Σε πείσμα των διαφορετικών αναγνώσεων της Ιστορίας και του ρόλου που διαδραμάτισαν οι προσωπικότητες σε αυτήν, η μορφή του Χαρίλαου Φλωράκη διεκδικεί για το εγχώριο κομμουνιστικό κίνημα μια ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των ηγετών του ΚΚΕ. Ταυτόχρονα η εμβέλεια της πολιτικής του παρουσίας ξεπερνούσε τα όρια του χώρου του και εκτεινόταν σε όλο το φάσμα του πολιτικού συστήματος παρά τις αγεφύρωτες αντιθέσεις. Ο Χ. Φλωράκης ήταν εκείνος που συνέδεσε το όνομά του με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ (το 1974 από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή), ύστερα από 27 χρόνια παράνομης ύπαρξης και δράσης, με διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες και εκτελέσεις κομμουνιστών. Επιπλέον δε ήταν εκείνος που συνέβαλε καθοριστικά στην ισχυροποίηση του κόμματός του και στη διεύρυνση της πολιτικής του απήχησης την περίοδο της Μεταπολίτευσης, ενώ δεν δίστασε να κάνει πολιτικές υπερβάσεις συνδέοντας το όνομά του με τον «ιστορικό συμβιβασμό» του 1989 και τη συγκυβέρνηση Αριστεράς – Δεξιάς, καθώς και με την «εθνική συμφιλίωση» για το οριστικό κλείσιμο των πληγών του εμφυλίου πολέμου (1946-1949).
Ο αμετανόητος κομμουνιστής και «σκληροτράχηλος» ηγέτης συμβόλισε με τη δράση του την αγωνία και τον πόθο της «παλαιάς φρουράς» της Εθνικής Αντίστασης, του Εμφυλίου και, κυρίως, της μετεμφυλιακής περιόδου να δει το άλλοτε παράνομο και διωγμένο ΚΚΕ να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις του τόπου. Παράλληλα εξέφρασε την ανεκπλήρωτη επιθυμία μιας αιματοβαμμένης γενιάς να αλλάξει άρδην το πλαίσιο και τα όρια του πολιτικού παιχνιδιού στο οποίο η Αριστερά είχε να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο από την εποχή του ΕΑΜ. Ωστόσο, αν η Συμφωνία της Βάρκιζας (1945) μεταξύ της τότε κυβέρνησης Πλαστήρα και του ΕΑΜ και η παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ συμβολίζουν διαχρονικά για την κομμουνιστική Αριστερά μια ιστορική υποχώρηση από την πλευρά του ΚΚΕ, άλλο τόσο για την ηγεσία του κόμματος που προέκυψε μετά τη διάσπαση του 1991 (13ο Συνέδριο) υπό την κυρία Αλέκα Παπαρήγα, αλλά και σήμερα με τον διάδοχό της κ. Δ. Κουτσούμπα, η συγκρότηση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου το 1989, που φέρει τη σφραγίδα του Χ. Φλωράκη, και, πολύ περισσότερο, η συγκυβέρνηση τότε με τη ΝΔ του κ. Κ. Μητσοτάκη αποτελούν μια σοβαρή «παρέκκλιση».
