Δημήτρης Λιγνάδης: «Σήμερα δεν μιλάει πια κανείς»…

Από τότε που πρωτοδιάβασε τον «Πέερ Γκυντ» του Ερρίκου Ιψεν και βρήκε πολλές ομοιότητες με τον εαυτό του, ο Δημήτρης Λιγνάδης ήθελε και ήξερε ότι θα συναντήσει στον δρόμο του αυτόν τον παράξενο ήρωα από τη Νορβηγία.

Από τότε που πρωτοδιάβασε τον «Πέερ Γκυντ» του Ερρίκου Ιψεν και βρήκε πολλές ομοιότητες με τον εαυτό του, ο Δημήτρης Λιγνάδης ήθελε και ήξερε ότι θα συναντήσει στον δρόμο του αυτόν τον παράξενο ήρωα από τη Νορβηγία.
Σαν παραμύθι, αυτό το δραματικό ποίημα που κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, γράφτηκε το 1867 κατά τη διάρκεια της παραμονής του συγγραφέα στην Ιταλία. «Είναι μια οδύσσεια, η οδύσσεια του «εγώ»» λέει ο ίδιος που υπογράφει τη διασκευή και τη σκηνοθεσία, αναλαμβάνοντας και τον ρόλο του Πέερ Γκυντ. «Είναι ένας ήρωας που επιζητεί να ζήσει, ως τη στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι πέρασε όλη τη ζωή του υποκρινόμενος ότι είναι κάποιος άλλος».
Σε αυτή την «οδύσσεια του «εγώ»» «τίθενται θέματα όπως γυναίκα-μάνα ή ποιος είναι πραγματικά ο εαυτός μας» και επισημαίνει ότι η παράσταση ανεβαίνει πάνω στον καμβά του παραμυθιού. «Το εγώ είναι μόνον στρώσεις και όταν ξεφλουδίσεις, για να φτάσεις στην καρδιά, καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει, και ότι ήταν όλα ρόλοι που έπαιξες. Και το εσύ, ο άλλος δηλαδή, αποκαλύπτεται μέσα από την αγαπημένη του, στο τέλος. Οι μεγάλες αλήθειες άλλωστε ανακαλύπτονται πάντα καθυστερημένα». Και οι ομοιότητες; «Ο Πέερ Γκυντ ήταν πάντοτε σε μια εγωκεντρική αναζήτηση και ό,τι έκανε το έκανε με βάση το «εγώ» του. Μια δεύτερη ομοιότητα είναι ότι όλη του η ζωή ήταν μόνον ρόλοι, ρόλοι ζωής, όχι θεάτρου. Και μια τρίτη, ότι ήταν ονειροπόλος από παιδί και ονειρευόταν πάντοτε να έρχεται καβάλα πάνω σε ένα άσπρο άλογο. Ολη αυτή η μυθοπλαστική μανία του Πέερ Γκυντ μού είναι κοινή. Και κάτι ακόμη, φοβάται τον χρόνο».

«Θανατωμένη ονειροπόληση»

Πάνω στην «εξαιρετική» μετάφραση (όλου του έργου) από τον Γιώργο Δεπάστα, ο Δημήτρης Λιγνάδης έκανε τη δική του διασκευή και συμπύκνωσε «αναγκαστικά» αυτό το χαοτικό, ποιητικό έργο, που ο Ιψεν δεν ενδιαφερόταν να δει στη σκηνή. «Είναι ένα τόσο ωραίο έργο που όμως ο Ιψεν το έγραψε για να καταστρέφει όποιον πάει να το κάνει. Προσφέρεται για μεγάλες αποτυχίες. Θα έλεγα ότι είναι ένα παραμύθι ακατάλληλο για ενηλίκους. Γιατί αναγνωρίζει ο καθένας τον εαυτό του και δεν θα το ήθελε. Σήμερα όλη αυτή η Οδύσσεια του «εγώ» είναι το αδιέξοδο του δυτικού ανθρώπου. Αν εξαιρέσεις τη σκοτωμένη, τη θανατωμένη ονειροπόληση, την απώλεια ελπίδας και παραμυθιού, είμαστε όλοι, στη Δύση, Πέερ Γκυντ».
Θυμίζει ότι στο έργο ο ήρωας σε νεαρή ηλικία, και προτού ξεκινήσει το ταξίδι, συναντά τα ξωτικά και μέσα από αυτά τον κόσμο του ψέματος. «Τερατόμορφα και ανθρωπόμορφα μαζί, τα ξωτικά τού θέτουν το δίλημμα: Εκεί έξω, οι άνθρωποι λένε να είσαι αρκετός στον εαυτό σου –να είσαι δηλαδή ο εαυτός σου παντού. Εμείς, εδώ μέσα, λέμε να σου είναι αρκετός ο εαυτός σου, για τους άλλους. Και ξέρετε ποια είναι η διαφορά;» ρωτάει δυνατά ο σκηνοθέτης: «Ο κίνδυνος να γίνεις επιτυχημένος και όχι ευτυχισμένος. Γιατί η ευτυχία βρίσκεται πάντοτε στον άλλον. Η ψυχή μας βρίσκεται στον άλλον, στην ανάμνηση που έχουμε. Οπως και η αλήθεια, που βρίσκεται μέσα στα αισθήματά σου για τους άλλους. Κάποιες θρησκείες το ονόμασαν αγάπη. Αλλά αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνει με την ψυχή σου και όχι ως επιταγή. Γι’ αυτό και κατέρρευσε ο κομμουνισμός, γιατί πήγε να επιβληθεί».
Και σήμερα; «Σήμερα προσπαθεί να μας επιβληθεί η πλαστή ευτυχία, η εύκολη επανάσταση –ώστε να εκτονωθείς και μετά να είσαι ένα ωραιότατο πιόνι, η αποκοπή του ζωτικότερου οργάνου του ανθρώπου, η μνήμη, και επίσης η επιθυμία για ονειροπόληση, και νεότητα. Οι άνθρωποι έχουν πια μόνον φιλοδοξίες, όχι όνειρα… Η πραγματικότητα ήταν πάντοτε σκληρή, δεν έγινε σήμερα. Υπάρχει όμως μια τάση να μεταβληθεί ο άνθρωπος σε ένα όργανο-πολυεργαλείο που είναι από τον οισοφάγο και κάτω. Σαν να μη θέλουμε να έχει μυαλό, κεφάλι, αισθήματα. Η εξέλιξη της τεχνολογίας δεν είναι κατ’ ανάγκη και πρόοδος. Η πρόοδος ενέχει ηθική κατηγορία –να γίνω καλύτερος και όχι χορτασμένος, και αυτό δεν κατάλαβε ο Πέερ Γκυντ. Πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα αξιών. Δεν μπορεί να μην υπάρχει κανένα».

