Στις 18 Φεβρουαρίου 1883 γεννήθηκε ο μεγάλος έλληνας συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης. Μαζί με τον Καβάφη είναι οι δύο πιο γνωστοί έλληνες λογοτέχνες στο εξωτερικό, εξαιρουμένων των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων. Εφέτος που συμπληρώνονται 130 χρόνια από τη γέννησή του είναι μια σημαντική χρονιά καθώς έχουν προγραμματιστεί πλήθος εκδηλώσεων μετά και το τέλος, όπως είναι ήδη γνωστό, της πολυετούς διαμάχης μεταξύ της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Ν. Καζαντζάκη και των Εκδόσεων Νίκου Καζαντζάκη, πράγμα που γεμίζει τους μελετητές και τους αναγνώστες του συγγραφέα με αισιοδοξία για την ευρύτερη διάδοση του έργου του. Επιπλέον οι εκδόσεις των έργων του απέκτησαν νέο φιλολογικό επιμελητή, τον γλωσσολόγο και μελετητή του έργου του συγγραφέα δρα Νίκο Μαθιουδάκη.
Πληθωρικός


Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε μια πληθωρική λογοτεχνική προσωπικότητα. Από την πρώτη του δημοσίευση, δοκίμιο και πεζά ποιήματα με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή στο περιοδικό «Πινακοθήκη» και το πρώτο βιβλίο «Οφις και Κρίνος» (1906) ως την προβολή το 1957 στο Φεστιβάλ Καννών της ταινίας του Ζυλ Ντασσέν «Εκείνος που πρέπει να πεθάνει», βασισμένης στο μυθιστόρημά του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», ο Νίκος Καζαντζάκης έζησε μια πλήρη ζωή, γεμάτη ένταση, πνευματικές αναζητήσεις, λογοτεχνικές διαμάχες, μεγάλες φιλίες και μεγάλους έρωτες.
Παρά τα δύο Νομπέλ Λογοτεχνίας που έχει η Ελλάδα, ο Νίκος Καζαντζάκης εξακολουθεί να παραμένει ο πιο γνωστός έλληνας σύγχρονος συγγραφέας στο εξωτερικό και τα βιβλία του να κοσμούν όχι μόνο τα μεγάλα βιβλιοπωλεία αλλά και τα περίπτερα στα αεροδρόμια και στους τουριστικούς τόπους. Η ταινία «Ζορμπάς, ο Ελληνας» του Μιχάλη Κακογιάννη, με την εκπληκτική ερμηνεία του Αντονι Κουίν, έκανε τον ήρωά του πιο γνωστό ακόμη και από τον συγγραφέα του και αποτέλεσε ένα παγκόσμιο brand για την ελληνική ψυχή.
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου και τελείωσε το γυμνάσιο. Σπούδασε νομικά, τελειώνοντας με άριστα, στην Αθήνα. Παρακολουθεί αργότερα μαθήματα Φιλοσοφίας με τον Μπερξόν στο Παρίσι και συνεχίζει να δημοσιεύει. Η υφηγετική διατριβή του για τον Νίτσε θα σημαδέψει τη φιλοσοφία του, την προσωπική του στάση και την αισθητική του. Θα ασχοληθεί και με την πολιτική, καθώς θα δουλέψει στο γραφείο του πρωθυπουργού Βενιζέλου, γενικός διευθυντής στο νεοσύστατο υπουργείο Περιθάλψεως για τον επαναπατρισμό των Ελλήνων του Καυκάσου, αλλά σχεδιάζει και παράνομη πολιτική δράση (αποτυχημένη) στην Κρήτη (1924-1925) και συλλαμβάνεται για λίγο. Μαχητικός δημοτικιστής, γίνεται ιδρυτικό μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου.
Ταξιδεύει πολύ σε όλον τον κόσμο, στις ευρωπαϊκές χώρες, στη Ρωσία και στην Κίνα. Γνωρίζεται με τον ρουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι και γίνονται αδελφικοί φίλοι. Παντρεύεται το 1910 τη Γαλάτεια Αλεξίου, με την οποία χωρίζει επισήμως το 1926. Το 1924 γνωρίζεται με την Ελένη Σαμίου, με την οποία θα παντρευτούν το 1945 με κουμπάρο τον μεγάλο φίλο του Αγγελο Σικελιανό, και θα ζήσουν όλα τα χρόνια μαζί. Προτάθηκε τρεις φορές για το Νομπέλ Λογοτεχνίας, ενώ η Ιερά Σύνοδος θέλησε να απαγορευτούν τα βιβλία του. Ο «Τελευταίος πειρασμός», έργο του 1953, βρίσκεται στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Πολύπτυχο έργο