Η πρόσφατη κίνηση του Περισσού να ανοίξει το θέμα της αποτίμησης των αποφάσεων και επιλογών που έγιναν κατά την περίοδο από τη διάσπαση του 1968 (12η Ολομέλεια) και το σχίσμα μεταξύ «ορθόδοξων» και «αναθεωρητών» ως την κρίση του 1991 ουσιαστικά σηματοδοτεί την απαρχή της πολιτικής «αποκαθήλωσης» του Χ. Φλωράκη, με τον οποίο άλλωστε η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ διατηρούσε ανέκαθεν ανοιχτούς πολιτικούς λογαριασμούς όσον αφορά τη συμβολή του στη συμπόρευση με την τότε ΕΑΡ (διάδοχο σχήμα του «ΚΚΕ Εσωτερικού») υπό τον Λεωνίδα Κύρκο και τη συμπαράταξη των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων που συγκρότησαν τον ενιαίο Συνασπισμό, καθώς και τη συμμετοχή στις κυβερνήσεις Τζαννετάκη και Ζολώτα (1989-90). Βεβαίως η στάση την οποία τήρησε ο Χ. Φλωράκης κατά την κρίση του ’91, στηρίζοντας πλήρως την κυρία Παπαρήγα έναντι των «ανανεωτικών» που επέλεξαν τον ΣΥΝ, υπερασπιζόμενος τη φυσιογνωμία και τον χαρακτήρα του Κομμουνιστικού Κόμματος, και μάλιστα σε μια περίοδο όπου σημειώνονταν ιστορικές ανατροπές στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, έχει εκτιμηθεί αρκούντως από τον Περισσό. Ωστόσο οι θέσεις που έχει υιοθετήσει η σημερινή ηγεσία στο πεδίο των πολιτικών συμμαχιών, τις οποίες έχει αποκηρύξει σε όλους τους τόνους, «ξορκίζοντας» το ιστορικό προηγούμενο της ΕΔΑ ως καταστροφικό για το τότε ΚΚΕ, αλλά και άλλα διεθνή παραδείγματα που έφθασαν ως και τις συμμαχικές κυβερνήσεις (όπως η κυβέρνηση Αλιέντε στην Χιλή το 1970-1973), απορρίπτοντας έτσι τυχόν σύγκλιση σε οποιοδήποτε επίπεδο με τον ΣΥΡΙΖΑ, οδηγούν στην αναμόχλευση μιας πολιτικής συζήτησης για μια συνολική αποτίμηση της πολιτικής των συνεργασιών που ακολούθησε μεταπολιτευτικά το ΚΚΕ υπό τον Χ. Φλωράκη, με αποκορύφωμα το 1989. Μια περίοδο άλλωστε για την οποία η ηγεσία του κόμματος έχει διαπιστώσει «σοβαρά προβλήματα στρατηγικής», σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Πολιτικού Γραφείου που προσφάτως δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», εγκαινιάζοντας τη διαδικασία πολιτικής «αποκαθήλωσης» στο πλαίσιο της διακηρυχθείσας «αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του κόμματος».
Πάντως η πολιτική κληρονομιά του Χ. Φλωράκη συνεχίζει όχι μόνο να «προκαλεί» αλλά και να διχάζει τους επιγόνους του, όπως διαφάνηκε προσφάτως από την αντίδραση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ και επικεφαλής της «Αριστερής Πτέρυγας» του κόμματος κ. Π. Λαφαζάνη, ο οποίος υπήρξε στενός συνεργάτης του άλλοτε ηγέτη του ΚΚΕ αλλά στη σύγκρουση του ’91 βρέθηκε στην «αντίπερα όχθη» του ΣΥΝ. Ο κ. Λαφαζάνης δεν δίστασε να κατηγορήσει τον Περισσό ότι επιδεικνύει «πολιτική ιδιοτέλεια», «μικροπρέπεια» και «μίζερη αυτοδικαίωση», «δίνοντας τη χαριστική βολή στον «πολιτικό Χαρίλαο»», με αποτέλεσμα να πυροδοτήσει την έκρηξη ενός άλλου στενού συνεργάτη του Χ. Φλωράκη στο παρελθόν, του νυν μέλους του Πολιτικού Γραφείου κ. Δ. Γόντικα, ο οποίος δήλωσε προ ημερών ότι «όσοι σήμερα δήθεν υπερασπίζονται τον Φλωράκη είναι οι ίδιοι που τον πολέμησαν όσο ζούσε προσπαθώντας να μεταλλάξουν το ΚΚΕ». Διευκρινίζοντας μάλιστα ότι ο Χ. Φλωράκης θα έχει πάντοτε τη θέση που του αξίζει στο ΚΚΕ και στην ιστορία του, «ανεξάρτητα από όποιες ιδιαίτερες ευθύνες», για τις οποίες μάλιστα ο κ. Γόντικας δεν δίστασε να συγκρουστεί με τον πολιτικό «μέντορά» του λίγα χρόνια προτού εκείνος πεθάνει καταλογίζοντάς του, όπως ανέφεραν οι πληροφορίες της εποχής, ότι ήταν «οπορτουνιστής» και δηλώνοντάς του ότι «δεν ήθελε πλέον να έχει καμία σχέση μαζί του», όπερ και εγένετο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