«Επαναστάσεις ευκολάκια»

Με αφορμή αυτό το σύστημα αξιών, ο Δημήτρης Λιγνάδης μπαίνει στα χωράφια της εποχής μας, της Ελλάδας τού τώρα: «Νομίζω ότι η χώρα περνάει τη χειρότερη σελίδα της από τη μεταπολίτευση και μετά. Νομίζω ότι έχει την πιο ανίκανη κυβέρνηση από ποτέ, αιρετή και όχι επιβεβλημένη, μια κυβέρνηση που καθρεφτίζει αυτόν που την ψήφισε. Γίνονται παλινωδίες, και το κυριότερο, δεν μιλάει κανείς. Πάει ο άλλος στον Τραμπ, τον οποίο έβριζε, δεν μιλάει κανείς. Καταργείται ο Επιτάφιος στα σχολεία, δεν μιλάει κανείς. Ολα εκ του προχείρου. Χωρίς κανένα σύστημα αξιών και το χειρότερο έγκλημα είναι η δολοφονία από υποτιθέμενους αριστερούς της έννοιας «Αριστερά»». Θεωρώντας ότι η βάση είναι η έλλειψη παιδείας και αξιών, ο Δημήτρης Λιγνάδης επισημαίνει ότι κάποτε οι άνθρωποι ήθελαν να φτιάξουν μια καλύτερη κοινωνία, κι ας μην τα κατάφερναν. «Τώρα λένε θέλω να προσαρμοστώ σε αυτήν. Ολα τα άλλα είναι ένας μεγάλος συντηρητισμός, το να κάνεις τις επαναστάσεις ευκολάκια…».

«Σιγά την επανάσταση να πετάξεις μολότοφ σε ένα αστυνομικό τμήμα. Νομίζω ότι αν δοθεί ένα μικρό παραθυράκι ελπίδας, εκτός από τη δύσκολη οικονομία, και μια αίσθηση ότι υπάρχουν άνθρωποι που κυβερνούν, και όχι ο Μπάμπης ο Σουγιάς, κάτι μπορεί να αλλάξει. Οταν η κυβέρνηση δώσει ένα παράδειγμα ευνομίας, ευρυθμίας, κανονικότητας και ελπίδας, τότε νομίζω ότι θα ακολουθήσουν όλοι. Τώρα συμβαίνει το αντίθετο. Θέλω να πιστεύω πως υπάρχουν δείγματα, ένα τσικ χρειάζεται, δεν ξέρω αν λέγεται Μητσοτάκης –μακάρι, για να μπούμε πια σε ένα δύσκολο μεν τούνελ, αλλά ένα με φως στο βάθος». Και καταλήγει: «Νομίζω ότι η ανοχή του κόσμου εξαντλείται. Ελάχιστοι αριστεροί είναι πράγματι αριστεροί σήμερα. Το αριστερό προσωπείο δεν το πίστεψα ποτέ γιατί ήταν προσωπείο. Και έτσι οι πιο κατατρεγμένοι και πληγωμένοι είναι οι αληθινοί αριστεροί».

Πού και πότε

Εθνικό Θέατρο – Κεντρική Σκηνή.Πρεμιέρα: 23 Νοεμβρίου.Παραστάσεις από Τετάρτη ως Κυριακή στις 20.00, ως τις 4/2/2018.
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Mετάφραση: Γιώργος Δεπάστας.Σκηνοθεσία-διασκευή: Δημήτρης Λιγνάδης.
Δραματουργική επιμέλεια: Ελένη Γκίνη.
Σκηνικά-κοστούμια: Απόλλων Παπαθεοχάρης.
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης.
Μουσική: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος.
Επιμέλεια κίνησης: Αναστασία Βαλσαμάκη. Παίζουν: Δημήτρης Λιγνάδης, Στεφανία Γουλιώτη, Γιούλικα Σκαφιδά, Δημήτρης Μοθωναίος, Νάνσυ Μπούκλη, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Μιχάλης Αφολαγιάν, Ζωή Μυλωνά, Πάνος Παπαδόπουλος, Γιάννης Τσουμαράκης κ.ά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.