθησία κάθε αγωνιστή», τάσσεται στο πλευρό της Ενωτικής Κεντρικής Επιτροπής που έχουν συγκροτήσει οι διαφωνούντες και υποστηρίζει ότι το «καθοδηγητικό κέντρο» πρέπει να μεταφερθεί στην Ελλάδα. Την ίδια περίοδο η διάσπαση μεταφέρεται στην Ελλάδα και, περνώντας μέσα από τις φυλακές και τις εξορίες, «χωρίζει» οικογένειες, αδέλφια και παιδιά, που από «σύντροφοι» μετατρέπονται μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα σε «εχθρούς».


Οι Σοβιετικοί, οι Ρουμάνοι και οι μηχανισμοί τους



Ο Γρηγόρης Φαράκος μιλά για τον ρόλο και τις προσπάθειες των Σοβιετικών και των Ρουμάνων να παρέμβουν και να ελέγξουν τις εξελίξεις στο ΚΚΕ. Στις απαντήσεις που δίνει σε ερωτήσεις του «Βήματος» γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ υψηλόβαθμων κομματικών στελεχών και μυστικών υπηρεσιών, είτε της Σοβιετικής Ενωσης είτε της Ρουμανίας.


­ Τι ρόλο έπαιξαν τα «αδελφά» κόμματα και κυρίως οι μηχανισμοί τους, είτε ως τμήματα διεθνών σχέσεων είτε ως υπηρεσίες ασφαλείας; Κινητοποιήθηκαν, αξιοποίησαν τις επιρροές τους στο κομματικό σώμα; Και με ποιους τρόπους;


«Σωστά γίνεται αναφορά στους διάφορους μηχανισμούς των «αδελφών» κομμάτων. Υπήρχαν όλοι αυτοί και παρενέβαιναν, μέσω επαφών – συζητήσεων με ορισμένα στελέχη, είτε ξεχωριστών είτε συνδυασμένων. Εδώ μπορεί να προστεθεί: Με τις υπηρεσίες ασφαλείας, ειδικότερα, φαίνεται ότι είχαν αποκτήσει «ειδικές σχέσεις» μόνον πολύ ελάχιστα μέλη ή στελέχη του ΚΚΕ. Κυκλοφορούσαν, μάλιστα, και κάποιες φήμες για συγκεκριμένες περιπτώσεις, χωρίς όμως να έχουν ­ ούτε ήταν δυνατό ­ επιβεβαιωθεί. Δεν φαίνεται, επίσης, ότι οι περιπτώσεις αυτές ήσαν γνωστές στην ηγεσία του Κόμματος ­ τουλάχιστον όχι όλες (άλλωστε ήταν επόμενο τέτοιες σχέσεις να δημιουργούνταν με απόλυτα συνωμοτικό τρόπο). Μπορώ, τέλος, να βεβαιώσω ότι και από τις τωρινές έρευνές μου στα αρχειακά υλικά, μόνο σε μία περίπτωση έχω βρει ότι αυτό ήταν σε γνώση μιας στενής ηγετικής ομάδας δύο – τριών προσώπων. Και επίσης πρέπει να υπογραμμισθεί ότι τα χρόνια της Μεταπολίτευσης είχε δοθεί σαφής εντολή από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ να διαγράφεται από το κόμμα οποιοδήποτε μέλος του θα διαπιστωνόταν ότι είχε τέτοιες σχέσεις».


­ Σε ποιο βαθμό οι προβληματισμοί των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1960 ­ στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ, στην κοινωνία, στην επιστήμη, στον πολιτισμό ­ είχαν εισχωρήσει και επηρεάσει τον κύκλο των στελεχών που ζούσαν σε ένα καθεστώς ιδιότυπης απομόνωσης στο κομματικό κέντρο;


«Παρά την «ιδιότυπη απομόνωση», οι νέοι προβληματισμοί επηρέαζαν έναν ορισμένο κύκλο στελεχών. Για παράδειγμα, οι διαφωνίες αρκετών στελεχών, για τις οποίες μιλάμε ­ σε όποιο βαθμό αυτές δεν προέκυπταν, όπως σημείωσα, και από την ιδιόμορφη παρέμβαση της πάλης των κομματικών μηχανισμών ­, ήταν μία απόδειξη. Και όχι μόνον. Μερικά άρθρα, που δημοσιεύονταν στο μηνιάτικο θεωρητικό περιοδικό της ΚΕ «Νέος Κόσμος», έδειχναν, επίσης, αυτή την επιρροή. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι αυτή η «ιδιότυπη απομόνωση» ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που παρεμπόδιζαν την ανάπτυξη της σκέψης και καθόριζαν τη στάση του ΚΚΕ και των στελεχών του».


­ Τα στελέχη γνώριζαν και σε ποιο βαθμό τι γινόταν στον κόσμο; Πώς ενημερώνονταν; Τι διάβαζαν; Τι συζητούσαν;


«Παρά τις οποίες δυσκολίες, υποκειμενικές – αντικειμενικές, τα στελέχη είχαν ένα πολύ πιο αυξημένο ­ σε σχέση με το παρελθόν, ακόμα και σε σχέση με αρκετά στελέχη που ήσαν απασχολημένα με τα προβλήματα ζωής και την πρακτική πολιτική δράση στο εσωτερικό ­ ενδιαφέρον να μορφωθούν γενικά και θεωρητικά, να διαβάσουν, να ενημερωθούν. Η ποιότητα ωστόσο της μελέτης και ενημέρωσής τους είχε πολλές και βασικές, εγγενείς και υποκειμενικές – αντικειμενικές, αδυναμίες: ήταν χαμηλό το προηγούμενο μορφωτικό επίπεδο για τη μεγάλη μάζα των στελεχών. Αυτό εμπόδιζε, ακόμα και όσους φοίτησαν σε πανεπιστήμια, σε τοπικές ή κεντρικές κομματικές σχολές, να αφομοιώσουν, όσο χρειαζόταν, ένα ανώτερο επιστημονικό και θεωρητικό επίπεδο.


Υπήρχε τυφλή εμπιστοσύνη στην «απόλυτη αξία» των εγχειριδίων του μαρξισμού – λενινισμού, που κυκλοφορούσαν στις ανατολικές χώρες, και πριν απ’ όλα σε εκείνα της ΕΣΣΔ. Η άγνοια ξένων γλωσσών (δυτικών γλωσσών) περιόριζε ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα πρόσβασης σε άλλες πηγές. Ηταν πολύ δύσκολη η πρόσβαση σε έντυπο υλικό από την Ελλάδα αν και η νοσταλγία για τέτοια έντυπα ήταν μεγάλη ­ ακόμα κι ένα κομμάτι ελληνικής εφημερίδας αν έπεφτε στα χέρια, διαβαζόταν με προσοχή και κυκλοφορούσε και σε άλλους.


Η πρόσβαση σε ελληνικό καθημερινό και περιοδικό Τύπο ήταν δυνατή μόνο για μερικά από τα στελέχη που δούλευαν στον κεντρικό μηχανισμό ή στις καθοδηγήσεις (πιο περιορισμένα) των κομματικών οργανώσεων προσφύγων στις διάφορες χώρες.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.