Το έργο του Νίκου Καζαντζάκη είναι πολύπτυχο και εκτείνεται σε πολλές περιοχές της λογοτεχνίας. Εγραψε μυθιστορήματα, ποιήματα, κάντος, ταξιδιωτικά, σενάρια για κινηματογράφο, θεατρικά έργα, παιδικά έργα, αναγνώσματα για το δημοτικό σχολείο, μεταφράσεις, διασκευές κλασικών, λεξικά, μυθιστορηματικές βιογραφίες που δημοσίευε ανώνυμα σε εφημερίδες και περιοδικά για βιοπορισμό, πολιτικά ρεπορτάζ κ.ά.
Στο μυθιστορηματικό του έργο παλεύει το απολλώνιο με το διονυσιακό στοιχείο, διαμάχη τόσο εμφανής στον «Καπετάν Μιχάλη» όσο και στον «Ζορμπά». Ο Μπερξόν, ο Νίτσε, ο Δάντης και Ομηρος είναι οι μεγάλοι του δάσκαλοι. Η «Ασκητική» του εδώ και χρόνια αποτελεί ένα μανιφέστο που επηρεάζει ποικιλοτρόπως τις νεανικές συνειδήσεις. Εμβληματικό έργο του είναι η εκ 33.333 στίχων «Οδύσσεια», η οποία, σε αντίθεση με το ταξίδι προς τα έξω που επιχειρεί ο ομηρικός Οδυσσέας, σε αυτήν ο Καζαντζάκης-Οδυσσέας επιχειρεί μια κατάβαση στον εσωτερικό του χώρο. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος τη χαρακτήρισε το έπος της μεταμοντέρνας εποχής σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι ο ποιητής σαν άλλος Βούδας «έφαγε όλα τα φύλλα της μουριάς και τα έκανε μετάξι».
Ο ίδιος ο Καζαντζάκης βλέπει τη ζωή του σαν έναν διαρκή ανήφορο, μια αέναη πάλη. Λέει χαρακτηριστικά στο τελευταίο αυτοβιογραφικό χειρόγραφό του, στον πρόλογο του βιβλίου του «Αναφορά στο Γκρέκο»: «Τέσσερα στάθηκαν τ’ αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμά μου, και το καθένα φέρνει ένα ιερό όνομα: Χριστός, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας. Αυτή την αιματερή πορεία μου, από τη μια από τις μεγάλες αυτές ψυχές στην άλλη, τώρα που ο ήλιος βασιλεύει, μάχουμαι στο Οδοιπορικό μου ετούτο να σημαδέψω: έναν άνθρωπο να ανεβαίνει, με την ψυχή στο στόμα, το κακοτράχαλο βουνό της μοίρας του. Αλάκερη η ψυχή μου μια Κραυγή, κι όλο μου το έργο, το σχόλιο στην Κραυγή αυτή».
«Είμαι λέφτερος»


Εφυγε για πάντα από τη ζωή στις 26 Οκτωβρίου 1957, νοσηλευόμενος από απανωτές ασθένειες, στη μικρή γερμανική πόλη Φράιμπουργκ. Η κηδεία του έγινε στις 5 Νοεμβρίου, στο κατάμεστο από κόσμο Ηράκλειο. Ενταφιάζεται στον προμαχώνα Μαρτινέγκο. Στον τάφο του δεσπόζει ένας μεγάλος ξύλινος σταυρός από ακατέργαστους κορμούς και η επιγραφή «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».
Η Γαλάτεια Καζαντζάκη περιγράφει ως εξής τον θάνατό του: «Ορθιος, όπως έζησε, παρέδωσε την ψυχή του, σαν τον βασιλιά που, αφού γλέντησε στο μεγάλο τραπέζι, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα και χωρίς να στραφεί πίσω διάβηκε το κατώφλι».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